Τους τελευταίους μήνες, το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού μετακινείται σταθερά από τη σφαίρα της κοινωνικής οργής προς εκείνη της πολιτικής συζήτησης. Όχι ενδεχομένως επειδή η ίδια το επιδίωξε εξαρχής, αλλά επειδή ένα κομμάτι της κοινωνίας αναζητά μια μορφή αντίδρασης και διαμαρτυρίας σε έναν πολιτικό σχηματισμό που να μην μοιάζει με ό,τι γνώρισε έως τώρα η μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η συζήτηση γύρω από το κόμμα που ετοιμάζει έχει ήδη αρχίσει και μαζί της και η λογική και αναμενόμενη κριτική: δεν υπάρχει πρόγραμμα, δεν υπάρχουν ολοκληρωμένες θέσεις, δεν υπάρχουν απαντήσεις για το σύνολο των μεγάλων ζητημάτων. Η εκτίμηση αυτή, αυστηρά τεχνοκρατικά, δεν είναι λανθασμένη. Προφανώς ως τώρα τουλάχιστον δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα από όλα αυτά. Όμως δεν εξηγεί το φαινόμενο Καρυστιανού όπως μέχρι τώρα εκφράζεται δημοσκοπικά. Όσοι δηλώνουν πρόθυμοι να στηρίξουν το εγχείρημά της δεν το αξιολογούν ως ένα ακόμη κόμμα που διεκδικεί την κυβερνητική επάρκεια. Το αντιλαμβάνονται ως ένα εργαλείο σύγκρουσης με ένα σύστημα που θεωρούν κλειστό, αυτάρεσκο, άτρωτο και «διεφθαρμένο», όπως το χαρακτηρίζει στις δημόσιες τοποθετήσεις της.

Η ίδια, παρότι αρχικά αρνήθηκε κάθε ενδεχόμενο δημιουργίας κομματικού φορέα, αυτοαναιρείται. Φαίνεται να αποδέχεται πλέον ότι η απήχηση που καταγράφεται δεν είναι συγκυριακή και γι’ αυτό αλλάζει πορεία. Το κεντρικό της αφήγημα δεν επιχειρεί να αγκαλιάσει τα πάντα. Εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην απόδοση δικαιοσύνης για την υπόθεση των Τεμπών και επεκτείνεται σε κάτι ευρύτερο: στην τιμωρία όσων ζημίωσαν το Δημόσιο, στην κατάσχεση περιουσιών, ακόμη και στη φυλάκιση πολιτικών προσώπων ανεξαρτήτως αξιώματος. Υπουργοί, πρώην πρωθυπουργοί, κορυφαίοι παράγοντες δεν εξαιρούνται από το κάδρο. Καθόλου τυχαία άλλωστε, η ίδια -απαξιώνοντας τα ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά- διερωτήθηκε: «Πού είναι το κακό να συνταχθώ σε ένα κίνημα πολιτών χωρίς κομματικό πρόσημο;».

Το μήνυμα αυτό βρίσκει ευήκοα ώτα σε ανθρώπους που εδώ και χρόνια αισθάνονται ότι η πολιτική εξουσία λειτουργεί με κανόνες διαφορετικούς από εκείνους της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Το άρθρο 86 του Συντάγματος αποτελεί, στη συνείδησή τους, σύμβολο αυτής της ασυλίας. Ο νόμος περί ευθύνης υπουργών που στην πραγματικότητα έτσι όπως λειτουργεί -ακόμα και βελτιωμένος σε σχέση με το παρελθόν- οδηγεί στην ατιμωρησία ή σε ποινές-χάδι. Προφανώς πρόκειται για πολίτες που πλήττονται από την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και το κόστος της ενέργειας, αλλά δεν ιεραρχούν αυτά ως το υπ’ αριθμόν ένα πολιτικό διακύβευμα.

Γι’ αυτούς, προέχει η τιμωρία. Δεν τους ενδιαφέρει τι θα ειπωθεί για την ΑΟΖ ή για κοινωνικά ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών και η υιοθεσία παιδιών από αυτά. Η ψήφος τους δεν είναι προγραμματική, αλλά ξεκάθαρα τιμωρητική. Είναι μια ψήφος-μομφή απέναντι σε όσους θεωρούν ότι τους εξαπάτησαν, συγκάλυψαν ευθύνες και δεν λογοδότησαν ποτέ.

Φυσικά, τα ερωτήματα παραμένουν: πώς θα υλοποιηθούν όλα αυτά εντός ενός δεδομένου συνταγματικού και νομικού πλαισίου, με ποιους ανθρώπους και με ποια πολιτική εμπειρία. Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν οι απαντήσεις θα δοθούν πειστικά. Ωστόσο, όσοι σήμερα ανησυχούν πραγματικά από ένα τέτοιο κόμμα, γνωρίζουν πολύ καλά γιατί ανησυχούν. Και ας προσπαθούν ορισμένοι να προσποιηθούν ότι δεν τους αφορά. Ακόμα και αυτό από μόνο του λέει πολλά.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή