Η έρευνα και οι κατηγορίες σε βάρος του για 20 χρόνια προέδρου της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλου, από την Ανεξάρτητη Αρχή για την καταπολέµηση του ξεπλύµατος µαύρου χρήµατος έρχεται να επιβαρύνει την πολιτική εικόνα του ΠΑΣΟΚ σε σχέση µε το «βαθύ» παρελθόν του. Ακόµη και η εξ αντανακλάσεως παραίτηση της Συνηγόρου του Καταναλωτή, επίσης σχεδόν «ισόβιας» κατά το παρελθόν γενικής γραµµατέως στο υπουργείο Εργασίας, Άννας Στρατινάκη, στο ίδιο συντείνει. Το πρόβληµα για το ΠΑΣΟΚ όµως δεν έγκειται µόνο στο βεβαρυµένο παρελθόν, αλλά και στην αδυναµία της ηγεσίας και της επιτελικής οµάδας του να πείσουν στο παρόν ότι το κόµµα αυτό, που κυριάρχησε στην εξουσία της χώρας για δεκαετίες, έχει κάποιο ισχυρό µέλλον. Ο πρόεδρος του κόµµατος, Ν. Ανδρουλάκης, επιµένει ότι ο στρατηγικός και άµεσος εκλογικός στόχος είναι να επικρατήσει, έστω και µε µία ψήφο, της Κεντροδεξιάς Νέας ∆ηµοκρατίας. Αλλά ο στόχος αυτός δείχνει τόσο µαταιόδοξος, που καταλήγει γραφικότητα. Άρα ακυρώνει την ίδια την πολιτική παρουσία του κόµµατος στο παρόν Κοινοβούλιο.

Το ΠΑΣΟΚ είχε την τύχη την προηγούµενη διετία εξαιτίας των πολλαπλών διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ να βρεθεί στην αξιωµατική αντιπολίτευση και στην ηγεσία της Κεντροαριστεράς. Στη φάση αυτή έτυχε της στήριξης σηµαντικών εκδοτικών οµίλων και επιχειρηµατικών κέντρων. Κι όµως, δεν κατόρθωσε να πείσει ούτε µε την παρουσία του, ούτε µε την αντιπολιτευτική του τακτική, ούτε φυσικά µε την πολιτειακή του ευρύτητα. Παρέµεινε ένα κόµµα της τάξης του 12%-15%, όσο κι αν δηµοσκοπήσεις τού έδιναν προσδοκίες να φθάσει το 20%. Ενδεχοµένως το ΠΑΣΟΚ να έχει χάσει την ευκαιρία όταν, στη µετά τις ευρωεκλογές περίοδο, σε µια µακρά διαδικασία εσωκοµµατικών προβληµατισµών και διεργασιών, κατέληξε έπειτα από ανοιχτή εκλογή στην επιβεβαίωση της ηγεσίας του Ν. Ανδρουλάκη. Ενδεχοµένως θα ήταν διαφορετική η τύχη του, σίγουρα το «στίγµα» του, στην περίπτωση που ο επίσης υποψήφιος για την ηγεσία Π. Γερουλάνος πετύχαινε τον στόχο του να ψηφιστεί για την ηγεσία του Κινήµατος.

Αυτό όµως δεν συνέβη για δύο λόγους. Πρώτον, η υποψηφιότητα ∆ιαµαντοπούλου περιόρισε τη δυναµική στην κάλπη του κ. Γερουλάνου, που υπήρξε εντυπωσιακός σε θετικές ψήφους αλλά όχι επαρκής στο να εκλεγεί πρόεδρος. ∆εύτερον, και αυτό είναι εξόχως κρίσιµο και για το µέλλον, το ΠΑΣΟΚ δεν προκαλεί πλέον κάποιον ενθουσιασµό στους πολίτες της Κεντροαριστεράς προκείµενου να συµµετάσχουν µαζικά στις εσωκοµµατικές εκλογές του. Με δεδοµένο ότι ο κ. Ανδρουλάκης διατηρεί µε επάρκεια την επιρροή του στον κοµµατικό µηχανισµό και βάση, επιτυγχάνει την επανεκλογή του όταν τεθεί το δίληµµα αντικατάστασής του. Με τα δεδοµένα αυτά, το ΠΑΣΟΚ είναι µεν ένα ιστορικό κόµµα στον κύκλο της Μεταπολίτευσης, αλλά αποτελεί «βαθύ παρελθόν» ως προς την προοπτική επανένταξής του στον κύκλο διεκδίκησης της διακυβέρνησης. Είναι ένα κόµµα που, όπως και το ΚΚΕ, από τη µια δεν θα εξαφανιστεί, αλλά από την άλλη δεν µπορεί να υπερβεί τον χαρακτήρα ενός «µεσαίου» κοµµατικού σχηµατισµού.

Καθοριστικό για την τύχη του ΠΑΣΟΚ υπήρξε το γεγονός ότι προ δεκαετίας, όταν ανέλαβε την ηγεσία της Νέας ∆ηµοκρατίας ο κ. Μητσοτάκης, σηµαίνοντα στελέχη του εδιάβησαν τον Ρουβίκωνα από την Κεντροαριστερά στην Κεντροδεξιά. Μια σειρά και από σηµερινούς υπουργούς, για να µη µιλήσουµε για γενικούς γραµµατείς και επιτελικά στελέχη, προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ. Πιερρακάκης, Χρυσοχοΐδης, Γεραπετρίτης, Σκέρτσος, Φλωρίδης, Μενδώνη είναι ενδεικτικά ονόµατα. Με τον τρόπο αυτόν απώλεσε ένα σηµαντικό κεφάλαιο από το προφίλ του κόµµατος διακυβέρνησης. Στην παρούσα πλέον φάση το πρόβληµά του θα έρθει από την «κυβερνητική Αριστερά» και την αναδιοργάνωση που επιχειρεί ο πρώην πρωθυπουργός κ. Τσίπρας. Αν χάσει δυνάµεις και προς τα αριστερά του, ύστερα από όσα συνέβησαν στα δεξιά του, τότε το ΠΑΣΟΚ θα επιβεβαιώσει στις επόµενες εκλογές κάτι που ήδη ως ένδειξη καταγράφεται στα focus groups. Θα βρεθεί µεταξύ της τρίτης και πέµπτης εκλογικής θέσης το 2027. 

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή