Το στοίχηµα του Κάθετου ∆ιαδρόµου και η ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας
Άρθρο γνώμης
Η κοινωνία είναι πια ώριµη για να αντιληφθεί τι ακριβώς συµβαίνει σε κάθε πτυχή του δηµοσίου βίου και να κρίνει πρόσωπα και καταστάσεις
Όλα αυτά που συµβαίνουν τα τελευταία εικοσιτετράωρα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού µε φόντο την εµπλοκή της Ελλάδας στην ενεργειακή και γεωστρατηγική κοσµογονία, η οποία συντελείται στην ευρύτερη περιοχή, αναδεικνύει σε όλη τους τη διάσταση τα πραγµατικά διακυβεύµατα του µέλλοντος για τη χώρα, καθώς και τα διλήµµατα όχι µόνο των επόµενων εθνικών εκλογών, αλλά και της δεκαετίας που έρχεται. Μέσω των επαφών µε τις ΗΠΑ, των συµφωνιών που έχουν επιτευχθεί ή είναι στα σκαριά, αλλά και του ρόλου που διαδραµατίζουν κορυφαίες ελληνικές επιχειρήσεις, η γωνιά αυτή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου έχει τη µοναδική ευκαιρία να περάσει σε άλλη πίστα και να καταστεί κοµβική για την ισορροπία συνολικά του δυτικού κόσµου.
Οι έρευνες µε την υπογραφή της Chevron, που de facto αναγνωρίζουν την ελληνική κυριαρχία σε µια θαλάσσια ζώνη την οποία η Τουρκία ήθελε σταθερά να γκριζάρει επιστρατεύοντας τη γνωστή αναθεωρητική της επιχειρηµατολογία (µιλάµε στην προκειµένη περίπτωση για τα νότια της Κρήτης), η προώθηση του Κάθετου ∆ιαδρόµου, µε την Ελλάδα να εξελίσσεται στην αφετηριακή βάση (ως πύλη εισόδου του αµερικανικού LNG) από την οποία θα εξαρτώνται εν πολλοίς οι διαδικασίες και οι ζυµώσεις για την ενεργειακή επάρκεια εντός του ευρωπαϊκού εδάφους µε απώτερο στόχο την οριστική απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, και κατ’ επέκταση η οµαλότητα σ’ ένα κοµβικό κοµµάτι της Υφηλίου, που αυτό το διάστηµα «φλέγεται» κυριολεκτικά σε Ανατολή και ∆ύση, δηµιουργούν νέα δεδοµένα για µας.
Όχι µόνο για την ενίσχυση της θέσης µας στο διεθνές διπλωµατικό, ενεργειακό και οικονοµικό πεδίο, αλλά µε την πάροδο του χρόνου για την ίδια την κοινωνία, αφού όσοι θέτουν το… αφελές ερώτηµα «τι θα κερδίσει ο Έλληνας από όλα αυτά», δεν αντιπροσωπεύουν τίποτ’ άλλο, παρά µια προβληµατική νοοτροπία που έχει ξεπεραστεί ήδη από την πραγµατικότητα και τη διαµόρφωση του γενικότερου περιβάλλοντος στη διεθνή σκηνή του σήµερα. Πέραν των όσων έχουν αναλυθεί επαρκώς, σε ό,τι αφορά την πρακτική αξία της υλοποίησης των παραπάνω σχεδιασµών και της ολοκλήρωσης των συγκεκριµένων µετώπων και µάλιστα µε αριθµούς και στοιχεία, ποιος µπορεί να παραγνωρίσει την ασφάλεια που θα εκπέµπει αυτό εδώ το κοµµάτι γης πρώτα απ’ όλα στους ίδιους του τους πολίτες στο πεδίο της καθηµερινότητας και της αναπτυξιακής προοπτικής και στη συνέχεια έναντι κάθε λογής σοβαρού επενδυτή του εξωτερικού ή του εσωτερικού που µέχρι πριν από λίγα χρόνια, το αντιµετώπιζε ως εχθρικό έδαφος; Ως εκ τούτου, νοµίζω πως οποιαδήποτε άλλη θεωρητική συζήτηση για τα προσδοκώµενα κέρδη από τη συµµετοχή του ελληνικού παράγοντα σε αυτές τις διεργασίες, ως του πλέον αξιόπιστου συµµάχου της ∆ύσης στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο είναι προφανώς εκ του περισσού.
Αυτή η εικόνα είναι βεβαίως της µιας Ελλάδας. Γιατί υπάρχει και µία άλλη που αντιστέκεται πεισµατικά. Η Ελλάδα των κοινοβουλευτικών συζητήσεων επιπέδου παλαιού πεζοδροµίου, η Ελλάδα της παρωχηµένης µορφής του συνδικαλισµού που απαγορεύει στον εκάστοτε υπουργό Υγείας να εισέλθει σ’ ένα από τα µεγαλύτερα νοσοκοµεία της χώρας, αλλά και η οπτική γωνία του µικροκοµµατισµού µε την οποία ουκ ολίγοι εκπρόσωποι του πολιτικού κόσµου, κυβερνητικοί και µη αντιλαµβάνονται την ενασχόλησή τους µε τα κοινά. Η κοινωνία είναι πια ώριµη για να αντιληφθεί τι ακριβώς συµβαίνει σε κάθε πτυχή του δηµοσίου βίου και να κρίνει πρόσωπα και καταστάσεις.
Από το αν πρέπει να παρέµβει η Αστυνοµία σ’ ένα συµβάν που µυρίζει… µπαρούτι µέχρι και το τι επιδιώκουν όλοι εκείνοι που στήνουν αυτά τα σκηνικά. Αντιλαµβάνεται όµως και τις στιγµές που κάποιος επιχειρεί να βάλει σε άλλη διάσταση τη σχετική κουβέντα στοχεύοντας σε συγκεκριµένα ακροατήρια. Τότε ή χάνει το όποιο δίκιο έχει, είτε εξισώνεται ασυνείδητα µε αυτούς που ξορκίζει. Και τότε είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι. Ας φροντίσουν, λοιπόν, οι κυβερνητικοί να δώσουν έµφαση στο µέλλον και στα µεγάλα. Η διατήρηση των παιδικών ασθενειών του παρελθόντος δεν τους ωφελεί αν θέλουν πραγµατικά να καταστήσουν κατανοητό το δίληµµα των επόµενων εκλογών και να έχουν το ηθικό και πολιτικό έρεισµα να το υπερασπιστούν.
Δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή
En