Το 2017 έπειτα από 65 χρόνια «μαζευτήκαμε» Έλληνες και Τούρκοι στην Αθήνα για να διαφωνήσουμε.

Έξι χρόνια μετά, το 2023 «μαζευτήκαμε» και πάλι στην Αθήνα, αυτή τη φορά για να συμφωνήσουμε. Κοινός τόπος και στις δύο επισκέψεις, των νέων καιρών, ο Ταγίπ Ερντογάν. Στην επίσκεψή του στην Αθήνα το 2017 Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν ο κ. Παυλόπουλος και πρωθυπουργός ο κ. Τσίπρας. Σήμερα Πρόεδρος η Κατερίνα Σακελλαροπούλου και πρωθυπουργός ο κ. Μητσοτάκης. Τότε οι συνθήκες στην Τουρκία καθορίζονταν από την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον Ερντογάν και τους μαζικούς διωγμούς εναντίον των γκιουλενιστών στις ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας, τους διπλωμάτες, τους πανεπιστημιακούς, τους δημοσιογράφους. Επίσης ήταν η εποχή που ξεδιπλωνόταν σε πρώτο επίπεδο από τον Ερντογάν ο αναθεωρητισμός σε σχέση με τη Συνθήκη της Λωζάννης και η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Σε διπλωματικό επίπεδο το 2017 επελέγη και από την ελληνική πλευρά και από την τουρκική, διπλωματικά και πολιτειακά, να τεθούν τα μείζονα ζητήματα της ελληνοτουρκικής διαφοράς. Η επίσκεψη οδηγήθηκε σε βατερλό. Σημειωτέον ότι στην τότε συγκυρία η Ελλάδα έπειτα από έξι χρόνια μνημονίων ήταν εντελώς «ξεδοντιασμένη» σε επίπεδο στρατιωτικών εξοπλισμών αλλά και δημοσιονομικής δεινότητας ή διεθνούς προφίλ. Σήμερα ο «καθρέπτης είναι ανεστραμμένος».

Η Ελλάδα είναι εκτός μνημονίων τυπικά από το 2018, έχει ανακτήσει πλήρως τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, ακόμη και την επενδυτική βαθμίδα, αλλά είναι επίσης σημαντικό στην πενταετία της διακυβέρνησης Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα απέκτησε πλεονέκτημα στους εξοπλισμούς έναντι της Τουρκίας, ισχυρό διεθνές προφίλ στη Δύση και το ΝΑΤΟ, «θωρακισμένο» status quo με διμερείς συμφωνίες με ΗΠΑ και Γαλλία και ένα «πλέγμα» ενεργειακών, εμπορικών, στρατιωτικών και γεωπολιτικών συμφωνιών σε περιφερειακό επίπεδο στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, τέτοιο που η Τουρκία με την αντιδυτική στρατηγική των τελευταίων ετών, τη στροφή της στην Ευρασία (Κίνα - Ρωσία) και τον «άξονα της Τζιχάντ» πλέον (Ιράν, Μουσουλμανική Αδελφότητα), αλλά και το εξοπλιστικό έλλειμμα στον στρατιωτικό τομέα ή τη νομισματική της κατάρρευση, δεν μπορεί τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα να αντιμετωπίσει. Χθες η επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα είχε έναν κύριο στόχο.

Να συμφωνηθεί μια πιο σταθερή πορεία ύφεσης στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας. Επίσης μια εμπεδωμένη διαδικασία αποκλιμάκωσης των εντάσεων στις δύο πλευρές του Αιγαίου, που κλιμακώθηκαν από το 2020 ως την άνοιξη του 2023 και τους σεισμούς στην Τουρκία, και ένας «οδικός χάρτης» επαφών, σχέσεων και συμφωνιών από τα επιμέρους προς τα κεντρικά ιστορικά ζητήματα που φέρουν σε σύγκρουση τις δύο χώρες. Οι συμφωνίες της επονομαζόμενης «θετικής ατζέντας» εξάλλου συνάδουν με την αποδόμηση της καχυποψίας, την αναστροφή του εχθρικού κλίματος που καλλιεργήθηκε στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, την εμπέδωση καλής πίστης στις διμερείς σχέσεις.

Η Τουρκία επιθυμεί να κερδίσει χρόνο κλείνοντας επί του παρόντος το «δυτικό μέτωπο» προς αυτή και η Ελλάδα επιθυμεί μόνιμη άρση στο «ανατολικό μέτωπο» που γεννά κρίσεις, επιπλέον των γεωπολιτικών αναταράξεων στην ευρεία περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και διεθνώς. Επίσης δημιουργείται με τη σχετική διακήρυξη «καλής γειτονίας» και τον «οδικό χάρτη» των περαιτέρω επαφών ένα αρχικό πλαίσιο για μια τελική διευθέτηση στα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και ζωνών εκμετάλλευσης στη θάλασσα στη βάση του διεθνούς δικαίου και αξιοποιώντας μεθόδους διεθνούς διαμεσολάβησης.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας χθες με πρωτόκολλο «επίσκεψης εργασίας» για τον Τούρκο πρόεδρο υπήρξε μια απόλυτη διπλωματική επιτυχία για τους επικεφαλής των δύο υπουργείων Εξωτερικών κυρίους Γεραπετρίτη και Φιντάν και των επιτελείων τους σε όλα. Την προετοιμασία, τις διαδικασίες, τις δηλώσεις των ηγετών και τις ισορροπίες σε αυτές, το πρόγραμμα, τον συντονισμό, τις συμφωνίες, τη «θεατρικότητα» των συμβολισμών που εξελίχθηκαν.

Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή στις 8/12