Σε µία εκ των πολλών ερευνών των τάσεων της κοινής γνώµης που είχε διενεργήσει η εταιρεία Alco περί τα µέσα ∆εκεµβρίου, ένας στους δύο πολίτες τασσόταν υπέρ της διενέργειας πρόωρων εκλογών. Τότε ο πρωθυπουργός είχε απορρίψει το ενδεχόµενο αυτό, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Και απορρίπτω οποιαδήποτε συζήτηση για πρόωρες εκλογές επ’ αφορµή µιας δηµοσκοπικής ανάκαµψης. Θυµάµαι ότι αντίστοιχες εισηγήσεις δεχόµουν και επί Covid και είχα πει τότε ότι ο σκοπός µου -και το απέδειξα στην πράξη- είναι να εξαντλήσω τον εκλογικό κύκλο. Και κάτι ακόµα: Εάν το βασικό µας επιχείρηµα σήµερα είναι ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί συγκριτικό πλεονέκτηµα στη χώρα, πώς θα οδηγήσω τη χώρα στους επόµενους µήνες σε πρόωρες εκλογές διακινδυνεύοντας ακριβώς αυτό το επιχείρηµα, το οποίο πράγµατι δείχνει στους πολίτες ότι αυτή η κυβέρνηση µπορεί γρήγορα να πάρει αποφάσεις και να δράσει προς όφελος των Ελλήνων πολιτών;».

Βεβαίως από τον περασµένο ∆εκέµβριο έχουν µεσολαβήσει, όχι απλώς τρεις µήνες, αλλά και γεγονότα, όπως οι δίκες για ΟΠΕΚΕΠΕ και Τέµπη, το περιεχόµενο των οποίων ασφαλώς επηρεάζει µερίδα τουλάχιστον του εκλογικού σώµατος. Οπωσδήποτε µάλιστα το κυµαινόµενο αυτό τµήµα των αναποφάσιστων, πάνω στο οποίο βασίζεται και η εκλογή µιας κυβέρνησης, εν πάση -δε- περιπτώσει ο νικητής των εκλογών.

Σήµερα ο πρωθυπουργός δέχεται εισηγήσεις από στενούς συνεργάτες του (και όχι ως απόρροια δηµοσκοπικών ευρηµάτων) για να προχωρήσει σε εκλογές, καθώς φοβούνται ότι τυχόν εξελίξεις στο τρίπτυχο των θεµάτων που βρίσκονται στις δικαστικές αίθουσες -ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές και σιδηροδροµικό δυστύχηµαµπορεί να έχουν πολιτικό κόστος. Το οποίο θέλουν να προλάβουν ώστε να µην γίνει µεγαλύτερο από αυτό που είναι σήµερα, για µερίδα τουλάχιστον της κοινωνίας.

Όσον αφορά λοιπόν το ενδεχόµενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, µπορεί να ισχύει η θεσµική εµµονή του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά επιπλέον δεν είναι άνευ σηµασίας και το σκεπτικό των σχετικών εισηγήσεων για πρόωρες εκλογές. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ένα ζήτηµα τακτικής, το οποίο δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Και το ζήτηµα αυτό έχει ως εξής:

Όλες οι δηµοσκοπήσεις βγάζουν νικητή των εκλογών, και µάλιστα µε σηµαντική διαφορά, τη Νέα ∆ηµοκρατία. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι εξασφαλίζει -εφόσον δεν αλλάξει το εκλογικό σύστηµα ως προς το µπόνους που παίρνει ο νικητής- την αυτοδυναµία. Επίσης, σηµαίνει ότι µε την πανσπερµία ετερόκλητης ιδεολογίας κοµµάτων, τα οποία -ούτως ή άλλως- κινούνται στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής «κατ’ εντολήν της κοινωνίας», είναι δύσκολο να συγκροτηθεί κυβέρνηση συνεργασίας από την αντιπολίτευση, κατά τη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, στην οποία είναι αναγκασµένος ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας.

Επιπλέον, από την πλευρά κοµµάτων της αντιπολίτευσης έχει εκφραστεί η άρνηση συνεργασίας σε κυβερνητικό επίπεδο µε το κυβερνών κόµµα. Και αν επίσης υπήρχαν κόµµατα πρόθυµα να συνεργαστούν, είναι αυτά µε τα οποία δεν είναι διατεθειµένη να συνεργαστεί η Ν∆ και η ηγεσία της.

Εποµένως, αυτές οι προοπτικές, που είναι ρεαλιστικές, σηµαίνουν ότι η χώρα αρχίζει να µπαίνει σε περιπέτειες ενδεχόµενης ακυβερνησίας. Πράγµα το οποίο επίσης σηµαίνει ότι η χώρα πρέπει να οδηγηθεί σε επαναληπτικές εκλογικές αναµετρήσεις, µέχρις ότου προκύψει είτε αυτοδυναµία είτε κάποιου είδους κυβερνητική συνεργασία, µετά πολλών βασάνων, προοπτική ωστόσο η οποία δεν εξασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα. Τη σταθερότητα δηλαδή που έχει επικαλεστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο παρελθόν.

Αυτές όµως οι πολιτικές εξελίξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, µε ορατό τον κίνδυνο της παρατεταµένης ακυβερνησίας, είναι ένα ατού τακτικής για το κυβερνών κόµµα. Για τους εξής λόγους: Στην παρούσα φάση που υπάρχει σταθερή κυβέρνηση και γι’ αυτό πολιτική σταθερότητα, τµήµα της κοινωνίας έχει την πολυτέλεια να εκφράζει αντιθέσεις εκ του ασφαλούς. Όµως, όταν αρχίσουν τα πολιτικά παρατράγουδα και η χώρα θα έχει εγκαταλείψει την πολιτική σταθερότητα και θα πορεύεται «µε βάρκα την ελπίδα», είναι βέβαιο ότι η κοινωνία θα αναπολήσει τα οφέλη που εξασφάλιζε από το 2019 η σταθερότητα στη χώρα και εποµένως θα κάνει δεύτερες σκέψεις για τις εκλογικές της επιλογές.

Ακόµη και για τους έντονα δυσφορούντες, θα ισχύει «το µη χείρον βέλτιστον». Υπό την έννοια αυτή, έχει κάνει καλό -µε πολιτικά παιδαγωγικό ρόλο- η κυβερνητική ασυναρτησία επί ΣΥΡΙΖΑ που γι’ αυτό άλλωστε ετέθη από την κοινωνία στο περιθώριο, κινδυνεύοντας µάλιστα να εξαϋλωθεί πολιτικά το κόµµα αυτό. Το δίληµµα εποµένως που θα προκύψει από την αδυναµία σχηµατισµού κυβέρνησης, όπως προαναφέρθηκε, θα είναι ένα πλεονέκτηµα στη νεοδηµοκρατική φαρέτρα, στην περίπτωση που ο πρωθυπουργός αποφάσιζε πρόωρες εκλογές.

*Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή του Σαββάτου