Η αύξηση του κατώτατου μισθού τα τελευταία χρόνια αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη. Από το 2019 έως σήμερα ενισχύθηκε συνολικά κατά 41,5% μέσα από έξι διαδοχικές αυξήσεις, ενώ την ίδια περίοδο η ανεργία μειώθηκε αισθητά. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν μια αγορά εργασίας που σταδιακά βελτιώνεται και μια οικονομία που προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις πιο δύσκολες φάσεις. Είναι λογικό, λοιπόν, να προβάλλεται ως επιτυχία. Και πράγματι, πρόκειται για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ωστόσο, όσοι -κυρίως κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές- διαλαλούν δημόσια αυτές τις αυξήσεις σε βαθμό υπερβολικό σε σχέση με το μέγεθός τους, καλό θα ήταν να μπουν για λίγο στη θέση ενός ανθρώπου που ζει με τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ μεικτά, δηλαδή περίπου 772 ευρώ καθαρά. Να μπουν, αν μπορούν βέβαια, στα παπούτσια κάποιου που πρέπει να πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς ενέργειας και επικοινωνίας, μετακινήσεις και βασικές ανάγκες διατροφής, για τον οποίο το ποσό αυτό δύσκολα επαρκεί. Η καθημερινότητα άλλωστε δεν αποτυπώνεται μόνο στα ποσοστά αύξησης του μισθού αλλά και στο τι μένει στο τέλος του μήνα. Ή, ακόμα χειρότερα, στο αν βγαίνει ο μήνας.

Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία ευρωπαϊκών στατιστικών, περισσότεροι από τους μισούς νέους στην Ελλάδα έως 34 ετών εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους. Πολλοί από αυτούς παραμένουν στα ίδια εφηβικά δωμάτια εδώ και χρόνια, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Το υψηλό κόστος στέγασης, σε συνδυασμό με τα περιορισμένα εισοδήματα, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Πού να πάνε να μείνουν;

Πώς να ανταποκριθούν στα έξοδα; Και ποιος θα τους δανειοδοτήσει για να αποκτήσουν έστω ένα μικρό σπίτι, όταν οι προϋποθέσεις παραμένουν τόσο αυστηρές που γίνονται απαγορευτικές ακόμα και για τη σκέψη μιας τέτοιας πιθανότητας;

Η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι θετική, αλλά δεν φτάνει. Απαιτούνται συμπληρωματικές παρεμβάσεις. Πρώτον και σημαντικότερο όλων, η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι εργαζομένων, μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερες αποδοχές και σταθερότερες συνθήκες. Δεύτερον, φορείς της αγοράς τονίζουν την ανάγκη για περαιτέρω μείωση ασφαλιστικών εισφορών ώστε οι επιχειρήσεις να έχουν περιθώριο να αυξήσουν μισθούς. Τρίτον, ενώσεις καταναλωτών ζητούν εντατικότερους ελέγχους στις τιμές βασικών αγαθών και στην αγορά στέγης, όπου οι πιέσεις είναι ασφυκτικές.

Στο πολιτικό επίπεδο, η αντιπολίτευση συχνά επιλέγει τη συνολική αμφισβήτηση των μέτρων, παρουσιάζοντας μια εικόνα που δεν λαμβάνει υπόψη τις θετικές μεταβολές. Υπάρχουν βέβαια και διαφοροποιήσεις. Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, έχει δώσει μεν έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων -όπως όλη η αντιπολίτευση άλλωστε-, αλλά έχει προτείνει και στοχευμένα μέτρα για τη στέγαση, επιχειρώντας να συνδυάσει κριτική με συγκεκριμένες προτάσεις. Και το έχει καταφέρει σε έναν βαθμό. Αυτή η προσέγγιση δείχνει ότι ο δημόσιος διάλογος μπορεί να γίνει πιο ουσιαστικός και αποτελεσματικός κυρίως αν υπάρχει διάθεση από όλα τα μέρη. Την κατάσταση στην αγορά άλλωστε τη βιώνουμε όλοι καθημερινά. Δεν προσφέρεται ούτε για πανηγυρισμούς ούτε για καταστροφολογία. Οι πολίτες γνωρίζουν την πραγματικότητα και θα αξιολογήσουν συνολικά τις πολιτικές. Χρειάζονται λιγότερα λόγια και περισσότερες πράξεις: ενίσχυση εισοδημάτων, μέτρα για τη στέγη και αποτελεσματικός έλεγχος της αγοράς. Αυτή είναι η πρόκληση της επόμενης περιόδου. Για την κυβέρνηση πρωτίστως αλλά και για την αντιπολίτευση επίσης.

Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή