Αν θελήσει κάποιος να προσδιορίσει ένα στρατηγικό λάθος στην οµάδα Τραµπ, αυτό θα ήταν ότι, εξαιτίας της σύνθεσής της από επιχειρηµατίες, και µάλιστα πολλούς του real estate ή των τεχνολογιών, έχει µια δοµική αδυναµία στον τρόπο που χειρίζεται τη διεθνή πολιτική της µόνης «αυτοκρατορίας» από την πλευρά της ∆ύσης. Τα deals προηγούνται της γεωπολιτικής. Αυτό δηµιουργεί µια αναρχία πραγµατικότητας, αλλά και σχεδιασµού. Γιατί η γεωπολιτική ορίζει το πλαίσιο και τελικά την αρχιτεκτονική πάνω στην οποία εξελίσσονται τα deals. Στην προκειµένη περίπτωση, σε σχέση µε τις ΗΠΑ δεν νοείται ποιος είναι ο ορισµός της «δέσµευσης» της ∆ύσης. Ολοι συναλλάσσονται µε όλους. Για παράδειγµα, στην Ευρώπη και µε αφορµή τις διαφωνίες κεντρικών ευρωπαϊκών δυνάµεων, όπως και των Βρυξελλών, µε τις ΗΠΑ στις προδιαγραφές µιας ειρήνης στην Ουκρανία, αλλά και στις παρεξηγήσεις που δηµιούργησε η επιθετική τακτική της Ουάσινγκτον στο ζήτηµα της στρατιωτικής αξιοποίησης της Γροιλανδίας, έχει σπάσει η συνοχή στον «πυρήνα» της ∆ύσης.

Βλέπουµε διαδοχικά οι ηγεσίες των τριών κεντρικών δυνάµεων της Ευρώπης -της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερµανίας- να επισκέπτονται σε διµερή βάση το Πεκίνο και να συµφωνούν σε µια σειρά θεµάτων αµοιβαίου οικονοµικού ενδιαφέροντος σε βάση «ισότητας και σεβασµού», αν δούµε το πλαίσιο, για παράδειγµα, της κατάληξης των συζητήσεων εκεί του καγκελάριου Μερτς. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές δυνάµεις συµφωνούν σε µια σειρά θεµάτων µε τις ΗΠΑ, όταν δεν συγκρούονται για τους δασµούς, όπου, για παράδειγµα, στο ζήτηµα των τεχνολογιών, της ασφάλειας και των λιµανιών λαµβάνουν από κοινού µέτρα ανάσχεσης του κινεζικού «εισοδισµού». Η παραδοσιακή Ευρώπη, µε την έννοια αυτή, κινούµενη από την άµεση αναγκαιότητα να διατηρήσει σε ισορροπία τις οικονοµίες της και σε ατµόσφαιρα πανικού γίνεται απολύτως καιροσκοπική και απροσδιόριστη ως προς τις διεθνείς συµµαχίες της.

Αν κινηθούµε προς τη ∆υτική Ασία, κεντρικές δυνάµεις, όπως η Σαουδική Αραβία, ακόµα και τα Εµιράτα -ας µη µιλήσουµε για την Τουρκία, που έχει ευθείες εξαρτήσεις από την Κίνα και τη Ρωσία-, προχωρούν συµφωνίες και µε τις ΗΠΑ στους διαδρόµους, για παράδειγµα, της ενέργειας, των τεχνολογιών, του εμπορίου και των μεταφορών, αλλά επηρεάζονται και από τους κινεζικούς σχεδιασμούς στη σχέση Δυτικής Ασίας - Κεντρικής Ασίας. Επειδή ο κάθε «παίκτης» κινείται άναρχα σε κάθε κατεύθυνση, επιδιώκοντας πακέτα με deals επιχειρηματικού τελικά χαρακτήρα και ισορροπίας ισχύος ανάμεσα στους κεντρικούς πόλους του παγκόσμιου ανταγωνισμού και, τελικά, του power game, που είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα, δεν συμβάλλει σε ενότητες κρατώνσυμφερόντων και αξιακού πολιτισμού. Αντίθετα, υπολογίζει ότι θα γίνει σεβαστός εφόσον πετύχει να έχει «πόδι σε δύο βάρκες».

Τα deals δημιουργούν διάσπαση, εφόσον δεν εμπίπτουν σε μια γεωπολιτική θεώρηση και αποδοχή ενότητας διά της ισχύος. Η στρατηγική Τραμπ επίσης πατάει σε δύο βάρκες και για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί να γίνει αξιόπιστη. Από τη μια στους τακτισμούς των deals και από την άλλη με την αξιοποίηση του θεσμικού βάθους που υπηρετεί ο υπουργός Εξωτερικών και ταυτόχρονα σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, Ρούμπιο, που επιδιώκει μια γεωπολιτική ενότητα μιας νέας Δύσης των Εθνών.

Η εν λόγω αταξία δεν υποστηρίζει την προοπτική μιας νέας ισχύος της Δύσης, γιατί η γεωπολιτική δημιουργεί τάξη και όρια. Ενώ οι επιχειρηματικές συμφωνίες «έξω από το κουτί», αφού άλλωστε «κουτί» δεν υπάρχει, χάος. Αν ρωτήσεις τις εθνικές ηγεσίες στην Ευρώπη τι κάνουν, θα ισχυριστούν ότι πάνε στην Κίνα σε εθνική βάση πριν τις συζητήσεις Ουάσινγκτον - Πεκίνου γιατί δεν επιθυμούν οι ΗΠΑ να μιλήσουν για λογαριασμό τους εκεί.

Ολα αυτά γίνονται πιο κατανοητά, αν υπολογίσουμε την ελληνική στρατηγική. Αυτή παρακολουθεί μια δυτική γεωπολιτική θεώρηση και ένα περιβάλλον αμιγώς δυτικό. Ακόμα και αν, στην παρούσα φάση, δεν μπορούμε να ορίσουμε τις συντεταγμένες της νέας Δύσης. Ολες οι συμφωνίες που εξελίσσουμε ως Ελλάδα, είτε με τον Κάθετo Διάδρομο είτε με τον IMEC είτε με την έρευνα και τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στην εθνική μας επικράτεια, φυσικά με την 3+1, είτε προς την Αφρική μέσω Αιγύπτου ή Λιβύης, είτε και στη βάση των «3 Θαλασσών» είτε με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, ειδικά με τις διμερείς στρατηγικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ, τα Εμιράτα, την Ιορδανία, τις άλλες αραβικές ηγεσίες και πλέον με την Ινδία, έχουν κοινό γεωπολιτικό αποτύπωμα. Οι επενδύσεις και η συνεργασία για τις τεχνολογίες αιχμής, τα ναυπηγεία, ακόμα και ο ελληνικός εφοπλισμός ή οι κατασκευαστικές, που δεν είναι κρατική υπόθεση, διατηρούν γεωπολιτικό αποτύπωμα. Τα επιχειρηματικά deals παρακολουθούν γεωπολιτική τάξη. Καμία αλλαγή σε αυτό το πρότυπο δεν υπάρχει ούτε και στις αμιγώς ευρωπαϊκές υποθέσεις. Με τον τρόπο, αυτό στη βάση της εθνικοποίησης, επενδύουμε σε μια «νέα τάξη» στη Δύση. Που δεν μπορούμε να την ορίσουμε, αλλά μπορούμε, όπως πράττουμε, να την προεξοφλήσουμε.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"