Ο μηχανισμός ψηφοθηρίας και η διακυβέρνηση της χώρας
Άρθρο γνώμης
Το σκάνδαλο µε τις αγροτικές επιδοτήσεις είναι διαχρονικό, διακοµµατικό και διαρκές, από καταβολής του θεσµού των ευρωπαϊκών ενισχύσεων στον πρωτογενή τοµέα
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ 2 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η κυβέρνηση το γνώριζε, το περίμενε και προφανώς έχει κάνει τον σχεδιασμό της για τη διαχείριση των επιπτώσεων. Το σκάνδαλο με τις αγροτικές επιδοτήσεις είναι διαχρονικό, διακομματικό και διαρκές, από καταβολής του θεσμού των ευρωπαϊκών ενισχύσεων στον πρωτογενή τομέα. Όσοι κυβέρνησαν, διαχειρίστηκαν τα κονδύλια με αντίστοιχο τρόπο. Τουλάχιστον ένα μέρος τους, μικρότερο ή μεγαλύτερο, αναλόγως του κόμματος που βρισκόταν στην εξουσία και των προσώπων που κατείχαν το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Αποτέλεσε και αποτελεί έναν κατεξοχήν μηχανισμό ψηφοθηρίας και έναν αποτελεσματικό ρουσφετολογικό μηχανισμό που επιτρέπει την πολιτική επιρροή σε ένα πολυπληθές εκλογικό ακροατήριο στη βάση μίας κυνικής συναλλακτικής πρακτικής. Η κυβέρνηση είναι «άτυχη» διότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με ευθύνη, αρμοδιότητα και αποστολή τον έλεγχο τυχόν κατάχρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων, ιδρύθηκε το 2021. Αν είχε δημιουργηθεί το 2016 θα είχε σκάσει στη… βάρδια του ΣΥΡΙΖΑ.
Η διαχρονικότητα του σκανδάλου βέβαια δεν μειώνει την ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία όμως μέσα στην «ατυχία» της διατηρεί ένα καθοριστικό πλεονέκτημα. Παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχεται από υπαρκτά ή φερόμενα σκάνδαλα συνεχίζει να θεωρείται η καταλληλότερη για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό είναι ένα από τα λάθη που κάνει η αντιπολίτευση. Επειδή σε μία υπόθεση επιβαρυντική για την κυβέρνηση η πλειονότητα της κοινής γνώμης μπορεί να συμφωνεί για τις ευθύνες της, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως θε ωρεί την αξιωματική ή λοιπή αντιπολίτευση κατάλληλη για να κυβερνήσει. Είναι ένα πράγμα να χρεώνει κάποιος στην κυβέρνηση ένα σκάνδαλο ή έναν λάθος χειρισμό και κάτι τελείως διαφορετικό να αξιολογεί π.χ. το ΠΑΣΟΚ ως κατάλληλο για να κυβερνήσει. Πολύ περισσότερο, ειρήσθω εν παρόδω, όταν ακούει ότι το ΠΑΣΟΚ φλερτάρει με την ιδέα να συγκυβερνήσει (λέμε τώρα) με έναν απροσδιόριστο αριστερό εσμό. Γι’ αυτό και παρά τις διαδοχικές επιβαρυντικές για την κυβέρνηση και μάλιστα σοβαρές υποθέσεις, η Νέα Δημοκρατία στις δημοσκοπήσεις συνεχίζει να προηγείται με ποσοστό υπερδιπλάσιο του δεύτερου και συνήθως μεγαλύτερο από το άθροισμα των τριών αμέσως επόμενων κομμάτων.
Αυτός είναι ο αερόσακος ασφαλείας της ΝΔ: Η ακαταλληλότητα της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτόν τον λόγο επιδεικνύει ανθεκτικότητα στις «προσκρούσεις», δυνατότητα απορρόφησης των πληγμάτων και ικανότητα επαναφοράς. Όταν ο άλλος που πηγαίνει να ψηφίσει (υπάρχουν και εκείνοι που μένουν σπίτι τους) βλέπει το «μενού» και σκέφτεται ότι κάπως πρέπει να κυβερνηθεί η χώρα κάνει μία προσομοίωση στο μυαλό του με εναλλακτικά σενάρια, διαφορετικά πρόσωπα να κρατούν το τιμόνι της και πώς μπορούν να εξελιχθούν αντίστοιχα διάφορα ζητήματα: Από την οικονομία μέχρι την εξωτερική πολιτική και από εσωτερικές έκτακτες καταστάσεις μέχρι διεθνείς κρίσεις. Ίσως να μην ενθουσιάζεται (μπορεί κιόλας, ποιος ξέρει) από τους χειρισμούς της κυβέρνησης σε διάφορα θέματα, όμως λειτουργεί η λογική του «μη χείρον». Και αυτό λειτουργεί σαν «αλεξίπτωτο» για τη Νέα Δημοκρατία.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
Η διαχρονικότητα του σκανδάλου βέβαια δεν μειώνει την ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία όμως μέσα στην «ατυχία» της διατηρεί ένα καθοριστικό πλεονέκτημα. Παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχεται από υπαρκτά ή φερόμενα σκάνδαλα συνεχίζει να θεωρείται η καταλληλότερη για τη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό είναι ένα από τα λάθη που κάνει η αντιπολίτευση. Επειδή σε μία υπόθεση επιβαρυντική για την κυβέρνηση η πλειονότητα της κοινής γνώμης μπορεί να συμφωνεί για τις ευθύνες της, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως θε ωρεί την αξιωματική ή λοιπή αντιπολίτευση κατάλληλη για να κυβερνήσει. Είναι ένα πράγμα να χρεώνει κάποιος στην κυβέρνηση ένα σκάνδαλο ή έναν λάθος χειρισμό και κάτι τελείως διαφορετικό να αξιολογεί π.χ. το ΠΑΣΟΚ ως κατάλληλο για να κυβερνήσει. Πολύ περισσότερο, ειρήσθω εν παρόδω, όταν ακούει ότι το ΠΑΣΟΚ φλερτάρει με την ιδέα να συγκυβερνήσει (λέμε τώρα) με έναν απροσδιόριστο αριστερό εσμό. Γι’ αυτό και παρά τις διαδοχικές επιβαρυντικές για την κυβέρνηση και μάλιστα σοβαρές υποθέσεις, η Νέα Δημοκρατία στις δημοσκοπήσεις συνεχίζει να προηγείται με ποσοστό υπερδιπλάσιο του δεύτερου και συνήθως μεγαλύτερο από το άθροισμα των τριών αμέσως επόμενων κομμάτων.
Αυτός είναι ο αερόσακος ασφαλείας της ΝΔ: Η ακαταλληλότητα της αντιπολίτευσης. Γι’ αυτόν τον λόγο επιδεικνύει ανθεκτικότητα στις «προσκρούσεις», δυνατότητα απορρόφησης των πληγμάτων και ικανότητα επαναφοράς. Όταν ο άλλος που πηγαίνει να ψηφίσει (υπάρχουν και εκείνοι που μένουν σπίτι τους) βλέπει το «μενού» και σκέφτεται ότι κάπως πρέπει να κυβερνηθεί η χώρα κάνει μία προσομοίωση στο μυαλό του με εναλλακτικά σενάρια, διαφορετικά πρόσωπα να κρατούν το τιμόνι της και πώς μπορούν να εξελιχθούν αντίστοιχα διάφορα ζητήματα: Από την οικονομία μέχρι την εξωτερική πολιτική και από εσωτερικές έκτακτες καταστάσεις μέχρι διεθνείς κρίσεις. Ίσως να μην ενθουσιάζεται (μπορεί κιόλας, ποιος ξέρει) από τους χειρισμούς της κυβέρνησης σε διάφορα θέματα, όμως λειτουργεί η λογική του «μη χείρον». Και αυτό λειτουργεί σαν «αλεξίπτωτο» για τη Νέα Δημοκρατία.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En