Έχει καταφέρει να γίνει πολύ αγαπητός σε ένα κοινό που κρατά συνήθως αποστάσεις, τους νέους ανθρώπους. Να έχει δεκάδες χιλιάδες ακολούθους στα social media και στις ομιλίες του ανά την Ελλάδα να γίνεται το αδιαχώρητο. Στις σελίδες των βιβλίων του, 13 στον αριθμό μέχρι σήμερα, έχουν βρει γαλήνη και δύναμη εκατοντάδες άνθρωποι. Ο π. Λίβυος μιλά «Στη Στροφή» και τη Σοφία Τουντούρη για όσα συνήθως αποφεύγουμε: τον πόνο, το τραύμα, τη χαρά, τη βία της εποχής και τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων.

Ο λόγος του είναι βιωματικός και δεν βρίσκει απήχηση επειδή υπόσχεται λύσεις, αλλά επειδή τολμά να σταθεί με αλήθεια μέσα στην αβεβαιότητα. Να μιλήσει για τη ρωγμή. Για εκείνο το σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να νιώθει παντοδύναμος και αρχίζει, για πρώτη φορά, να είναι αληθινός.

Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, όπως είναι το όνομά του, γεννήθηκε στη νότια Κρήτη. Μεγάλωσε σε μια αριστερή οικογένεια, χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στην Εκκλησία, άκουγε ροκ και heavy metal, έγραφε στίχους και αναζητούσε — όπως τόσοι άλλοι — διέξοδο και νόημα. Το νόημα τελικά το βρήκε στο πρόσωπο του Χριστού και την Εκκλησία, μια συνάντηση που άλλαξε για πάντα τη ζωή του. Τίποτα στην εικόνα εκείνου του νεαρού δεν προμήνυε τον ιερέα που σήμερα γεμίζει αίθουσες και μιλά σε χιλιάδες ανθρώπους.

Το προσωνύμιο «Λίβυος» γεννήθηκε από τον τόπο και τον τρόπο ζωής του. Από τη νότια Κρήτη, από τη γειτνίαση με το Λιβυκό Πέλαγος, από την επιλογή μιας πιο ήσυχης, πιο ουσιαστικής καθημερινότητας. Ένα όνομα που ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, μέσα από τη διαδικτυακή του παρουσία, και τελικά έγινε ταυτότητα.

Στη συζήτηση, ο πατέρας Λίβυος μιλά για τη ζωή χωρίς εξιδανίκευση. «Στη μεγάλη δυσκολία αντιλαμβάνεσαι ότι η ύπαρξη είναι ρευστή και όχι παντοδύναμη», λέει. Και εξηγεί πως η ζωή δεν κινείται γραμμικά, αλλά «πατάει πάνω σε δύο ράγες: της χαράς και της οδύνης». Δεν υπάρχει η μία χωρίς την άλλη. Δεν υπάρχει ωρίμανση χωρίς ρήξη.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον πόνο, όχι ως τιμωρία, αλλά ως εμπειρία που, όσο κι αν δεν την επιλέγουμε, μπορεί να μας οδηγήσει βαθύτερα μέσα μας.
«Ο πόνος σε πηγαίνει σε μονοπάτια της ύπαρξής σου που ποτέ δεν θα πήγαινες μόνος», σημειώνει, υπογραμμίζοντας πως «πίσω από κάθε χαρισματικό άνθρωπο κρύβεται συχνά ένα τραύμα, ένα πένθος, μια απώλεια που άφησε σημάδι».

tountouri-libyos
tount-libuos
tount-lib
strofi-libyos

Με ειλικρίνεια, μιλά και για τις δικές του μάχες: για την κατάθλιψη, για τις ψυχικές δυσκολίες, για εκείνη τη στιγμή που αποφάσισε ότι η ζωή — ακόμη κι αν πονά — δεν αναβάλλεται. «Μία ζωή μου δόθηκε», λέει. «Κι ακόμη κι αν κουτσαίνω, θα τη ζήσω».

Η κουβέντα περνά στις ανθρώπινες σχέσεις και στον σύγχρονο άνθρωπο που, όπως παρατηρεί, ζει συχνά «εγκλωβισμένος στο βλέμμα του άλλου». Σε μια εποχή ταχύτητας, επιφάνειας και φόβου, υπενθυμίζει ότι τίποτα ουσιαστικό δεν χτίζεται χωρίς βάθος. «Χωρίς Σταυρό δεν υπάρχει Ανάσταση», τονίζει. 

Κλείνοντας, ο πατέρας Λίβυος αφήνει μια σκέψη που μοιάζει απλή, αλλά είναι βαθιά ανακουφιστική: να δούμε τη ζωή ως δώρο. Να μην εγκλωβιστούμε στη σοβαροφάνεια που «συντρίβει την ύπαρξη», αλλά να επιτρέψουμε στον εαυτό μας χαρά, ανάσα, ακόμη και λίγη «χαζομάρα».

Ίσως τελικά αυτό να είναι το μυστικό της μεγάλης δημοφιλίας του: δεν μιλά από ψηλά. Μιλά από μέσα. Εκεί όπου όλοι, αργά ή γρήγορα, συναντιόμαστε.