Αντε να βάλεις σε τάξη, σε μια σειρά, αν το θέλετε καλύτερα, τις άναρχες σκέψεις σου, για να ξεκινήσεις να γράφεις ένα κείμενο για τον πιο ασυμβίβαστο άνθρωπο που γνώρισες σε αυτό το κουρμπέτι. Για έναν αναρχικό του πνεύματος, της μουσικής, του αθλητισμού, της υποκριτικής, των εφημερίδων, του ραδιοφώνου. Για έναν παθιασμένο εραστή της αρχαίας Ελλάδας. Μια φωνή ιδιαίτερη, που με το που έφτανε στ’ αυτιά σου έλεγες: «Ο Μαζαράκης». Θέλω να επιτρέψετε τον πρώτο ενικό, γιατί θα γράψω για έναν φίλο, που τον γνώρισα πολλά χρόνια πριν, όταν τίποτα δεν έμοιαζε με το σήμερα.

Αρχικά στο «Τops», εκεί, στο Κολωνάκι, μαζί με τον αείμνηστο Κακαουνάκη. Κάναμε παρέα, κυρίως κάναμε χαβαλέ. Μου άρεσε να τον ακούω. Μας μιλούσε για τα Εξάρχεια και τον αγαπημένο του Αστέρα, την ομάδα της γειτονιάς του. Μου έδινε (κυρίως) συμβουλές τρέλας. Λίγα χρόνια αργότερα συναντηθήκαμε σε ένα γραφείο, κάτω στον Πειραιά, στο λιμάνι, όταν σχεδιάζαμε τούτη εδώ την εφημερίδα, και μετέπειτα όταν στήναμε το ομώνυμο ραδιόφωνο, στο οποίο υπήρξε σάρκα εκ της σαρκός. Ραδιόφωνο ήξερε όσοι λίγοι. Δεν κοίταζε ποτέ το ρολόι και ήταν πάντα στην ώρα του. Οταν, δε, καθόταν μπροστά από το μικρόφωνο παθιαζόταν, λες και έβλεπε το κοινό που τον άκουγε στο ένα μέτρο.

Ο Ανδρέας υπήρξε για μένα, εκτός από συνεργάτης, φίλος και συμπαραστάτης στα δύσκολα, αλλά και στα εύκολα της ζωής. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα σαββατιάτικα πρωινά στου «Πητ», τις πάμπολλες νυχτερινές συζητήσεις στο γραφείο της οδού Κανάρη στον Πειραιά, πριν ξεκινήσει την εκπομπή του, τις επ’ αυτοφώρω «μπούκες» του τις ώρες που έγραφα, τα όμορφα ξενύχτια στο «Περιβόλι του ουρανού», τις μαγικές μαζώξεις στα ρεμπετάδικα της Καισαριανής, τις παρέες που κάναμε στο «Καραϊσκάκη», τα πάρτι στα Χανιά, την καθιερωμένη μάζωξη ανήμερα της γιορτής του, τα φαγητά στον «Διόνυσο» με την «Ευτυχούλα» και τον Γιάννη;

Είναι δύσκολο να μαζέψω τις θύμησες για έναν άνθρωπο που ένιωσα αναρίθμητες φορές την αγάπη που εξέπεμπε για μένα. Μάλιστα, όταν η γυναίκα της ζωής του, η Ροσέλα, έσπευσε να με ενημερώσει πριν από μία εβδομάδα ότι τα πράγματα είχαν δυσκολέψει για τον Ανδρέα, έκρινε σκόπιμο να μου μεταφέρει και μια τελευταία «παραγγελιά». «Πάντα μου έλεγε ότι “έχω ένα άγχος και πολλές έννοιες για τον Γιαννάκη μας”». Ετσι με αποκαλούσε ο Μαζαράκης, ο «Εξαρχείων» μου. Είχε επιλέξει το μικρό μου όνομα και το βουτούσε μέσα σε έναν μοναδικό συναισθηματικό κόσμο, πριν το εκστομίσει. Πολλές φορές με έπαιρνε τηλέφωνο, αφού είχε επικοινωνήσει με τη μητέρα μου, για να μου πει το αυτονόητο: «Μην ξεχνάς ότι ο μεγάλος σου αδερφός, ο Ανδρέας, σε σκέφτεται και σε αγαπά».

Θυμάμαι όταν έπιανε το μικρόφωνο και με αυτή την ιδιαίτερη φωνή σιγοτραγουδούσε το «Αχ, βρε παλιομισοφόρια» του Μπιθικώτση. Αυτές τις μοναδικές, απλές μουσικές μαζώξεις μας, με τον Μαντέλα, τον Φουσκίδη, τον Αγαπάκη στον «Στέλιο» (πάει κι αυτός) στη Νέα Σμύρνη. Η σχέση του Ανδρέα με τη μουσική ήταν μοναδική. Ηταν εραστής των στίχων και της μελωδίας. Τα μουσικά του αφιερώματα αποτελούν τεράστια παρακαταθήκη για το ραδιόφωνο των «Παραπολιτικών». Θυμάμαι πολλά, κυρίως όμως η εικόνα που στριφογυρίζει στο μυαλό μου είναι όταν την ημέρα που δικαζόμασταν μαζί με τον Τζένο (α, ρε, παρέα εκεί ψηλά) έκατσε είκοσι ώρες, μόνο και μόνο για να μη νιώθουμε φόβο. Καθόταν γαλαρία, όπως συνήθιζε, με αυτό το ανέμελο στυλ του, που τον έκανε μοναδικό. Οσες φορές έστρεφα το αμήχανο μέσα στην παγωμένη δικαστική αίθουσα βλέμμα μου, συναντούσα το δικό του. Κι όσες φορές τον πλησίαζα, άκουγα την ίδια ακριβώς φράση: «Θα τους κερδίσουμε, γιατί είναι δειλοί».

Ο Ανδρέας ήταν για μένα σύμβουλος, ήταν πηγή γνώσης, ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσα να μοιραστώ πράγματα (από αυτά τα λίγα που λένε οι άντρες μεταξύ τους) και, κυρίως, δεν βαριόμουν να τον ακούω. Εκτός από κινητή βιβλιοθήκη και πηγή αστείρευτης γνώσης, ο Μαζαράκης ήταν βαθιά συναισθηματικός. Οταν, δε, προσπαθούσε να με συνετίσει, το έκανε με τέτοιον τρόπο, που επιχειρούσε κάτι σαν ένα συναπάντημα της δικιάς του τρέλας με τη δική μου, κρητική κουζουλάδα. Αυτός ο υπέροχος φίλος θα μου λείψει. Μου λείπει ήδη. Μου λείπουν τα έως και ενοχλητικά τηλεφωνήματά του. Θα μου λείψει η εικόνα με το πράσινο παπί να παρκάρει όπου βρίσκομαι. Θα μου λείψουν τα καλοκαίρια στη Μάνη και την Κρήτη. Θα μου λείψουν τα «σ’ αγαπώ, μικρέ μου αδερφέ». Μα πιο πολύ θα μου λείψουν οι δικές μας στιγμές.

Δυστυχώς, «έφυγες» χωρίς να προλάβουμε να πούμε τα δικά μας. Αυτά που μου εκμυστηρεύτηκες ένα καλοκαίρι στην αγαπημένη σου Κύθνο. Ευτυχώς, όμως, στην ντουλάπα του δικού μου μυαλού ο Μαζαράκης έχει αφήσει πολλά. Εικόνες, σκέψεις, πολιτισμούς, αναμνήσεις, αγωνίες, παρέες, μελωδίες, ρητά, ιστορίες, ό,τι κάνει ξεχωριστή μια συνεργασία, που μετατρέπεται σε δυνατή φιλία και αντέχει στον χρόνο.

Ο «Εξαρχείων» ήταν ένας σύγχρονος επαναστάτης, που ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τα δήθεν και τα πρέπει. Ακόμα και τη φωνή του, αυτή τη μοναδική χροιά, δεν την άλλαξε ποτέ. Δεν την έβαλε σε καλούπια. Δεν πειθάρχησε με τους κανόνες του ραδιοφώνου. Μέχρι το τέλος υπήρξε μοναχικός καβαλάρης και ασυμβίβαστος. Ενας αυθεντικός αναρχικός, που κουβαλούσε Ελλάδα και Αθήνα. Που αισθανόταν χρέος για την πατρίδα, που συνέδεε με έναν τρόπο την Ιστορία με το σήμερα. Που δεν ανήκε σε κόμματα και δεν έβαζε ταμπέλες στις ιδέες του. Ο Μαζαράκης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές των ερτζιανών και αυτό έχει ήδη καταγραφεί. Ηταν όμως και δεινός γραφιάς, αφού ήξερε πώς να ανταμώσει τις λέξεις με τους ήχους. Μιλούσε και έγραφε με την ίδια ακριβώς άνεση για τους πολιτικούς του σήμερα όπως μιλούσε κι έγραφε για τον Αριστοτέλη και το Βυζάντιο. Εκανε ταξίδια με τον νου και κάθε λεπτό επιχειρούσε μακροβούτια στην ακόμα περισσότερη γνώση. Σπάνιος άνθρωπος. Ενα φτωχό παιδί, που ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός και τελικώς ανέβηκε ένα-ένα τα σκαλοπάτια της ζωής, πάντα με τον αγαπημένο του αδερφό Πάνο.

Σε αυτό το τελευταίο σημείωμα του αποχαιρετισμού, ξεχωρίζω και μια στιγμή από αυτές που τον έκαναν ευτυχισμένο λίγα χρόνια πριν φύγει από τη ζωή. Είναι αυτό το τηλεφώνημα στο οποίο μου ζήτησε να γίνω κουμπάρος στον γάμο με τη Ροσέλα. Τη γυναίκα της ζωής του. Τη φίλη του. Τη συνεργάτιδά του. Τη συνοδοιπόρο του. Για μένα ήταν ιδιαίτερη τιμή όταν ανέβαινα στα σκαλιά του δημαρχείου της Αθήνας για να συμμετάσχω στην ευτυχία του Ανδρέα και της Ροσέλας. Ηταν ευτυχισμένος και το εξέπεμπε, όπως εξέπεμπε και το πάθος για τη ζωή. Σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, της πόλης που αγάπησες και έζησες κάθε γωνιά της όσο ελάχιστοι, θα έρθω για να σου πω το τελευταίο «αντίο». Αν μπορούσα, θα σε κοιτούσα και στα μάτια, όπως κάναμε πάντα, κάθε φορά που συναντιόμασταν, και θα σου ζητούσα μια τελευταία χάρη, από αυτές τις εύκολες για σένα. Να πεις χαιρετίσματα, Ανδρέα, στον Αντώνη, στον Παναγιώτη και σε όποιον άλλο συναντήσεις κάνοντας βόλτες με το παπάκι σου στα σοκάκια του Παραδείσου, όπου είμαι σίγουρος ότι από την Πέμπτη βρίσκεσαι.

Ο «Γιαννάκης σου» σε αποχαιρετά από τη στήλη που τόσο αγάπησες (μου τηλεφωνούσε κάθε Σάββατο για κουτσομπολιό) και σου υπόσχεται ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ. Αλλωστε, όπως κι εσύ, όσοι ζουν στις καρδιές και στο μυαλό των αγαπημένων τους δεν πεθαίνουν. Κυρίως όμως δεν μπορούν να πεθάνουν οι στιγμές που έχει ζήσει κανείς με τον Ανδρέα. Ρε μάγκα, σήκω να μας πεις το «Αχ, ρε παλιομισοφόρια, τι τραβάν’ για σας τα αγόρια…».

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά