Αναγκαία µια νέα εθνική ταυτότητα
Άρθρο γνώμης
Προαπαιτούµενο για την αναβάθµιση στο συγκεκριµένο πεδίο είναι η αναδιάταξη και η εκ νέου φιλοσοφία στην παραγωγή, πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή
H Ελλάδα έχει υπερβεί την περίοδο της χρεοκοπίας της. Βρισκόµαστε στα µέσα µιας επόµενης δεκαετίας σε σχέση µε αυτά που συνέβησαν τότε. Εχει ανακτήσει µια σχετική αυτονοµία, όσο επιτρέπει η θέση της στη ζώνη του ευρώ, στις πολιτικές αποφάσεις. Επίσης στον στρατηγικό προσδιορισµό της σε σχέση µε το µέλλον. Ενισχυτικό σε αυτό η απορρύθµιση στην ευρωπαϊκή ενότητα και η συνεχιζόµενη υποβάθµιση του κύρους και της ισχύος της Κοµισιόν στο πεδίο των ευρωπαϊκών δοµών και αρµοδιοτήτων.
Η Ελλάδα παρουσιάζει σοβαρούς δείκτες προόδου. Οχι πλέον µε τη χρήση πλαστών στοιχείων τύπου greekstatistics, που κάποτε την οδήγησαν στην καταστροφή. Η Ελλάδα δεν αξιολογείται πλέον ως failed state, αλλά ως ένα λαµπερό success story στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Η ανάκαµψή της, που εξελίσσεται από το 2019 και µετά, µε την υπογραφή της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, δεν βασίζεται σε κάποια χρηµατιστηριακή φούσκα. Αλλά σε πραγµατικά δεδοµένα, που δεν απειλούνται από µια απότοµη αναστροφή. Φυσικά η Ελλάδα δεν µπορεί να αυτοπροστατευθεί από µια βαθιά διεθνή οικονοµική κρίση που θα ξεκινήσει, για παράδειγµα, από τη Γουόλ Στριτ και θα επεκταθεί ως πυρκαγιά στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή χρηµατιστήρια, στη βάση της κατάρρευσης των µετοχών τεχνολογίας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα πρόβληµα που µπορεί να απασχολήσει περισσότερο την Αθήνα, σε σχέση µε τις βαθιές ρωγµές που θα υποστούν κεντρικές οικονοµίες της ∆ύσης. Αρα, τα µέτρα αντίδρασης και ανάκαµψης, έστω βαθµηδόν, θα είναι ένα γενικότερο ζήτηµα για την όποια ∆ύση και όχι ένα εθνικό πρόβληµα. Κάτι παρόµοιο µε ό,τι συνέβη µε την πανδηµία.
Η Ελλάδα ανακτά τους στρατιωτικούς και διπλωµατικούς εξοπλισµούς της. Στον αέρα, τη θάλασσα και την ξηρά, προµηθεύεται αεροπλάνα, πολεµικά πλοία, πυραυλικά συστήµατα αεράµυνας στη βάση διµερών στρατηγικών συµφωνιών, αλλά και περιφερειακών αλληλεξαρτήσεων, που της δίνουν προνόµια ως εθνικό κράτος να συµπαραταχθεί µε συµµαχικές δυνάµεις που έχει επιλέξει στη βάση εθνικών συµφερόντων. Από την άλλη, όποιες και αν είναι οι κινήσεις και οι επιθετικές επιλογές αναθεωρητικών και επεκτατικών δυνάµεων, όπως η Τουρκία, η Ελλάδα κάθε χρόνο και περισσότερο θα µπορέσει να τις αντιµετωπίσει στη «σκιά των όπλων» και των Ενόπλων ∆υνάµεων µε αυξηµένη επάρκεια. Οι στρατηγικές της συµφωνίες µε τον τρόπο που έχουν δοµηθεί υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό ερµητισµό, σε αντίθεση, για παράδειγµα, µε τις περιόδους διακυβέρνησης του Κ. Σηµίτη και του Κ. Καραµανλή, µε κεντρική αυτήν µε τις ΗΠΑ και περιφερειακή µε το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Εµιράτα, αλλά και σειρά αραβικών ηγεσιών και κρατών που εµπλέκονται ή θα εµπλακούν στις «Συµφωνίες του Αβραάµ», που δίνουν ορατότητα αλλά και δυναµική συνεργασιών σε πρακτικό επίπεδο στον ενεργειακό, τον εµπορικό και τον στρατιωτικό τοµέα.
Η παράδοση του είµαστε µέλη της Ε.Ε. και ανήκουµε στη στρατιωτική συµµαχία του ΝΑΤΟ είναι πλέον εµφανές ότι δεν επαρκεί, αλλά χρειάζεται µια νέα δυναµική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να έχει προηγηθεί των εξελίξεων του 2025 και σήµερα να µην εγκλωβίζεται, στρατηγικά τουλάχιστον, σε διλήµµατα ή εξαρτήσεις που ακόµα και σηµαντικές κεντρικές χώρες της Ευρώπης δεν µπορούν να διαχειριστούν. Αυτό που κυρίως λείπει από την Ελλάδα, που αποκτά όλο και πιο ισχυρό διεθνές προφίλ, µέσω και του Κάθετου ∆ιαδρόµου, ή θα αποκτήσει µέσω της εξέλιξης της συµµαχίας των τριών θαλασσών, που εν δυνάµει θα πρέπει να µετατραπεί σε µια συµµαχία των έξι θαλασσών µε την περαιτέρω ενεργοποίηση της Ελλάδας, είναι η αυτοπεποίθηση.
Η αποµάκρυνση της χώρας από την περίοδο της χρεοκοπίας έχει αποτύπωµα πολύ πιο ισχυρό στη δηµόσια οικονοµία, αλλά και σε κύριες εταιρείες, παρά στα µαζικά µεσοστρώµατα της χώρας, που συνεχίζουν σε αγοραστική δύναµη να βρίσκονται στην κατάληξη της ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Αυτή η αντίθεση και ανισότητα δηµιουργεί προβλήµατα συνοχής στην κοινωνία και ανακυκλώνει έναν πανικό και µια ένδεια φιλοδοξιών για το έθνος.
Προαπαιτούµενο για την αναβάθµιση στο συγκεκριµένο πεδίο είναι η αναδιάταξη και η εκ νέου φιλοσοφία στην παραγωγή, πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή. Στη βάση της αξιοποίησης και της ενσωµάτωσης τεχνολογιών αιχµής βασιζόµενων στην Τεχνητή Νοηµοσύνη και τη ροµποτική, αλλά και ανάκτηση εθνικής ταυτότητας. Αυτή θα προκύψει από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτηµα: Τι είναι η Ελλάδα; Είναι ταυτόσηµο ερώτηµα µε το τι παράγει η χώρα για τους οικονοµιστές. Αλλά προσδιορίζεται από τι ταυτότητα θα επιδείξει στον κόσµο η Ελλάδα. Είναι µια ναυτική δύναµη µε ισχυρό Πολεµικό Ναυτικό, ικανό να έχει και γεωπολιτικούς ρόλους. Εµπορικό ιδιωτικό στόλο από τους πλέον σηµαντικούς στον κόσµο. Χτίζει εκ νέου ναυπηγεία, εµπορευµατικούς σταθµούς και δίκτυα, όχι µόνον ασφαλή, αλλά και διευρυµένα. ∆ιατηρεί υπό εθνική ταυτότητα, µαζί µάλιστα µε την Κύπρο, µια ελίτ προσώπων και οικογενειών µε βαρύ αποτύπωµα σε διεθνές επίπεδο. Απολείπει ο τρόπος που θα πρέπει να οργανώσει την παραγωγή.
Οι εταιρείες. Το πρότυπο των προϊόντων που καταναλώνονται στη χώρα ή εξάγονται δεν µπορεί να είναι ποσοτικό όσο ποιοτικό. Πέραν των άλλων, η Ελλάδα οφείλει να εξελιχθεί σε παγκόσµιο φιλοσοφικό κέντρο επιστηµών και τεχνολογίας. Αφού στη δική της βάση, Ιστορία και αρχέγονη κουλτούρα µπορεί να στηριχθεί η ∆ύση στη διανοητική συνάντηση µε την Ανατολή. Μπορεί να υπάρχουν ανταγωνισµοί και πόλεµοι, αλλά πάντα υπάρχουν ορισµένα σηµεία στη Γη, αλλού οικονοµικής και αλλού φιλοσοφικής «ουδετερότητας», consensus και διαβούλευσης. Η Ελλάδα µε το σύνολο του κοσµοπολιτισµού της και της σχέσης των παροικιών της όπου Γης µε το εθνικό κέντρο µπορεί να ανατάξει την εθνική της ταυτότητα, ως διεθνές γεγονός. Ο λόγος για µια νέα εθνική ταυτότητα και όχι, πλέον, εθνική άµυνα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ''ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ''
Η Ελλάδα παρουσιάζει σοβαρούς δείκτες προόδου. Οχι πλέον µε τη χρήση πλαστών στοιχείων τύπου greekstatistics, που κάποτε την οδήγησαν στην καταστροφή. Η Ελλάδα δεν αξιολογείται πλέον ως failed state, αλλά ως ένα λαµπερό success story στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Η ανάκαµψή της, που εξελίσσεται από το 2019 και µετά, µε την υπογραφή της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, δεν βασίζεται σε κάποια χρηµατιστηριακή φούσκα. Αλλά σε πραγµατικά δεδοµένα, που δεν απειλούνται από µια απότοµη αναστροφή. Φυσικά η Ελλάδα δεν µπορεί να αυτοπροστατευθεί από µια βαθιά διεθνή οικονοµική κρίση που θα ξεκινήσει, για παράδειγµα, από τη Γουόλ Στριτ και θα επεκταθεί ως πυρκαγιά στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή χρηµατιστήρια, στη βάση της κατάρρευσης των µετοχών τεχνολογίας. Αλλά αυτό δεν είναι ένα πρόβληµα που µπορεί να απασχολήσει περισσότερο την Αθήνα, σε σχέση µε τις βαθιές ρωγµές που θα υποστούν κεντρικές οικονοµίες της ∆ύσης. Αρα, τα µέτρα αντίδρασης και ανάκαµψης, έστω βαθµηδόν, θα είναι ένα γενικότερο ζήτηµα για την όποια ∆ύση και όχι ένα εθνικό πρόβληµα. Κάτι παρόµοιο µε ό,τι συνέβη µε την πανδηµία.
Η Ελλάδα ανακτά τους στρατιωτικούς και διπλωµατικούς εξοπλισµούς της. Στον αέρα, τη θάλασσα και την ξηρά, προµηθεύεται αεροπλάνα, πολεµικά πλοία, πυραυλικά συστήµατα αεράµυνας στη βάση διµερών στρατηγικών συµφωνιών, αλλά και περιφερειακών αλληλεξαρτήσεων, που της δίνουν προνόµια ως εθνικό κράτος να συµπαραταχθεί µε συµµαχικές δυνάµεις που έχει επιλέξει στη βάση εθνικών συµφερόντων. Από την άλλη, όποιες και αν είναι οι κινήσεις και οι επιθετικές επιλογές αναθεωρητικών και επεκτατικών δυνάµεων, όπως η Τουρκία, η Ελλάδα κάθε χρόνο και περισσότερο θα µπορέσει να τις αντιµετωπίσει στη «σκιά των όπλων» και των Ενόπλων ∆υνάµεων µε αυξηµένη επάρκεια. Οι στρατηγικές της συµφωνίες µε τον τρόπο που έχουν δοµηθεί υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό ερµητισµό, σε αντίθεση, για παράδειγµα, µε τις περιόδους διακυβέρνησης του Κ. Σηµίτη και του Κ. Καραµανλή, µε κεντρική αυτήν µε τις ΗΠΑ και περιφερειακή µε το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα Εµιράτα, αλλά και σειρά αραβικών ηγεσιών και κρατών που εµπλέκονται ή θα εµπλακούν στις «Συµφωνίες του Αβραάµ», που δίνουν ορατότητα αλλά και δυναµική συνεργασιών σε πρακτικό επίπεδο στον ενεργειακό, τον εµπορικό και τον στρατιωτικό τοµέα.
Η παράδοση του είµαστε µέλη της Ε.Ε. και ανήκουµε στη στρατιωτική συµµαχία του ΝΑΤΟ είναι πλέον εµφανές ότι δεν επαρκεί, αλλά χρειάζεται µια νέα δυναµική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην ευχάριστη θέση να έχει προηγηθεί των εξελίξεων του 2025 και σήµερα να µην εγκλωβίζεται, στρατηγικά τουλάχιστον, σε διλήµµατα ή εξαρτήσεις που ακόµα και σηµαντικές κεντρικές χώρες της Ευρώπης δεν µπορούν να διαχειριστούν. Αυτό που κυρίως λείπει από την Ελλάδα, που αποκτά όλο και πιο ισχυρό διεθνές προφίλ, µέσω και του Κάθετου ∆ιαδρόµου, ή θα αποκτήσει µέσω της εξέλιξης της συµµαχίας των τριών θαλασσών, που εν δυνάµει θα πρέπει να µετατραπεί σε µια συµµαχία των έξι θαλασσών µε την περαιτέρω ενεργοποίηση της Ελλάδας, είναι η αυτοπεποίθηση.
Η αποµάκρυνση της χώρας από την περίοδο της χρεοκοπίας έχει αποτύπωµα πολύ πιο ισχυρό στη δηµόσια οικονοµία, αλλά και σε κύριες εταιρείες, παρά στα µαζικά µεσοστρώµατα της χώρας, που συνεχίζουν σε αγοραστική δύναµη να βρίσκονται στην κατάληξη της ευρωπαϊκής αξιολόγησης. Αυτή η αντίθεση και ανισότητα δηµιουργεί προβλήµατα συνοχής στην κοινωνία και ανακυκλώνει έναν πανικό και µια ένδεια φιλοδοξιών για το έθνος.
Προαπαιτούµενο για την αναβάθµιση στο συγκεκριµένο πεδίο είναι η αναδιάταξη και η εκ νέου φιλοσοφία στην παραγωγή, πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή. Στη βάση της αξιοποίησης και της ενσωµάτωσης τεχνολογιών αιχµής βασιζόµενων στην Τεχνητή Νοηµοσύνη και τη ροµποτική, αλλά και ανάκτηση εθνικής ταυτότητας. Αυτή θα προκύψει από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτηµα: Τι είναι η Ελλάδα; Είναι ταυτόσηµο ερώτηµα µε το τι παράγει η χώρα για τους οικονοµιστές. Αλλά προσδιορίζεται από τι ταυτότητα θα επιδείξει στον κόσµο η Ελλάδα. Είναι µια ναυτική δύναµη µε ισχυρό Πολεµικό Ναυτικό, ικανό να έχει και γεωπολιτικούς ρόλους. Εµπορικό ιδιωτικό στόλο από τους πλέον σηµαντικούς στον κόσµο. Χτίζει εκ νέου ναυπηγεία, εµπορευµατικούς σταθµούς και δίκτυα, όχι µόνον ασφαλή, αλλά και διευρυµένα. ∆ιατηρεί υπό εθνική ταυτότητα, µαζί µάλιστα µε την Κύπρο, µια ελίτ προσώπων και οικογενειών µε βαρύ αποτύπωµα σε διεθνές επίπεδο. Απολείπει ο τρόπος που θα πρέπει να οργανώσει την παραγωγή.
Οι εταιρείες. Το πρότυπο των προϊόντων που καταναλώνονται στη χώρα ή εξάγονται δεν µπορεί να είναι ποσοτικό όσο ποιοτικό. Πέραν των άλλων, η Ελλάδα οφείλει να εξελιχθεί σε παγκόσµιο φιλοσοφικό κέντρο επιστηµών και τεχνολογίας. Αφού στη δική της βάση, Ιστορία και αρχέγονη κουλτούρα µπορεί να στηριχθεί η ∆ύση στη διανοητική συνάντηση µε την Ανατολή. Μπορεί να υπάρχουν ανταγωνισµοί και πόλεµοι, αλλά πάντα υπάρχουν ορισµένα σηµεία στη Γη, αλλού οικονοµικής και αλλού φιλοσοφικής «ουδετερότητας», consensus και διαβούλευσης. Η Ελλάδα µε το σύνολο του κοσµοπολιτισµού της και της σχέσης των παροικιών της όπου Γης µε το εθνικό κέντρο µπορεί να ανατάξει την εθνική της ταυτότητα, ως διεθνές γεγονός. Ο λόγος για µια νέα εθνική ταυτότητα και όχι, πλέον, εθνική άµυνα.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ''ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ''
En