Λίγοι γνωρίζουν ότι πριν από περίπου έναν αιώνα, μια μικρή ομάδα προσφύγων βρέθηκε σε μια αδόμητη τότε περιοχή του Αμαρουσίου, όπου κυριαρχούσαν βοσκοτόπια και καλλιέργειες. Εκεί δημιουργήθηκε ο συνοικισμός που έμεινε γνωστός ως Μαγκουφάνα – μια ονομασία που κουβαλά ιστορικό βάθος και παρεξηγήσεις.

Καθώς η Αθήνα επεκτεινόταν και τα προάστια οργανώνονταν, οι περιοχές αποκτούσαν νέα τοπωνύμια, συνήθως μέσα από τη χρήση της καθημερινής γλώσσας. Ωστόσο, στην περίπτωση της σημερινής Πεύκης, το όνομα δεν προέκυψε αυθόρμητα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οργανώθηκε διαγωνισμός για τη μετονομασία της περιοχής, με στόχο ένα πιο «εύηχο» και θετικό προσδιορισμό. Η πρόταση «Πεύκη» επικράτησε, αντικαθιστώντας τη Μαγκουφάνα, η οποία είχε συνδεθεί για χρόνια με τη φτώχεια και την προσφυγιά.


Μαγκουφάνα: Από τα παραπήγματα στον οργανωμένο συνοικισμό

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οικογένειες Αρμενίων προσφύγων κατέφυγαν όχι μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά και στον τότε αγροτικό Δήμο Αμαρουσίου. Αρχικά εγκαταστάθηκαν πρόχειρα, είτε κοντά στο παλιό Δημαρχείο είτε μέσα στο δάσος της σημερινής Πεύκης. Λίγα χρόνια αργότερα, το κράτος παραχώρησε κλήρους γης, οργανώνοντας επίσημα τον προσφυγικό συνοικισμό το 1929. Εκεί άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα λιθόκτιστα σπίτια με αυλές, σε εκτάσεις που μέχρι τότε φιλοξενούσαν μόνο βοσκήσιμες γαίες.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο πληθυσμός παρέμενε μικρός, όμως με τη Συνθήκη της Λωζάνης αυξήθηκε αισθητά, καθώς έφταναν συγγενείς και νέοι πρόσφυγες. Οι αφηγήσεις παλιών κατοίκων περιγράφουν μια ζωντανή γειτονιά, με έντονη οικογενειακή ζωή και καθημερινή δραστηριότητα. Μέχρι το 1940 ο αριθμός των κατοίκων είχε πολλαπλασιαστεί εντυπωσιακά.


Η ανάπτυξη και η αλλαγή ταυτότητας

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μαρούσι άρχισε να προσελκύει νέους κατοίκους χάρη στο πράσινο και το καθαρό περιβάλλον του. Η λειτουργία λεωφορειακής γραμμής προς το κέντρο της Αθήνας στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και η άφιξη του Ηλεκτρικού ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη σύνδεση της περιοχής με την πρωτεύουσα. Η κοινωνική σύνθεση μεταβλήθηκε, με επιστήμονες, καλλιτέχνες και εύπορους Αθηναίους να εγκαθίστανται εκεί.

Όταν η περιοχή απέκτησε αυτονομία ως κοινότητα, υιοθέτησε και επίσημα το νέο της όνομα, επιδιώκοντας να αποκοπεί από τις παλιές αρνητικές συνδηλώσεις που συνόδευαν τη Μαγκουφάνα.


Ο μύθος και η πραγματική προέλευση του ονόματος

Για χρόνια κυκλοφορούσε μια δραματική ιστορία σύμφωνα με την οποία η ονομασία προερχόταν από μια γυναίκα γνωστή ως «Μαγκούφα Άννα», που υποτίθεται ότι έζησε απομονωμένη στην περιοχή τον 19ο αιώνα. Η αφήγηση αυτή, αν και γοητευτική, δεν έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά και φαίνεται πως λειτούργησε περισσότερο ως λαϊκός μύθος.

Η επικρατέστερη εκδοχή συνδέει το όνομα με τον Θεόδωρο Μαγκαφά, βυζαντινό αξιωματούχο στη Μικρά Ασία. Οι απόγονοί του εγκαταστάθηκαν στην Αττική κατά την οθωμανική περίοδο και έλαβαν εκτάσεις γης προς εκμετάλλευση, μεταξύ των οποίων και η περιοχή που σήμερα αντιστοιχεί στην Πεύκη. Από εκεί φαίνεται να προέκυψε και η παλαιά ονομασία Μαγκουφάνα.