Στις συζητήσεις, το δείπνο και τις διεργασίες της Τρίτης σχετικά µε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπήρξαν τρεις «παίκτες». Ο Ελληνας πρωθυπουργός, κ. Μητσοτάκης, επικεφαλής διευρυµένου κυβερνητικού κλιµακίου εννέα υπουργών, ο Τούρκος πρόεδρος, κ. Ερντογάν, επίσης επικεφαλής αντίστοιχου κυβερνητικού κλιµακίου, και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Βαρθολοµαίος, ο οικουµενικός θρησκευτικός ηγέτης των Ορθοδόξων, ως ένας παράγων «καλών προθέσεων» µεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Ο τελευταίος που συµµετείχε στο δείπνο, όπως άλλωστε και στο προηγούµενο Συµβούλιο Συνεργασίας το 2024, συνοδευόταν από τον φερόµενο και ως υπουργό Εξωτερικών του Πατριαρχείου, Γέροντα Χαλκηδώνος.

Η όλη στρατηγική της αποφυγής των εντάσεων µεταξύ Αγκυρας και Αθήνας ενδιαφέρει υπαρξιακά το Φανάρι, αφού η εντοπιότητα και η εξαρτηµένη σχέση του µε την τουρκική διοίκηση από τη µία και το «βάθος» του ποιµνίου στην ελληνική επικράτεια δηµιουργούν πάντα πιέσεις στις περιόδους έντασης µεταξύ των δυο χωρών. Αντίθετα, δηµιουργεί περιθώρια και πιο «ήρεµα νερά» σε περιόδους αποκλιµάκωσης. Αξιοσηµείωτο το γεγονός της επίσκεψης του Πατριάρχη στην Ουάσινγκτον τον Σεπτέµβριο και των συζητήσεων που είχε και µε τον πρόεδρο Τραµπ, παρουσία του αντιπροέδρου Ντι Βανς. Ο Πατριάρχης Βαρθολοµαίος έχει κάθε λόγο να παρεµβαίνει ως «καλή επιρροή» στην κυβέρνηση της Αθήνας, προκειµένου να λειαίνονται «γωνίες» στη συνεννόηση µε την Τουρκία και να λύνονται «παρεξηγήσεις».

Το υπουργείο Εξωτερικών, που σε επίπεδο ηγεσίας ακολουθεί στάση κατευνασµού και ισορροπίας µε την Αγκυρα ως κεντρική του στρατηγική από το 2023, υποδέχεται, σύµφωνα µε πολύ αρµόδιες πηγές, πάντα µε ιδιαίτερη ευχαρίστηση τις πατριαρχικές «συµβουλές» και παροτρύνσεις. Το Φανάρι, πέραν των άλλων, έχοντας επιδείξει επιθετική στάση στην Ουκρανία, έχει να αντιµετωπίσει τον ρωσικό ανταγωνισµό στα ιστορικά Πατριαρχεία της Ανατολής, προκρίνοντας συγκεκριµένη στρατηγική στο τρίγωνο Ουάσινγκτον - Αγκυρας - Αθήνας, µε άµεσο στόχο και την επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης.

Η Ελλάδα µέχρι το 6ο Ανώτατο Συµβούλιο Συνεργασίας της Τρίτης ακολουθούσε τρία διαφορετικά πεδία στη διεθνή πολιτική. Σε επίπεδο υπουργείου Εξωτερικών, υπό την ηγεσία Γεραπετρίτη - Παπαδοπούλου, κύριο «διά ταύτα» είναι η διατήρηση της αποκλιµάκωσης των εντάσεων µε την Τουρκία και οι πολιτικές µε συνεχή επίκληση του ∆ιεθνούς ∆ικαίου στη «σουνητική» ενδοχώρα της Ανατολής, µε ισορροπίες στο Παλαιστινιακό και σε επίπεδο ΟΗΕ. Στο επίπεδο του υπουργείου Αµύνης, υπό την πολιτική ηγεσία ∆ένδια και των γενικών επιτελείων, πέραν των εξοπλισµών και της αναδόµησης των Ενόπλων ∆υνάµεων στη βάση της «Ατζέντας 2030», εξελίσσεται µια στρατιωτική διπλωµατία µε τους πλέον στενούς συµµάχους, αµερικανικής οπτικής. Παρακάµπτοντας την Αγκυρα και αποκτώντας ισχυρό γεωπολιτικό αποτύπωµα στη συµµαχία «3+1» µε Ισραήλ, Κύπρο, ΗΠΑ και τις συγκλίσεις στην Ανατολή στη βάση των «Συµφωνιών του Αβραάµ» µε τις αραβικές χώρες -ειδικά Αραβικά Εµιράτα, Ιορδανία, Αίγυπτος- και βαθµηδόν την Ινδία. Πλησίον αυτής της στρατηγικής βρίσκεται και η ενεργειακή στρατηγική, που εξελίσσεται υπό την πολιτική ηγεσία του υπουργού κ. Παπασταύρου, που αφορά τις εξορύξεις ή τον Κάθετο ∆ιάδροµο στη βάση του αµερικανικού LNG ως λύση για την Ευρώπη από την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο.

Τα τρία αυτά πεδία αποκτούν συνοχή µέσα από τις διατυπώσεις και τους χειρισµούς του πρωθυπουργού, κ. Μητσοτάκη, σε µια απολύτως συνεπή δυτική στρατηγική, που σχετιζόταν τόσο µε τις ΗΠΑ όσο και µε την Ευρώπη. Η Αθήνα όµως αιφνιδιάσθηκε από την ασυµµετρία της εποχής Τραµπ. Σε επίπεδο πρωθυπουργού κατ’ αρχήν, γιατί, ακριβώς, προέκυψε αυτή η εποχή Τραµπ, που κατά την εκτίµησή του πριν από τις αµερικανικές εκλογές του 2024, όπως διακήρυσσε και στο ελληνικό Κοινοβούλιο, δεν θα µπορούσε να υπάρξει, γιατί οι Αµερικανοί ψηφοφόροι δεν θα το επέτρεπαν. Πέραν αυτού, για τον «φορµαλιστή» κ. Μητσοτάκη αλλά και τα πλέον στενά του επιτελεία είναι «ακατανόητη» η δυναµική της σύγκρουσης µεταξύ Ουάσινγκτον και Βρυξελλών στο δυτικό «µέτωπο». ∆εν έχει λογική η κατάρρευση της οικονοµικής, φιλελεύθερης, «πασιφιστικής» παγκοσµιοποίησης. Απρόβλεπτο και επικίνδυνο τοπίο είναι εξάλλου και ο ανταγωνισµός Ισραήλ -Τουρκίας για µια «νέα τάξη πραγµάτων» στο ανατολικό και το νότιο µέτωπο της Ελλάδας. Η Αθήνα δεν είναι µόνον αµήχανη, όπως και όλοι οι Ευρωπαίοι άλλωστε, αλλά στο τακτικό επίπεδο φοβάται. Οι εφιάλτες από όσα είχαν εξελιχθεί στα τέλη του 19ου αιώνα-αρχές 20ού και µετά στον Μεσοπόλεµο επιστρέφουν και ταράσσουν τα «ήρεµα νερά» στο Μέγαρο Μαξίµου.

Η «θεσµική μνήµη» στην Ελλάδα ύστερα από 70 ή και 50 χρόνια γεωπολιτικής αγκύλωσης δεν δίνει περιθώρια. Πού βρίσκεται η υπέρβαση σε αυτό το περίπλοκο παζλ; Αν η Ελλάδα θεωρηθεί ένα κράτος-fund που δεν εµπλέκεται στο σκληρό πόκερ των ανταγωνισµών ισχύος και απλώς κάνει δουλειές µε όλους στο «δυτικό ηµισφαίριο», ως «µικρός» παίκτης, µήπως ενισχύει την οικονοµική της δεινότητα και ταυτόχρονα δεν είναι «ούτε στο τραπέζι ούτε στο µενού»; Σε ένα τέτοιο σενάριο η Ελλάδα προσοµοιάζει µε Λουξεµβούργο της Ανατολικής Μεσογείου. Εξοπλισµένη στρατιωτικά και ισχυρή λόγω γεωγραφίας, αλλά έκκεντρη. Κάνουµε «δουλειές», αλλά όχι «γεωπολιτική». Αν το σενάριο «βγει», ο κ. Μητσοτάκης -που έκανε αυτήν την επιλογή- θα µείνει πρωθυπουργός. Αν όχι, θα µείνει η Νέα ∆ηµοκρατία κυβέρνηση…

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"