Ο πόλεµος στο Ιράν µέχρι το καλοκαίρι, αν όχι µέχρι τις 28 Απριλίου, οπότε ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι θεσµικά αναγκασµένος να ζητήσει τη σύµφωνη γνώµη της πλειοψηφίας του Κογκρέσου, θα έχει «προσγειωθεί» στο έδαφος. Οχι στη βάση µαζικών χερσαίων επιχειρήσεων, αλλά σε σχέση µε τις εσωτερικές εξελίξεις στο Ιράν πολιτειακού χαρακτήρα. Οι παρελκόµενες στρατιωτικές συγκρούσεις στα εδάφη του Λιβάνου αλλά και του Ιράκ, όπου επίσης κυριαρχούν στρατιωτικές συγκρούσεις, θα έχουν βρει µια προβλεψιµότητα.

Η δοµική κρίση όµως εντός του ΝΑΤΟ και η διαδικασία της αρχής του τέλους της Ατλαντικής Συµµαχίας, που συνέδεσε µετά το τέλος του Β’ Παγκόσµιου Πολέµου τη στρατιωτική σχέση των ΗΠΑ µε τη ∆υτική Ευρώπη, θα κυριαρχήσουν εντός του καλοκαιριού. Οι εξελίξεις θα έρθουν µε την τακτική Σύνοδο Κορυφής της Συµµαχίας στην Τουρκία, τον Ιούλιο. H ένταση που συσσωρεύεται µε τις απαξιωτικές δηλώσεις του προέδρου Τραµπ προς τις ηγεσίες Γαλλίας και Βρετανίας -Μακρόν και Στάρµερ- σε προσωπικό - πολιτικό επίπεδο, αλλά και ο σχολιασµός της Ουάσινγκτον για την ευρωπαϊκή πλευρά του ΝΑΤΟ ως µια «χάρτινη τίγρη» στην περίπτωση υποβάθµισης ή και τελικής αποχώρησης από τη Συµµαχία των ΗΠΑ, µε τα δεδοµένα που δηµιουργήθηκαν µετά την 28η Φεβρουαρίου και τον πόλεµο εναντίον του καθεστώτος του Ιράν στην Ανατολή, δείχνουν µη αναστρέψιµα.

Η κρίση στις ατλαντικές σχέσεις είχε διαφανεί από προηγούµενα χρόνια και διοικήσεις στην Ουάσινγκτον. Η Αµερική, όχι της εποχής Τραµπ µόνον, αλλά και στη λογική των ∆ηµοκρατικών κατά την προεδρία Μπάιντεν, ακόµα και στην τελευταία φάση της περιόδου Οµπάµα, επιθυµούσε να µοιράσει το κόστος του Οργανισµού αλλά και την ευθύνη της επιχειρησιακής συµµετοχής µε τους Ευρωπαίους εταίρους. Η φρασεολογία και το ύφος των εκκλήσεων µπορεί να διέφεραν, αλλά η ουσία ήταν η ίδια. Για παράδειγµα, ο προγραµµατισµός των αµυντικών δαπανών ανά κράτοςµέλος να φθάνει στο 3%-5% του ΑΕΠ του. Η οργάνωση εκ νέου των ενόπλων δυνάµεων και του εξοπλισµού. Αυτά όµως δεν αποτέλεσαν βάση σοβαρού προβληµατισµού για τις ευρωπαϊκές δυνάµεις, ούτε φυσικά άξονες στις κοινές δηµοσιονοµικές και στρατηγικές επιλογές µέσω των αποφάσεων και των επιλογών της Κοµισιόν.

Οι διαφορές στις δύο πλευρές του Ατλαντικού µεγάλωσαν όταν εισέβαλε η Ρωσία στα εδάφη της Ουκρανίας το 2022 και οι Αµερικανοί με τους Ευρωπαίους ανέλαβαν κοινές δράσεις, εξωφρενικά κοστοβόρες, προκειμένου να στηριχθεί η άμυνα του Κιέβου με όπλα, πληροφορίες και ειδικές δυνάμεις. Αυτό δεν αφορούσε ουσιαστικά το περιβάλλον της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, αλλά έθετε στην ατλαντική συζήτηση το ζήτημα του τέλους των ψευδαισθήσεων στον «πασιφισμό» των Ευρωπαίων, ότι η εποχή των πολέμων, των εξοπλισμών και των στρατηγών είχε τελειώσει για την Ευρώπη με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι συνθήκες οξύνθηκαν το 2025, μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντ. Τραμπ. Ο ρεπουμπλικανισμός του κινήματος MAGA υπήρξε όχι απλώς κριτικός για την Ευρώπη και τις λογικές της, αλλά εξαιρετικά οξύς στο πώς έβαζε τα θέματα στο τραπέζι. Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ένιωσαν προσβεβλημένες από την αμερικανική ρητορική και απολύτως αιφνιδιασμένες από τη στροφή στις επιλογές της Ουάσινγκτον για τη συνέχεια του πολέμου στην Ουκρανία και την αντιμετώπιση της Ρωσίας ως ενδεχόμενης ευρωπαϊκής απειλής παλαιού τύπου.

Το ΝΑΤΟ συγκροτήθηκε με τη Συνθήκη της Ουάσινγκτον στις 4 Απριλίου 1949. Ελάχιστα δηλαδή χρόνια μετά το τέλος του παγκόσμιου πολέμου. Στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου και την εμπέδωση του «σιδηρού παραπετάσματος», κατά Τσόρτσιλ. Ο κεντρικός προσανατολισμός του ήταν η ανάσχεση της τυχόν επέκτασης της Σοβιετικής Ενωσης (Ρωσίας). Κεντρική, ιδρυτικού χαρακτήρα αναφορά ήταν και είναι η ανάγκη συλλογικής άμυνας έναντι της Ρωσίας στη βάση της συνεργασίας ΗΠΑ-Ευρώπης. Αυτό θέλησαν να επαναφέρουν οι Ευρωπαίοι στη βάση του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας και των τυχόν απειλών για την Πολωνία, τις Βαλτικές ή τη Μολδαβία. Αλλά οι ΗΠΑ, με δημόσιο ομοσπονδιακό χρέος που τρέχει στα 38 τρισ. δολάρια, αρνούνται πλέον μια ολική επαναφορά της μεταπολεμικής σχέσης με την Ευρώπη. Που όχι πλέον δεν κείτεται σε ερείπια, αλλά σύμφωνα με την ισχυρή άποψη στις ΗΠΑ έχει συγκροτήσει ευρύ κοινωνικό κράτος και εκλεκτισμό απέναντι στη δική τους βιομηχανία, τεχνολογία ή πρωτογενή παραγωγή, με το όφελος από την επιβάρυνση των οικονομικών των ΗΠΑ για τη δική τους ασφάλεια.

Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η άρνηση κεντρικών δυνάμεων της Ευρώπης -Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Γερμανία, ακόμα και Πολωνία- να εξυπηρετήσουν τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στις μετακινήσεις, τον ανεφοδιασμό ή τα logistics, αλλά και η απροθυμία για συμμετοχή στην ασφάλεια των εμπορικών πλοίων στο Ορμούζ, ενώ εξελίσσονται οι επιθέσεις από την Τεχεράνη, κάνουν το χάσμα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού μη αναστρέψιμο.

Με αφετηρία τη Σύνοδο Κορυφής στην Τουρκία τον Ιούλιο, και εντός του 2027, το πλέον ισχυρό ενδεχόμενο είναι να συμβεί ό,τι δεν συνέβη τη δεκαετία του 1990, όταν διαλύθηκε το στρατιωτικό Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Το ΝΑΤΟ, αν δεν διαλυθεί με απόφαση, μπορεί να απαξιωθεί πλήρως έπειτα από αποστασιοποίηση των Αμερικανών. Και μετά; Οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν μια ολιστική και όχι μόνον στρατιωτική αμερικανική συμμαχία, επιλεκτικά, με ευρωπαϊκά κράτη. Κάτι που δεν θα προβληματίσει την Ελλάδα, με δεδομένη τη στρατηγική και τη στάση της έναντι των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, να ενταχθεί σε αυτήν, εφόσον το αποφασίσει.

Δημοσιεύθηκε στα Παραπολιτικά