Κάτι έχει αλλάξει ριζικά στη χώρα µας µε το πέρασµα των χρόνων. Το 1999 η Αθήνα -και όχι µόνο σειόταν επί σειρά εβδοµάδων από τις διαδηλώσεις ενάντια στην επέµβαση του ΝΑΤΟ στη Σερβία, χωρίς µάλιστα να έχει προηγηθεί έγκριση από το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Πορείες, συναυλίες, πύρινα πρωτοσέλιδα εφηµερίδων κατά του πολέµου, ο Συνασπισµός να ζητά το κλείσιµο των αµερικανικών βάσεων, το ΠΑΣΟΚ, παρότι κυβερνών κόµµα, να βρίσκεται µε πολλά στελέχη του στους δρόµους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η επίθεση των ΗΠΑ και του Ηνωµένου Βασιλείου στο Αφγανιστάν βγάζει και πάλι δεκάδες χιλιάδες στους δρόµους της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων, σε ογκώδεις αντιπολεµικές διαδηλώσεις, µε πορεία να οργανώνεται ακόµα και έξω από τη βάση της Σούδας. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι.

Από το 2008 και τις διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και από εκεί στο 2010 και τις διαδηλώσεις κατά του πρώτου µνηµονίου, έπειτα στις πλατείες των Αγανακτισµένων, στις τακτικές συγκεντρώσεις ενάντια στα µέτρα που ψήφιζε από καιρού εις καιρόν η Βουλή, στο «κίνηµα της γραβάτας» κατά του νόµου Κατρούγκαλου, στα συλλαλητήρια ενάντια στη Συµφωνία των Πρεσπών: Οι Έλληνες ήταν για µια ολόκληρη δεκαετία στους δρόµους, σε µια περίοδο που ήταν ίσως η µεγαλύτερη σε διάρκεια και ένταση συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Τα αποτελέσµατα δεν ήταν αυτά που περίµεναν οι διαδηλωτές. Τρία µνηµόνια ψηφίστηκαν και υλοποιήθηκαν από τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις, µέτρα περικοπών µισθών, συντάξεων και επιδοµάτων εφαρµόστηκαν, η Συµφωνία των Πρεσπών πέρασε. Μια κόπωση, συνοδευόµενη από απογοήτευση επικράτησε.

Την τελευταία επταετία, µία φορά µόνο υπήρξαν παλλαϊκές συγκεντρώσεις, κατά τη δεύτερη επέτειο του πολύνεκρου τραγικού σιδηροδροµικού δυστυχήµατος των Τεµπών. Ο πόλεµος δεν µοιάζει πια ικανός να κινητοποιήσει τον κόσµο να διαδηλώσει εναντίον του. Υπάρχει και µια άλλη, ωστόσο, διπλή συνθήκη. Αφορά τους επιτιθέµενους εν προκειµένω, που είναι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Η Ελλάδα ήταν η µοναδική ευρωπαϊκή χώρα που το µακρινό 1947 είχε ψηφίσει εναντίον της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ. Οι διπλωµατικές σχέσεις Αθήνας και Ιερουσαλήµ αποκαταστάθηκαν πλήρως το 1990, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτά κη προχώρησε στην αναγνώριση του ισραηλινού κράτους. Από τότε ξεκίνησε µια δειλή προσέγγιση, που έγινε πιο γενναία επί κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, µε όλες τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν από το 2011 κι έπειτα να συσφίγγουν έτι περαιτέρω τους δεσµούς και να ενισχύουν τη συνεργασία µε το Ισραήλ.

Το δε σκληρά αντιαµερικανικό αίσθηµα του ελληνικού λαού, που ήταν έντονα πλειοψηφικό τις τρεις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης, υποχώρησε σταδιακά και πλέον η τάση αυτή φαίνεται να έχει αναστραφεί πλήρως. Σηµαντικό ρόλο έπαιξε η στάση της Ουάσινγκτον την περίοδο της ελληνικής κρίσης χρέους, η διεύρυνση της αµυντικής συνεργασίας των δύο πλευρών, αλλά και η εµφανώς φιλοαµερικανική στάση της ριζοσπαστικής Αριστεράς ως κυβέρνησης πλέον, την περίοδο 2015-2019. Συνεπώς, εν έτει 2026 πλέον, δεν υπάρχει το υπόστρωµα που ήταν ισχυρό τις περασµένες δεκαετίες για µια µαζική αντίδραση σε µια κίνηση του Ισραήλ και των Ηνωµένων Πολιτειών, ακόµα και αν αυτή η κίνηση είναι ένας πόλεµος και µάλιστα κοντά στην αποκαλούµενη «γειτονιά» µας.

Κάπως έτσι φτάσαµε σήµερα, δέκα µέρες µετά το ξέσπασµα του πολέµου στη Μέση Ανατολή, σε ένα αναιµικό έως ανύπαρκτο αντιπολεµικό κίνηµα στη χώρα µας. Να σηµειωθεί ότι το φοιτητικό κίνηµα, µε ηγέτες ή καθοδηγητές κατά κανόνα «αιώνιους» φοιτητές, δεν υπάρχει πλέον όπως το γνωρίσαµε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και συνεπώς δεν µπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα ενός αντιπολεµικού κινήµατος.

Ούτε όµως και η Αριστερά υφίσταται πλέον ως έννοια και ως περιεχόµενο µε τον τρόπο που επίσης την είχαµε συνηθίσει. ∆ιασπασµένη σε τέσσερα κοινοβουλευτικά κόµµατα (ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση Ελευθερίας, Νέα Αριστερά συν το ΚΚΕ) και τέσσερα εξωκοινοβουλευτικά (ΜέΡΑ25, κυοφορούµενο κόµµα Τσίπρα, Κόσµος, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), ασχολείται περισσότερο µε εσωκοµµατικές ή διακοµµατικές έριδες, συγκρούσεις και διαφωνίες και λιγότερο µε τη συγκρότηση µιας ενιαίας, ολοκληρωµένης πρότασης πολιτικής. Οι ανακοινώσεις των ως άνω κοµµάτων µετά τις αµερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν είναι στην πλειονότητά τους αµήχανες ή πλαδαρές, ενώ η άρνηση των αρχηγών τους να ζητήσουν συνάντηση µε τον πρωθυπουργό για να ενηµερωθούν (όπως έκαναν οι Νίκος Ανδρουλάκης και ∆ηµήτρης Νατσιός) προδίδει περισσότερο έλλειµµα στρατηγικής και λιγότερο δείχνει σαφή πολιτική στάση.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή