Υπάρχουν όλο και περισσότερα ζητήµατα κοινωνικά, µορφωτικά, πολιτιστικά, προσαρµογής στις εφαρµογές της τεχνητής νοηµοσύνης, ακόµη και ποινικά εγκλήµατα, που δεν µπορεί να συνεχισθεί στην Ελλάδα να αντιµετωπίζονται στα πεδία του πολιτικού ανταγωνισµού. Τα κόµµατα θα πρέπει να πάψουν να νιώθουν πολιτικές κερδοσκοπικές εταιρείες, που απασχολούνται αποκλειστικά µε τα ποσοστά της δηµοφιλίας και την επιρροή τους στους πολίτες, µε τα κέρδη και τις ζηµίες τους και να αναλάβουν ευθύνες διαµόρφωσης στον δηµόσιο διάλογο µε αίσθηση εθνικής ευθύνης. Τουλάχιστον στους µη εκλογικούς χρόνους. Με δεδοµένο µάλιστα ότι την τελευταία δεκαετία οι εθνικές εκλογές εξελίσσονται σε τακτική βάση, ανά τετραετία, υφίσταται εύλογος χρόνος, αντί για κοµµατικό «πετροπόλεµο» και ασκήσεις τοξικότητας και εµπάθειας στα social media, να υπάρξει σοβαρότητα στις προτάσεις αλλά και στη συναίνεση που χρειάζεται µια κοινωνία και ένα δηµοκρατικό κράτος για να λειτουργήσει υπέρ των κοινών προτεραιοτήτων των πολιτών.

Φυσικά υφίστανται διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, πολιτικές θεωρήσεις και εµπειρίες. Άλλες σχολές σκέψης ως προς τις λύσεις ή τις διεξόδους σε κάποιο ζήτηµα ή κοινωνικό µέτωπο που έχει προκύψει. Αλλά δεν µπορεί σε µια δηµοκρατική και συγκροτηµένη πολιτεία να λείπουν οι συναινέσεις και οι συγκλίσεις, µε την εθνική κοινότητα να κινείται στη βάση πρόσκαιρων δηµοσκοπικών µετρήσεων για τη δύναµη και τον συσχετισµό της επίδρασης των κοµµάτων στον µεταξύ τους ανταγωνισµό.

Αφορµή για τα παραπάνω σχόλια είναι τα ευρήµατα της διεθνούς έρευνας σε ετήσια βάση του οργανισµού PISA στους µαθητές. Αφορά χώρες του ΟΟΣΑ και τις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα δεδοµένα σηµειώνουµε ότι στην έρευνα PISA 2025 συµµετείχαν 765.000 µαθητές, εκπροσωπώντας συνολικά 33.000.000 µαθητές από 91 χώρες. Αξιολογήθηκαν στις φυσικές επιστήµες, στα µαθηµατικά, στην επίλυση προβληµάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα. Το κύριο πεδίο όµως που θα πρέπει να απασχολήσει στον µέγιστο βαθµό είναι εκείνο της κατανόησης κειµένου. Από την Ελλάδα η συµµετοχή στην έρευνα φέτος ήταν ιδιαίτερα συνεκτική και αντιπροσωπευτική µε τη συµµετοχή 6.858 µαθητών από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσµού των µαθητών στην επικράτεια. Καταγράφεται ως η µεγαλύτερη συµµετοχή από το 2000.

Αφήνοντας τα στοιχεία του ρεπορτάζ, αξίζει υπογράµµισης και διάκρισης η πτώση κατά 16 µονάδες βάσης της δυνατότητας των Ελλήνων µαθητών στην κατανόηση κειµένου. Η µείωση δηλαδή της αντιληπτικής τους ικανότητας. Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να πανικοβάλει αλλά να προβληµατίσει. Γιατί η µείωση αυτή της δυνατότητας συγκέντρωσης να διαβάσω και να κατανοήσω ένα κείµενο δεν είναι ελληνικό φαινόµενο. Αντίθετα παρακολουθεί µια ακόµη πιο επιβαρυµένη πορεία σε µαθητές από τις θεωρούµενες ως πλέον ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως η Φινλανδία, η ∆ανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ , το Χονγκ Κονγκ και άλλες.

Αντίθετα θα πρέπει να αξιολογήσουµε εθνικά πώς η πορεία αυτή θα αναστραφεί. Είναι ζήτηµα δυνατότητας απόκτησης κουλτούρας των νεότερων γενεών από πρωτογενείς πηγές αλλά και λειτουργίας ως προς την κατανόηση να αναστραφεί αυτή η πραγµατικότητα. Άλλωστε στην ίδια έρευνα της PISA δίδεται η ευκαιρία αξιολόγησης της απόδοσης και της εφαρµογής ενός τολµηρού πολιτικά και κυβερνητικά µέτρου που ελήφθη το 2022 από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη και το υπουργείο Παιδείας τότε. Της απαγόρευσης της χρήσης κινητών στο σχολείο. Βλέπουµε ότι το µέτρο εφαρµόζεται κανονικά και οι όποιες αρχικές αντιδράσεις από τους µαθητές όχι µόνον έχουν ξεπερασθεί αλλά και έχουν δώσει τα περιθώρια µιας νέας κανονικότητας απεξάρτησης των εφήβων και των µαθητών από το κινητό τους και την ψηφιακή επικοινωνία. Το γεγονός ότι η Τουρκία ως εκπαιδευτικό σύστηµα βρίσκεται στη 19η θέση παγκοσµίως σύµφωνα µε τη συγκεκριµένη αξιολόγηση, ενώ η Ελλάδα στην 47η, δεν αποτελεί µόνον ένα χαστούκι στην εθνική µας αλαζονεία ως συνέχεια των Ελλήνων, αλλά και µια αφορµή για συνέχιση και κλιµάκωση των εθνικών προσπαθειών για βελτίωση της κουλτούρας των παιδιών και των εφήβων.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή