Δοκιµάζονται οι αντοχές των µικροµεσαίων επιχειρήσεων
Ανάλυση
Η εύρεση των εργαζοµένων που χρειάζονται και η διατήρηση όσων έχουν, απαιτεί πολλές φορές να κάνουν την υπέρβαση στους µισθούς που προσφέρουν, κάτι όχι εύκολο για τις περισσότερες εταιρείες
∆ύο ειδήσεις τον περασµένο µήνα -πριν να ξεσπάσει ο πόλεµος στη Μέση Ανατολή- πέρασαν σε κάποια µονόστηλα, απασχόλησαν ελάχιστα την επικαιρότητα, αλλά έχουν τη δική τους, ξεχωριστή σηµασία. Μία τράπεζα, από τις επονοµαζόµενες συστηµικές, υπέγραψε νέα επιχειρησιακή σύµβαση εργασίας µε τον αντίστοιχο σύλλογο προσωπικού, που καθιερώνει µεταξύ άλλων, από την 1η Ιουλίου 2026, πρώτο µισθό ύψους 1.600 ευρώ για εργαζόµενους που έχουν προσληφθεί µετά την 1η Ιανουαρίου 2020, σε οποιονδήποτε κλάδο ή ειδικότητα, ενώ παρέχει και άλλες διευκολύνσεις και επιδόµατα. Παράλληλα, µία από τις µεγάλες δικηγορικές εταιρείες της χώρας, ανακοίνωσε για πρώτη φορά δηµόσια τη µισθολογική πολιτική της: Ο ασκούµενος δικηγόρος λαµβάνει 1.150 ευρώ τον µήνα και ο νέος δικηγόρος από 2.000 έως και 2.600 ευρώ, συν τα µπόνους βάσει των υποθέσεων που χειρίζεται, συν κάποια ακόµα προνόµια που απολαµβάνει. Αρκετές ακόµα δικηγορικές εταιρείες κινούνται σε ανάλογα επίπεδα απολαβών για τους συνεργάτες τους, κάποιες δε και σε υψηλότερα. Το ίδιο συµβαίνει και µε τις τράπεζες. Ο πήχυς αρχίζει και µπαίνει ψηλά. Πόσοι µπορούν να τον περάσουν; Τον περασµένο ∆εκέµβριο η Ελλάδα αναδείχθηκε ως η χώρα µε τη µεγαλύτερη µείωση στο ποσοστό ανεργίας, σύµφωνα µε στοιχεία που έδωσε στη δηµοσιότητα ο ΟΟΣΑ.
Συγκεκριµένα, η χώρα µας τον ∆εκέµβριο του 2024 είχε ανεργία 9,4% και ένα χρόνο αργότερα το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 7,5%, καταγράφοντας δηλαδή µείωση σχεδόν δύο ποσοστιαίων µονάδων. Η µείωση της ανεργίας, σε συνδυασµό µε το τεράστιο brain drain της περασµένης δεκαετίας, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες κάθε ηλικίας έφυγαν στο εξωτερικό σε αναζήτηση καλύτερης εργασιακής -και όχι µόνο- τύχης, δυσκολεύει πολύ τα πράγµατα εντός των συνόρων για την αναζήτηση του κατάλληλου εργατικού δυναµικού. Αυξάνει βέβαια παράλληλα σηµαντικά τη διαπραγµατευτική δύναµη, ιδίως στους εξειδικευµένους και ταλαντούχους εργαζόµενους. Υπάρχει δε και µια άλλη παράµετρος που δεν πρέπει να ξεχνάµε: Τα ελληνικά πανεπιστήµια έχουν τους δικούς τους ρυθµούς, εξαρτώνται υπερβολικά από το κράτος και καθυστερούν πολύ να προσαρµοστούν στις απαιτήσεις της εποχής και στα άλµατα που κάνουν η επιστήµη και η τεχνολογία. Προσφέρουν έτσι, δυστυχώς, πολύ συχνά απόφοιτους µε γνώσεις και δεξιότητες που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς εργασίας.
Η εύρεση των εργαζοµένων που χρειάζονται και η διατήρηση όσων έχουν, απαιτεί πολλές φορές να κάνουν την υπέρβαση στους µισθούς που προσφέρουν, κάτι όχι εύκολο για τις περισσότερες εταιρείες
Όλα τα παραπάνω αποτελούν µια πρώτη καταγραφή µιας νέας πραγµατικότητας που διαµορφώνεται και η οποία οδηγεί ωστόσο σε ένα συµπέρασµα: Το περιβάλλον ανάπτυξης για τις µικροµεσαίες επιχειρήσεις γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο. Πέρα από τα δεδοµένα προβλήµατα, όπως η πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισµό και ευρύτερα σε χρηµατοδότηση, προστίθεται ένα ακόµα: Η εύρεση των εργαζοµένων που χρειάζονται και η διατήρηση όσων έχουν, απαιτεί πολλές φορές να κάνουν την υπέρβαση στις µισθολογικές απολαβές που προσφέρουν, κάτι όχι εύκολο για τις περισσότερες εταιρείες αυτού του µεγέθους.
Σύµφωνα µε τα τελευταία διαθέσιµα στοιχεία (της Κοµισιόν), στη χώρα µας λειτουργούν 739.378 πολύ µικρές επιχειρήσεις, που απασχολούν δηλαδή λιγότερο από δέκα εργαζόµενους. Ο αριθµός αυτός αντιπροσωπεύει το 94,7% του συνόλου των επιχειρήσεων που υπάρχουν στην Ελλάδα. Το µοντέλο αυτό έτσι κι αλλιώς µακροπρόθεσµα δεν είναι βιώσιµο σε µια ολοένα και πιο ανταγωνιστική διεθνή οικονοµία, σε µια εποχή µάλιστα που η τεχνητή νοηµοσύνη προελαύνει ραγδαία και αλλάζει ριζικά τον τρόπο µε τον οποίο λειτουργούν µια σειρά από κλάδοι. Σταδιακά, ωστόσο, προστίθεται και άλλος ένας παράγοντας: Ένας τριαντάρης καλός δικηγόρος µπορεί να διεκδικήσει σταθερές απολαβές άνω των 2.000 ευρώ τον µήνα, ένας ταµίας σε τράπεζα 1.600 ευρώ, µαζί µε επιπρόσθετη µέριµνα για τον ίδιο και για τα παιδιά του. Ο κατώτατος µισθός µέχρι το 2028, σε δύο χρόνια από τώρα δηλαδή, θα έχει φτάσει στα 1.000 ευρώ. Πόσες µικρές επιχειρήσεις µπορούν να προσφέρουν αυτά τα χρήµατα και παράλληλα να αντέξουν στον ανταγωνισµό;
Το µέλλον προµηνύεται ακόµα πιο δυσοίωνο, καθώς µπαίνουν και άλλοι παράγοντες στην εξίσωση. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2024, ανήλθαν σε 68.467 - 35.216 αγόρια και 33.251 κορίτσια. Αν αφαιρέσουµε όσους δεν καταφέρουν να τελειώσουν το σχολείο, όσους µεταναστεύσουν µε την οικογένειά τους στο ενδιάµεσο, όσους φύγουν για σπουδές στο εξωτερικό και µείνουν εκεί, το εγχώριο ειδικευµένο εργατικό προσωπικό αυτής της «φουρνιάς» θα είναι λίγο πάνω από 50.000 άνθρωποι. Πολύ λιγότεροι από όσους θα έχει ανάγκη η αγορά εργασίας, όσες αλλαγές και αν έχουν γίνει µέχρι τότε. Όσες µικρές επιχειρήσεις, αλλά και µεσαίες, έχουν τη δυνατότητα, πρέπει να επανεξετάσουν τη στρατηγική τους, να σκεφτούν διαφορετικά το µέλλον τους. Τα δεδοµένα είναι αυτά που περιγράψαµε και δύσκολα αλλάζουν. Ο πόλεµος στη Μέση Ανατολή και οι οικονοµικές επιπτώσεις που άρχισαν να διαφαίνονται δοκιµάζουν εκ νέου τις αντοχές των µικροµεσαίων επιχειρήσεων – αλλά ήδη από πριν τα «καµπανάκια» είχαν χτυπήσει και µάλιστα ηχηρά.
Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή
En