Το 2015 η Αριστερά βρισκόταν στη διακυβέρνηση. Μετέφερε λοιπόν διάφορες παγιωµένες ιδεοληψίες της περί ανθρωπίνων δικαιωµάτων στους νόµους του κράτους. Αυτές δεν αφορούν µόνο τους λαθραίους µετανάστες και τα «ανοιχτά σύνορα», αλλά και τα δικαιώµατα των κρατουµένων ή τον προβληµατισµό για το κατά πόσον ο εγκλεισµός στη φυλακή είναι η πιο σωστή µέθοδος σωφρονισµού και διαδικασίας επανένταξης του εγκληµατία ή του παραβάτη για πιο ελαφρά εγκλήµατα στην κοινωνία.

Διαβάστε: Η παρουσίαση της "Ιθάκης" του Τσίπρα στα Ιωάννινα και η εξαγγελία του νέου κόμματος, που αναμένεται προς το καλοκαίρι

Το 2015, από την αρχή της θητείας του δηλαδή, ο τότε πρωθυπουργός κ. Τσίπρας διόρισε υπουργό ∆ικαιοσύνης τον καθηγητή κ. Ν. Παρασκευόπουλο. Μια επιλογή που σχολιάστηκε θορυβωδώς και βάσιµα τόσο από την κεντροδεξιά αντιπολίτευση όσο και από νοµικούς ή πολύ περισσότερο από επιτελικούς κύκλους της Αστυνοµίας. Ο κ. Παρασκευόπουλος τόσο από την καθέδρας διδασκαλία του όσο και από την αρθρογραφία του ήταν γνωστός για την κριτική που ασκούσε στο σωφρονιστικό σύστηµα και το Ποινικό ∆ίκαιο κλασικού τύπου, σε σχέση µε τη λειτουργικότητα της κράτησης σε φυλακή. Το 2015 η Ελλάδα, σε κατάσταση πολύχρονης δηµοσιονοµικής χρεοκοπίας και επιτήρησης από τις ευρωπαϊκές δοµές και το ∆ΝΤ, πέραν των άλλων προβληµάτων είχε οξύ ζήτηµα υπερπληθυσµού στις φυλακές της.

Σε µια κανονική φάση της ιστορίας και σε µια κανονική χώρα η λύση θα ήταν να χτιστούν περισσότερες, νέες φυλακές και να εκσυγχρονιστούν ή να επεκταθούν όπου αυτό κρινόταν δυνατόν οι υπάρχουσες. Στην προκειµένη όµως περίπτωση η αποσυµφόρηση των φυλακών εξυπηρετήθηκε από τον νόµο 4322/2015. Πιο γνωστό ως νόµο Παρασκευόπουλου, από το όνοµα του εµπνευστή του και υπουργού ∆ικαιοσύνης τότε.

Τι προέβλεπε ο νόµος; Ότι µπορούν να αποφυλακίζονται κρατούµενοι κατά βούληση, χωρίς να λαµβάνεται υπόψη σε συνάρτηση η ποινή τους και το βάρος του εγκλήµατός τους, από δικαστικό σύµβουλο κατά παρέκκλιση του Ποινικού Κώδικα. Σύµφωνα µε τη νοµοθεσία αυτή, ο εγκληµατίας µπορούσε να εκτίσει κάποια χρόνια από την ποινή του και στη συνέχεια να υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης. Ο νόµος αρχικά θα είχε διάρκεια ένα έτος µε στόχο µετρήσιµο την αποσυµφόρηση των φυλακών.

Τους πρώτους οκτώ µήνες, σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία, απελευθερώθηκαν 1.937 φυλακισµένοι και απέµειναν στις φυλακές 9.632. Σύµφωνα µε τον σηµερινό υπουργό ∆ικαιοσύνης, Γ. Φλωρίδη, σε σχόλιά του µετά τη δολοφονία και του πατέρα από τον διαταραγµένο 46χρονο στη Γλυφάδα, «ο νόµος (αυτός του 2015) πήρε χρονική παράταση το 2017 και το 2018, πάλι από την κυβέρνηση Τσίπρα, όπου οι διατάξεις έγιναν ακόµη ευνοϊκότερες για τους εγκληµατίες». Σηµειωτέον ότι λίγο πριν από το τέλος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οριακά µε τις εκλογές όπου επικράτησε η Νέα ∆ηµοκρατία, ψηφίστηκε ένας νέος Ποινικός Κώδικας ο οποίος υιοθετούσε σειρά από λογικές και χαµηλές ποινές ή εναλλακτικές εφαρµογές σωφρονιστικής διαδικασίας εκτός φυλακής που προωθούσαν για µια δεκαετία µε ένταση όχι µόνο οι ιδεοληπτικοί της Αριστεράς, αλλά και σειρά από προβεβληµένους νοµικούς και ποινικολόγους - «υπερασπιστές», στη βάση και επαγγελµατικών σκοπιµοτήτων.

Όλοι αυτοί υποστήριξαν ρυθµίσεις που στην πορεία αποδείχθηκαν πλήρως επικίνδυνες για την ασφάλεια της κοινωνίας. Πολύ ενδιαφέρον όµως έχει και ο απολογισµός που έφερε στη δηµοσιότητα, στη βάση επίσηµων στοιχείων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Μαρινάκης, σύµφωνα µε τον οποίο 15.000 ποινικοί έχουν αποφυλακιστεί κάνοντας χρήση ευνοϊκών ρυθµίσεων του νόµου Παρασκευόπουλου, που σε ένα ποσοστό 80% σύµφωνα µε την Αστυνοµία -επίσηµες ανακοινώσεις- ενεπλάκησαν µετά την απολύτως πρόωρη αποφυλάκισή τους σε βαριά εγκληµατικότητα.

Το Ποινικό ∆ίκαιο αποκαταστάθηκε µε τη µεταρρύθµιση του 2024 επί Νέας ∆ηµοκρατίας, µε τις επικρίσεις των αµετανόητων της Αριστεράς να περισσεύουν. Θα πρέπει να καταλήξουµε σε κάτι θεσµικό και δοµικό. Το κράτος κινείται ενιαία. ∆εν χωρίζονται οι περίοδοι σε τετραετίες διακυβέρνησης. Αν υπάρξει µια λανθασµένη επιλογή, είτε από ιδεοληψίες είτε από καιροσκοπισµό, αφορά την πολιτεία και την κοινωνία στο σύνολό της, διαχρονικά. Για τον λόγο αυτόν το τοξικό ή το κενό κλίµα στον κοινοβουλευτισµό δεν εξυπηρετεί και δεν διασφαλίζει συλλογικά συµφέροντα όπως και αυτά του νόµου και της τάξης.

Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή