Ο δρόμος της Αθήνας για την Ουάσινγκτον δεν περνά από πουθενά. Αυτή είναι µια πραγµατικότητα που τη νιώθει η ελληνική ηγεσία. Είναι σαφής η βούληση των Αµερικανών. Ολες οι επαφές που γίνονται, εξελίσσονται, προκύπτουν, είτε στην ενέργεια είτε σε σχέση µε την άµυνα, την ασφάλεια ή τους εξοπλισµούς, έχουν ένα και µόνον διά ταύτα. Οτι Ελληνες και Αµερικανοί συζητούν, συνεργάζονται, συµφωνούν ή διαφωνούν εκ του σύνεγγυς και χωρίς ενδιαµέσους. Η Ελλάδα µπορεί να είναι µέρος του σκληρού πυρήνα του ΝΑΤΟ ή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όµως η αναβαθµισµένη σχέση της µε τις ΗΠΑ αποτελεί απότοκο µιας στρατηγικής που δεν πέρασε από καµιά ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Ούτε, όµως, από την Αγκυρα ανατολικά. Και αυτό έχει τη σηµασία του. Ακόµα και σε καιρούς όπως οι παρόντες, που το γεωπολιτικό διακύβευµα υπόκειται στη συγκυρία και σχετίζεται µε τον ανταγωνισµό των µεγάλων δυνάµεων να αποκτήσουν επιρροή ή ζώνες επιρροής σε ένα γεωστρατηγικό περιβάλλον που η οικονοµία, η ιδιοκτησία, οι επιχειρήσεις ανακατεύονται µε τα ορυκτά και τις ζώνες του πολέµου, µε ενδεχόµενο νέα σύνορα σε ευρύτατες περιοχές. Για να γίνει κατανοητή η νέα πραγµατικότητα µε τις ΗΠΑ, θα πρέπει να δούµε µε επικεντρωµένη προσοχή την παρουσία του υπουργού Αµύνης, κ. ∆ένδια, στις ΗΠΑ τις προηγούµενες ηµέρες. Ο κ. ∆ένδιας βρέθηκε στην Ουάσινγκτον µε αφορµή το Delphi Forum. Σε άλλες περιόδους της ιστορίας θα ήταν µια µονοδιάστατη επίσκεψη, που θα εξαντλείτο στην οµιλία στο συνέδριο και σε επαφές µε οµογενείς. Στην παρούσα φάση της ιστορίας, ο Ελληνας κεντρικός υπουργός, όπως συµβαίνει και µε τον οµόλογό του, άλλωστε, επί των ενεργειακών ζητηµάτων, κ. Παπασταύρου, συναντήθηκε µε τον οµόλογό του υπουργό Πολέµου, κ. Χέγκσεθ, και τον υφυπουργό Αµυντικής Πολιτικής, κ. Κόλµπιν.

Συζήτησαν θέµατα εξοπλισµών, όπως την υλοποίηση της συµφωνίας για τα F-35, για το περιβάλλον και τα πεδία της «Ασπίδας του Αχιλλέα», αλλά και για τη διάρθρωση των Ενόπλων ∆υνάµεων της Ελλάδας στη βάση της επονοµαζόµενης «Ατζέντας 2030». Επίσης, υπήρξε πρόσκληση προς τον Αµερικανό υπουργό να επισκεφθεί την Ελλάδα, που έγινε αποδεκτή. Πέραν του πεδίου της κυβέρνησης, οι επαφές ∆ένδια σχετίζονται µε το Κογκρέσο. Τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Συνοµιλητές του οι κύριοι Μόραν και Ρότζερς, σε µια ατζέντα που ακούµπησε θέµατα που άπτονται της γεωπολιτικής για Ανατολική Μεσόγειο, Αφρική, Μέση Ανατολή και Μαύρη Θάλασσα. ∆εν είναι τυχαία η ευρύτητα των περιοχών. Η «µικρή πλην έντιµος» βαλκανική Ελλάδα έχει πλέον ενδιαφέροντα, σχέσεις και συνεργασίες µε εµπλοκή σε όλα αυτά τα ευρύτατης σηµασίας πεδία. ∆εν µπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί, εξάλλου, τυχαία η επικοινωνία και οι συναντήσεις µε εξέχουσες προσωπικότητες του εβραϊκού λόµπι στην Αµερική. Οι συζητήσεις µε τους κυρίους Ντόιτς και Μακόφσκι δείχνουν την ειδική σχέση πλέον που διατηρούν η Ελλάδα και το Ισραήλ. Οχι µόνον ως προς την κρατική τους υπόσταση και τον περιφερειακό τους ρόλο, αλλά και ως λόµπι και κοινότητες εντός της Αµερικής.

Μια πραγµατικότητα που ενοχλεί ιδιαίτερα την τουρκική δηµόσια διπλωµατία στην προσπάθεια διείσδυσης και επιρροής στις ελίτ των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, προσδίδει βάθος και δυνατότητες στην παρουσία της Ελλάδας στη διαδροµή από την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή µέχρι την Ινδία και την Αφρική. Γιατί η ισχύς της Ελλάδας στη ∆ύση και την Ευρώπη είναι συνάρτηση της παρουσίας και των συµµαχιών της στην Εγγύς Ανατολή. Αλλωστε, το µπλοκ 3+1 (Ελλάδα - Κύπρος - Ισραήλ και ΗΠΑ) έχει πολύ µεγάλη δυναµική και, προπάντων, συνοχή, όσο δύσκολη και απρόβλεπτη κι αν είναι η συγκυρία.

Για να κατανοήσουµε το άλµα στη γεωπολιτική στρατηγική που έχει πετύχει η Ελλάδα µέσα στην τελευταία 15ετία, µε έµφαση, όµως, στην 7ετία, που, πέραν των επιτυχών επιλογών και πολιτικών της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, η Ελλάδα βρίσκεται εκτός µνηµονιακής εµπλοκής, µπορούµε να µείνουµε σε ένα άλλο σηµείο από την τελευταία επίσκεψη ∆ένδια στις ΗΠΑ. Ο Ελληνας υπουργός, που είναι και µεθοδικός χειριστής των διπλωµατικών υποθέσεων της χώρας, από τις προηγούµενες αρµοδιότητές του, έθεσε ένα «τεστ», όπως χαρακτηρίσθηκε, στους Αµερικανούς υψηλούς συνοµιλητές του. Το κατά πόσον τα γεωπολιτικά πλάνα των ΗΠΑ συνδυάζονται µε αυτά της Τουρκίας στο βάθος της επόµενης δεκαετίας ή εικοσαετίας. Είναι µια προσέγγιση που δείχνει την εξέλιξη των διπλωµατικών χειρισµών της χώρας µας σε σχέση µε το όχι και τόσο ένδοξο παρελθόν µας. Οταν οι Ελληνες επίσηµοι πήγαιναν πολύ σπάνια στην Ουάσινγκτον ή δέχονταν επίσηµες επισκέψεις Αµερικανών αξιωµατούχων ή και προέδρων στη χώρα µας και η συζήτηση περιοριζόταν σε µια «γκρίνια» για την Τουρκία, που επιβουλευόταν την εθνική µας επικράτεια. Τόσο προβλεπτοί και βαρετοί τότε. Τόσο πιο σηµαντικοί συνοµιλητές τώρα.

Τα διλήµµατα της Ελλάδας στην παρούσα φάση δεν µοιάζουν µε άλλων ευρωπαϊκών ηγεσιών. Ο επιδέξιος συσχετισµός που καλούµαστε να διαχειριστούµε δεν σχετίζεται µε την Κίνα. ∆εν έχουµε τόσες εξαρτήσεις και φιλοδοξίες στη συνεργασία µας µε το Πεκίνο που να καταντούν εκβιαστικές. Ούτε µε τη Ρωσία, που, αργά ή γρήγορα, µετά το τέλος του πολέµου στην Ουκρανία θα βρεθεί τρόπος να κλείσουν οι «πικρίες». Είτε µέσω Ορθοδοξίας είτε εξαιτίας συγκρουσιακών συσχετισµών άλλων που θα προκύψουν στο πεδίο της Μαύρης Θάλασσας, µε δεδοµένο ότι η Ελλάδα είναι µια ισχυρή ναυτική δύναµη (και πάλι) στη Νότια Ευρώπη.

Το ζήτηµα των αµέσως επόµενων χρόνων είναι στην περίπτωση που η Γερµανία κατορθώσει, είτε µε τις πολλές ταχύτητες είτε µε ένα «νέο Μάαστριχτ», να ποδηγετήσει και να χειραγωγήσει την Ευρώπη ως ενδοχώρα, πώς θα διατηρήσουµε ισχυρή την ειδική σχέση µε την Αµερική; Γιατί η Ουάσινγκτον, όχι µόνον τώρα επί Τραµπ, αλλά και στην όποια συνέχεια, δεν θα επιτρέψει στο Βερολίνο να εξουσιάσει τους Ευρωπαίους εταίρους της. Με άλλα λόγια, ο δρόµος της Ελλάδας για την Ουάσινγκτον δεν θα περάσει από το Βερολίνο, ούτε ως παράκαµψη...

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά