Η γεωπολιτική δεν είναι "στοίχηµα" µιας ημέρας
Άρθρο γνώμης
Υπουργοί και επιχειρηματίες πηγαινοέρχονται σε Αθήνα - Ουάσινγκτον, ενώ η Ελλάδα λογίζεται και στην Ευρώπη ως ισχυρός "παίκτης"
Η Ελλάδα ήταν συνηθισµένη σε τρίτους ρόλους στο διεθνές γίγνεσθαι. Ακόµη και για µέτωπα που αφορούσαν τις ευρύτερες γεωπολιτικές της περιφέρειες. Υπό την έννοια αυτή η λογιζόµενη ως «µεσαία» και µε ιδιαίτερες αναφορές για την αξιακή ταυτότητα της ∆ύσης, στη Νότιο Ευρώπη, τη Βαλκανική και την Ανατολική Μεσόγειο, Ελλάδα δεν είχε καµία ιδιαίτερη σηµασία για τα επιτελεία σχεδιασµού και τις ηγετικές οµάδες αποφάσεων στις πρωτεύουσες των κεντρικών δυνάµεων ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Η συνήθης επικέντρωση της προσοχής των εγχώριων ηγεσιών στην εξωτερική πολιτική κατά κύριο λόγο αφορούσε τον ανταγωνισµό και την ανάσχεση της επιθετικότητας της Τουρκίας. Επίσης σε κρίσιµες ή ρευστές περιόδους της ιστορίας η Ελλάδα είχε προβληµατισµούς για ανακατατάξεις στη βαλκανική «αυλή», όπως συνήθως αναφερόταν.
Διαβάστε: Στον δρόµο για τις εκλογές του 2027
Οι κυβερνήσεις των Αθηνών συνήθως χρησιµοποιούσαν ζητήµατα της εξωτερικής πολιτικής για να δηµιουργούν εντυπώσεις στο εσωτερικό και απέφευγαν να λαµβάνουν θέση σε ζητήµατα αιχµής για να µην εκτεθούν ή ρισκάρουν στο εξωτερικό. Οι κύριες στρατηγικές που καθόρισαν όχι µόνο τη θέση αλλά και την ταυτότητα της χώρας µεταπολεµικά ήταν σε µια πρώτη φάση η ένταξη στο ΝΑΤΟ και έπειτα από κάποιες δεκαετίες προετοιµασίας και διαβουλεύσεων µε τη µόνιµη στήριξη των Γάλλων η ένταξη στην ΕΟΚ. Στη θεσµική µνήµη των πολιτικών ελίτ της Ελλάδας, όχι στην παρούσα φάση αλλά ως προς την παραδοσιακή αντίληψη, κοινός τόπος είναι η επιλογή της αδράνειας και της απουσίας στη διεθνή γεωπολιτική. Αλλά και σε σχέση µε αυτά που µε κάπως µεγαλόπρεπο τρόπο ορίζονται ως «εθνικά θέµατα». Είναι χαρακτηριστικό ότι στις «ιστορικές», λόγω της σπανιότητάς τους, επισκέψεις Αµερικανών επισήµων στη χώρα µας ή αντίστοιχα πρωθυπουργών και υπουργών Εξωτερικών στην Ουάσινγκτον το πρόβληµα ήταν να µη µας πιέσουν για παραχωρήσεις και συµβιβασµούς στα σηµεία, εννοείται, έναντι της Τουρκίας. Ο ίδιος ο λαός των Ελλήνων είχε «εκπαιδευθεί» σε αυτή την ακινησία και ανυπαρξία, θεωρώντας ως εθνική πολιτική την ανιαρή επανάληψη των κοινοτοπιών για τους ξένους ηγέτες ή αξιωµατούχους περί παραποµπής της ελληνοτουρκικής διαφοράς στη Χάγη. ίναι µάλιστα χαρακτηριστικό της στρατηγικής αδράνειας ότι όλα αυτά τα χρόνια, µέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα δεν είχε κάνει σε κανένα µέτωπο -ούτε δυτικά προς την Ιταλία- συµφωνία για επέκταση των ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας ή οικονοµικής εκµετάλλευσης.
Επίσης ότι από τη δεκαετία του 1970 µέχρι το 2011 (νόµος Μανιάτη) ή και πριν από λίγους µήνες δεν προώθησε συµφωνίες µε διεθνείς εταιρείες -κυρίως αµερικανικές- για την έρευνα και την εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός των συνόρων της, ακόµη και πολύ µακριά από τις ζώνες αντιπαράθεσης µε την Τουρκία. «Κρεσέντο» όλης αυτής της σχεδόν µόνιµης γεωπολιτικής θεώρησης διαδοχικών κυβερνήσεων ήταν µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου η ανάδειξη του Σκοπιανού ως δεύτερου κατά σειρά εθνικού κινδύνου µετά τα Ελληνοτουρκικά. Πριν από περίπου 15 χρόνια η Ελλάδα ανέπτυξε βαθµηδόν γεωπολιτική, περιφερειακή στρατηγική.
Όλα ξεκίνησαν από τις κυβερνήσεις συνασπισµού εν µέσω µνηµονίων και δηµοσιονοµικής χρεοκοπίας, στην αρχή δειλά, επί των ηµερών της διακυβέρνησης Τσίπρα, µε παρουσία Πάιατ στην αµερικανική πρεσβεία της Αθήνας, εξελίχθηκε µε περισσότερη πεποίθηση και οργάνωση για να φθάσουµε στη διακυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη πλέον, όπου όλα απέκτησαν όγκο και δυναµική. Οι σχέσεις µε Ισραήλ, Αίγυπτο, Κύπρο ανέδειξαν την ανατολική διαδροµή πριν από το 2018 και τη διακήρυξη περί «Συµφωνιών του Αβραάµ». Οι διµερείς σχέσεις ΗΠΑ - Ελλάδας έγιναν παραγωγικές και ουσιαστικές. Φθάνουµε στο σήµερα, όπου σε µια δηµιουργική κλιµάκωση µιλάµε για Κάθετο ∆ιάδροµο, IMEC, «3+1» νότιο διάδροµο προς την Αφρική µέσω Αιγύπτου και τώρα πλέον και για τις «Συµφωνίες των Εθνών» που προωθεί ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Νετανιάχου. Υπουργοί, αξιωµατούχοι και επιχειρηµατίες πηγαινοέρχονται σε συνεχή βάση στη διαδροµή Αθήνα - Ουάσινγκτον, ενώ η Ελλάδα λογίζεται και στην Ευρώπη φυσικά ως γεωπολιτικός «παίκτης».
Ανάλογα µε το µέγεθος, τις δυνατότητες και τη γεωγραφία της. Μιλώντας για γεωπολιτική, πολλοί από το παρελθόν επιχειρούν να µιλήσουν µηδενιστικά. Ο υπουργός Παπασταύρου εξήγησε στους Έλληνες από την αρχή για παράδειγµα ως προς τον Κάθετο ∆ιάδροµο ότι θα είναι «µαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας». Γιατί η γεωπολιτική δεν είναι ποτέ «στοίχηµα» µιας ηµέρας.
Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή
Διαβάστε: Στον δρόµο για τις εκλογές του 2027
Οι κυβερνήσεις των Αθηνών συνήθως χρησιµοποιούσαν ζητήµατα της εξωτερικής πολιτικής για να δηµιουργούν εντυπώσεις στο εσωτερικό και απέφευγαν να λαµβάνουν θέση σε ζητήµατα αιχµής για να µην εκτεθούν ή ρισκάρουν στο εξωτερικό. Οι κύριες στρατηγικές που καθόρισαν όχι µόνο τη θέση αλλά και την ταυτότητα της χώρας µεταπολεµικά ήταν σε µια πρώτη φάση η ένταξη στο ΝΑΤΟ και έπειτα από κάποιες δεκαετίες προετοιµασίας και διαβουλεύσεων µε τη µόνιµη στήριξη των Γάλλων η ένταξη στην ΕΟΚ. Στη θεσµική µνήµη των πολιτικών ελίτ της Ελλάδας, όχι στην παρούσα φάση αλλά ως προς την παραδοσιακή αντίληψη, κοινός τόπος είναι η επιλογή της αδράνειας και της απουσίας στη διεθνή γεωπολιτική. Αλλά και σε σχέση µε αυτά που µε κάπως µεγαλόπρεπο τρόπο ορίζονται ως «εθνικά θέµατα». Είναι χαρακτηριστικό ότι στις «ιστορικές», λόγω της σπανιότητάς τους, επισκέψεις Αµερικανών επισήµων στη χώρα µας ή αντίστοιχα πρωθυπουργών και υπουργών Εξωτερικών στην Ουάσινγκτον το πρόβληµα ήταν να µη µας πιέσουν για παραχωρήσεις και συµβιβασµούς στα σηµεία, εννοείται, έναντι της Τουρκίας. Ο ίδιος ο λαός των Ελλήνων είχε «εκπαιδευθεί» σε αυτή την ακινησία και ανυπαρξία, θεωρώντας ως εθνική πολιτική την ανιαρή επανάληψη των κοινοτοπιών για τους ξένους ηγέτες ή αξιωµατούχους περί παραποµπής της ελληνοτουρκικής διαφοράς στη Χάγη. ίναι µάλιστα χαρακτηριστικό της στρατηγικής αδράνειας ότι όλα αυτά τα χρόνια, µέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα δεν είχε κάνει σε κανένα µέτωπο -ούτε δυτικά προς την Ιταλία- συµφωνία για επέκταση των ζωνών εθνικής δικαιοδοσίας ή οικονοµικής εκµετάλλευσης.
Επίσης ότι από τη δεκαετία του 1970 µέχρι το 2011 (νόµος Μανιάτη) ή και πριν από λίγους µήνες δεν προώθησε συµφωνίες µε διεθνείς εταιρείες -κυρίως αµερικανικές- για την έρευνα και την εξόρυξη υδρογονανθράκων εντός των συνόρων της, ακόµη και πολύ µακριά από τις ζώνες αντιπαράθεσης µε την Τουρκία. «Κρεσέντο» όλης αυτής της σχεδόν µόνιµης γεωπολιτικής θεώρησης διαδοχικών κυβερνήσεων ήταν µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου η ανάδειξη του Σκοπιανού ως δεύτερου κατά σειρά εθνικού κινδύνου µετά τα Ελληνοτουρκικά. Πριν από περίπου 15 χρόνια η Ελλάδα ανέπτυξε βαθµηδόν γεωπολιτική, περιφερειακή στρατηγική.
Όλα ξεκίνησαν από τις κυβερνήσεις συνασπισµού εν µέσω µνηµονίων και δηµοσιονοµικής χρεοκοπίας, στην αρχή δειλά, επί των ηµερών της διακυβέρνησης Τσίπρα, µε παρουσία Πάιατ στην αµερικανική πρεσβεία της Αθήνας, εξελίχθηκε µε περισσότερη πεποίθηση και οργάνωση για να φθάσουµε στη διακυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη πλέον, όπου όλα απέκτησαν όγκο και δυναµική. Οι σχέσεις µε Ισραήλ, Αίγυπτο, Κύπρο ανέδειξαν την ανατολική διαδροµή πριν από το 2018 και τη διακήρυξη περί «Συµφωνιών του Αβραάµ». Οι διµερείς σχέσεις ΗΠΑ - Ελλάδας έγιναν παραγωγικές και ουσιαστικές. Φθάνουµε στο σήµερα, όπου σε µια δηµιουργική κλιµάκωση µιλάµε για Κάθετο ∆ιάδροµο, IMEC, «3+1» νότιο διάδροµο προς την Αφρική µέσω Αιγύπτου και τώρα πλέον και για τις «Συµφωνίες των Εθνών» που προωθεί ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Νετανιάχου. Υπουργοί, αξιωµατούχοι και επιχειρηµατίες πηγαινοέρχονται σε συνεχή βάση στη διαδροµή Αθήνα - Ουάσινγκτον, ενώ η Ελλάδα λογίζεται και στην Ευρώπη φυσικά ως γεωπολιτικός «παίκτης».
Ανάλογα µε το µέγεθος, τις δυνατότητες και τη γεωγραφία της. Μιλώντας για γεωπολιτική, πολλοί από το παρελθόν επιχειρούν να µιλήσουν µηδενιστικά. Ο υπουργός Παπασταύρου εξήγησε στους Έλληνες από την αρχή για παράδειγµα ως προς τον Κάθετο ∆ιάδροµο ότι θα είναι «µαραθώνιος και όχι αγώνας ταχύτητας». Γιατί η γεωπολιτική δεν είναι ποτέ «στοίχηµα» µιας ηµέρας.
Δημοσιεύτηκε στην Απογευματινή
En