Και άλλες φορές από αυτήν εδώ τη θέση έχουµε επισηµάνει την υποβάθµιση του επιπέδου της Βουλής. Και όχι µόνο, αλλά και το επίπεδο αυτών που θέλουν να λένε ότι εκπροσωπούν το πολιτικό σύστηµα της χώρας. Ενώ οι είσοδοι νέου αίµατος στην πολιτική, εξ όσων τουλάχιστον βλέπουµε, δεν γεννούν κάποιου είδους αισιοδοξία. Θα πει κανείς ότι παντού στον κόσµο, όπου και αν γυρίσει το βλέµµα του, θα δει ανάλογη υποβάθµιση της πολιτικής ως εργαλείου λειτουργίας των ∆ηµοκρατιών, αρχής γενοµένης από την ηγέτιδα δύναµη του δυτικού κόσµου.

Παρακολουθώντας κανείς συγκεκριµένες συνεδριάσεις της Βουλής -τις οποίες σκοπίµως προβάλλουν οι τηλεοπτικές εκποµπές για να δείξουν την κατάπτωση του πολιτικού λόγου και κατ’ επέκταση του κοινοβουλευτισµού-, δεν µπορεί παρά να µελαγχολήσει για το επίπεδο. Χωρίς να σηµαίνει ότι και εκτός Κοινοβουλίου πολλοί που καµώνονται τους πολιτικούς µε φιλοδοξία να µπουν στη Βουλή κάποια στιγµή, αλλά και να κυβερνήσουν κιόλας, δεν επιβεβαιώνουν µε τη στάση και τον λόγο τους την κατάπτωση αυτή. Υπάρχει ένα βιβλίο που αφορά την υπονόµευση της ∆ηµοκρατίας, µε τίτλο «Πώς οι ∆ηµοκρατίες εξαφανίζονται», το οποίο έχει γράψει ο Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ. Για το βιβλίο του αυτό και το συγκεκριµένο θέµα έχει λάβει συγκεκριµένη αφορµή, αλλά δυστυχώς υπάρχουν πολλές µέθοδοι στις κοινωνίες και στο πολιτικό σύστηµα που όντως µπορούν να συµβάλουν στην εξαφάνιση µιας ∆ηµοκρατίας.

Όπως αναφέρει ο Ρεβέλ: «Ο δηµοκρατικός πολιτισµός είναι ο πρώτος στην ιστορία ο οποίος παραδίδεται χωρίς να υπάρχει λόγος στη δύναµη που εργάζεται για την καταστροφή του… Η ∆ηµοκρατία από τη φύση της στρέφεται προς το εσωτερικό. Απασχολείται λόγω κλίσεως µε την υποµονετική και ρεαλιστική βελτίωση της ζωής στην κοινωνία… Η ∆ηµοκρατία έχει την τάση να υποτιµά και µάλιστα να αγνοεί ως ψευδείς τις απειλές που στρέφονται εναντίον της, σε τέτοιο σηµείο ώστε να απεχθάνεται να πάρει τα κατάλληλα µέτρα για να τις αντιµετωπίσει… Ενώ ο ολοκληρωτισµός εκκαθαρίζει κάθε εσωτερικό εχθρό ή κονιορτοποιεί κάθε υποψία αντιδράσεως που τον αφορά, µε µέσα απλά και αλάνθαστα επειδή είναι αντιδηµοκρατικά, η ∆ηµοκρατία δεν µπορεί να αµυνθεί παρά νωθρότατα… Ο εσωτερικός εχθρός της ∆ηµοκρατίας έχει έναν πολύ εύκολο ρόλο να παίξει, επειδή εκµεταλλεύεται το δικαίωµα της διαφωνίας που είναι συµφυές µε την ίδια τη ∆ηµοκρατία…». Και όσον αφορά τη χώρα µας, τα τελευταία χρόνια δεν µιλάµε απλώς για κάποιες διαφωνίες ιδεολογικού περιεχοµένου, πολιτικών µέτρων ή προσανατολισµού αλλά περί µιας τοξικότητας που δηλητηριάζει την κοινωνία ώστε αυτή να θεωρεί λογικό το παράλογο και ορθότητα τη µη κανονικότητα.

Με άλλα λόγια, αυτά που αναφέρει ο Ρεβέλ, τηρουµένων των αναλογιών, αφορούν τα καθηµερινά πλήγµατα που δέχεται από τις διάφορες ακραίες αντιδράσεις µελών του πολιτικού συστήµατος, που παρασύρουν σε ανάλογες αντιδράσεις και διάφορες κοινωνικές οµάδες ευεπίφορες στον λαϊκισµό. Έτσι λοιπόν παρασύρεται µερίδα της κοινωνίας και εκφράζει µία δήθεν λαϊκή αγανάκτηση, την οποία µία πολιτική µερίδα, πάντοτε στην πλευρά της αντιπολίτευσης, εκµεταλλεύεται προκειµένου να συντηρεί ει δυνατόν µια εσωτερική ανωµαλία σε βάρος της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Το είδαµε αυτό στην περίπτωση των αγροτικών κινητοποιήσεων, ενώ το έχουµε παρατηρήσει και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, όταν απαιτούσαν ικανοποίηση αιτηµάτων τους άλλες κοινωνικές οµάδες. Σαφώς και µέσα στις ∆ηµοκρατίες επιτρέπεται η έκφραση αντιρρήσεων και η διεκδίκηση αιτηµάτων. Όµως, από την άλλη πλευρά, η ψυχολογία της µάζας µπορεί να ξελιχθεί σε πολύ επικίνδυνη και µπορεί να παρασύρει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Είναι εξαιρετικά γλαφυρός ο Ελία Κανέτι στο βιβλίο του «Μάζα και Εξουσία». Και πολύ διδακτικός. «Συχνά γίνεται λόγος για τη µανία καταστροφής της µάζας…», γράφει ο Κανέτι. «Η µάζα προτιµάει να καταστρέφει σπίτια και αντικείµενα. Επειδή συχνά τα αντικείµενα αυτά είναι εύθραυστα, όπως τζάµια, καθρέπτες, δοχεία, εικόνες, γυαλικά, έχουµε την τάση να πιστεύουµε πως αυτή η ευθραυστότητα των αντικειµένων είναι που εξερεθίζει τη µάζα για την καταστροφή τους. Είναι βεβαίως σωστό ότι ο θόρυβος της καταστροφής, το σπάσιµο των γυαλικών, το κουδούνισµα των τζαµιών, συµβάλλει σηµαντικά στην απόλαυση αυτή. Μοιάζουν µε τις δυνατές κραυγές ζωής ενός νέου πλάσµατος, µε τις φωνές ενός νεογέννητου. Το γεγονός ότι είναι τόσο εύκολο να προκληθούν αυτοί οι ήχοι αυξάνει τη δηµοτικότητά τους. Όλοι ενώνουν τις φωνές τους και το σπάσιµο είναι το χειροκρότηµα των πραγµάτων…». Μέσα σε τέτοιο πλαίσιο δεν θεώρησε «νόµιµο» άραγε να πει εκείνος ο συνδικαλιστής αγρότης ότι θα κατέβουν µε µπουλντόζες να ξηλώσουν το Σύνταγµα;

∆υστυχώς µερίδα του πολιτικού συστήµατος γίνεται µοιραία η ηθική αυτουργός ακροτήτων που υπερβαίνουν τα όρια των θεµιτών λαϊκών διεκδικήσεων. Οι ακρότητες αυτές επιδιώκεται να συντηρούν την εικόνα µιας δήθεν διάλυσης, που δεν υπάρχει, ενώ και οι τοξικές αντιδράσεις πολιτικών και η χυδαιότητα του λόγου τους, που δρα ισοπεδωτικά στη συνείδηση του κόσµου για όλους τους πολιτικούς, είναι υπονοµευτική, κατά την έννοια που έλεγε ο Ρεβέλ. ∆ιότι όταν «όλοι είναι ίδιοι» σε µία ∆ηµοκρατία, τότε κάτι άλλο έχουν κάποιοι στον νου τους, που καµία σχέση δεν έχει µε αυτήν…

Δημοσιεύτηκε στην "Απογευματινή"