Γιώργος Τσουρής: Από τη Λευκωσία, στην Αθήνα και από τη σκηνή του "Άνεσις" στο πλατό του Γιώργου Κουβαρά (Βίντεο)
Όλα όσα δήλωσε
Ο Γιώργος Τσουρής είναι τρίτη γενιά ηθοποιών και αναφέρεται στις «ρίζες» του - Η έμπνευση από μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς και οι μουσικοί του ήρωες
Ο Γιώργος Τσουρής είναι ηθοποιός και συγγραφέας, με σταθερή παρουσία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Στην εκπομπή «Μίλησε μου» ξεδίπλωσε πτυχές της διαδρομή του, της σχέση του με τη γραφή, την υποκριτική και τη μουσική, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την τέχνη σήμερα. Η αφορμή του τετ-α-τετ με τον Γιώργο Κουβαρά, ήταν η συμμετοχή του στην παράσταση «Τζόνι Μπλε» που παρουσιάζεται στο θέατρο Άνεσις. Η κουβέντα όμως «ξέφυγε» γρήγορα από τα στενά όρια μιας απλής συνέντευξης και ανοίγει σε ζητήματα ουσίας.
Στο βίντεο που ακολουθεί μιλάει για τις ρίζες του και στο γεγονός ότι προέρχεται από οικογένεια με μακρά θεατρική παράδοση, καθώς είναι η τρίτη γενιά ηθοποιών. Μιλά για τις λαϊκές καταβολές που τον διαμορφώνουν και τον τρόπο που αυτές περνούν τόσο στην υποκριτική όσο και στη συγγραφική του δουλειά. Για τον ίδιο, το θέατρο που τον ενδιαφέρει είναι ένα θέατρο ζωντανό, άμεσο, που επικοινωνεί χωρίς φίλτρα με το κοινό. Περιγράφει τη γραφή του ως μια διαδικασία που δεν γίνεται σε απομόνωση, αλλά σε συνεχή διάλογο με ανθρώπους που εμπιστεύεται, τονίζοντας τη σημασία της ανταλλαγής και της συλλογικότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δραματουργικές του επιρροές. Ο Γιώργος Τσουρής εξηγεί ότι δεν αντλεί έμπνευση τόσο από πρόσωπα του περιβάλλοντός του, όσο από μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς, πάνω στους «ώμους» των οποίων, όπως λέει, πατά για να προσπαθήσει να δει κάτι δικό του. «Σκιαγραφεί» τους χαρακτήρες που γράφει, οι οποίοι κουβαλούν παρελθόν και ίχνη ζωής, και για την ανάγκη να υπάρχει σεβασμός στο έργο, ειδικά όταν αυτό ανεβαίνει από άλλους θιάσους.
Η συζήτηση περνά και στη μουσική, που υπήρξε κομμάτι της ζωής του από μικρή ηλικία. Αναφέρεται στις συναντήσεις και τις επιρροές από σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, αλλά και στους μουσικούς ήρωές του, από τον Ζαμπέτα μέχρι τον Χατζιδάκι. Αποκαλύπτει όμως και τις νεότερες μουσικές αναφορές που τον συγκινούν, ακόμη κι αν δεν ανήκαν αρχικά στον δικό του κόσμο.
Τέλος, ο δημοφιλής ηθοποιός τοποθετείται για τη θέση της τέχνης στην Ελλάδα, τη δυσκολία του εμπορικού θεάτρου, την ανάγκη στήριξης του πολιτισμού και τη σχέση του με τον τουρισμό. Με ρεαλισμό αλλά και αγάπη για το αντικείμενό του, μιλά για το παρόν και το μέλλον του, χωρίς βεβαιότητες, αλλά με πίστη στη δουλειά και στην αξία της τέχνης ως κομμάτι της κοινωνίας.
Στο βίντεο που ακολουθεί μιλάει για τις ρίζες του και στο γεγονός ότι προέρχεται από οικογένεια με μακρά θεατρική παράδοση, καθώς είναι η τρίτη γενιά ηθοποιών. Μιλά για τις λαϊκές καταβολές που τον διαμορφώνουν και τον τρόπο που αυτές περνούν τόσο στην υποκριτική όσο και στη συγγραφική του δουλειά. Για τον ίδιο, το θέατρο που τον ενδιαφέρει είναι ένα θέατρο ζωντανό, άμεσο, που επικοινωνεί χωρίς φίλτρα με το κοινό. Περιγράφει τη γραφή του ως μια διαδικασία που δεν γίνεται σε απομόνωση, αλλά σε συνεχή διάλογο με ανθρώπους που εμπιστεύεται, τονίζοντας τη σημασία της ανταλλαγής και της συλλογικότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις δραματουργικές του επιρροές. Ο Γιώργος Τσουρής εξηγεί ότι δεν αντλεί έμπνευση τόσο από πρόσωπα του περιβάλλοντός του, όσο από μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς, πάνω στους «ώμους» των οποίων, όπως λέει, πατά για να προσπαθήσει να δει κάτι δικό του. «Σκιαγραφεί» τους χαρακτήρες που γράφει, οι οποίοι κουβαλούν παρελθόν και ίχνη ζωής, και για την ανάγκη να υπάρχει σεβασμός στο έργο, ειδικά όταν αυτό ανεβαίνει από άλλους θιάσους.
Η συζήτηση περνά και στη μουσική, που υπήρξε κομμάτι της ζωής του από μικρή ηλικία. Αναφέρεται στις συναντήσεις και τις επιρροές από σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, αλλά και στους μουσικούς ήρωές του, από τον Ζαμπέτα μέχρι τον Χατζιδάκι. Αποκαλύπτει όμως και τις νεότερες μουσικές αναφορές που τον συγκινούν, ακόμη κι αν δεν ανήκαν αρχικά στον δικό του κόσμο.
Τέλος, ο δημοφιλής ηθοποιός τοποθετείται για τη θέση της τέχνης στην Ελλάδα, τη δυσκολία του εμπορικού θεάτρου, την ανάγκη στήριξης του πολιτισμού και τη σχέση του με τον τουρισμό. Με ρεαλισμό αλλά και αγάπη για το αντικείμενό του, μιλά για το παρόν και το μέλλον του, χωρίς βεβαιότητες, αλλά με πίστη στη δουλειά και στην αξία της τέχνης ως κομμάτι της κοινωνίας.
En