Σε ένα μοναστήρι στη γη της Λέσβου, εκεί όπου μαρτύρησε ο Άγιος Ραφαήλ, οι πιστοί καταφθάνουν καθημερινά για να προσευχηθούν. Πρόκειται για ένα μοναστήρι γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο, χτισμένο λίγο πιο πάνω από τη Λουτρόπολη της Θερμής, στον λόφο των Καρυών - έναν τόπο «αιματοβαμμένο» με βαριά ιστορία. Στο ντοκιμαντέρ των Παραπολιτικών ακολουθούμε τα ίχνη της ζωής του Αγίου Ραφαήλ, φωτίζοντάς τα μέσα από σύγχρονες μαρτυρίες πιστών.

Η ιστορία της μονής, που σήμερα προσελκύει προσκυνητές από κάθε γωνιά του κόσμου, ξεκινά πολλούς αιώνες νωρίτερα. Την εποχή που ηγουμένη ήταν η Αγία Ολυμπία, στο μοναστήρι ζούσαν περίπου 30 μοναχές. Το 1235, ωστόσο, οι Σαρακηνοί κατέστρεψαν τη μονή και βασάνισαν μέχρι θανάτου τις μοναχές. Πάνω στα ερείπια, μια ευσεβής γυναίκα, η Μελπομένη, έκτισε το 1433 νέο μοναστήρι, εκπληρώνοντας το τάμα της προς την Παναγία για τη θαυματουργική ίαση του παιδιού της. Σε αυτή τη μονή έμελλε να ζήσει για εννέα ειρηνικά χρόνια ο Άγιος Ραφαήλ.

Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, το κοσμικό όνομα του Αγίου Ραφαήλ ήταν Γεώργιος Λασκαρίδης. Μεγάλωσε σε οικογένεια με ισχυρή χριστιανική παιδεία και έλαβε σπουδαία μόρφωση. Χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης και υπηρέτησε ως αρχιερέας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, ενώ στη συνέχεια στάλθηκε σε ιεραποστολή στη Γαλλία. Εκεί γνώρισε τον νεαρό σπουδαστή Νικόλαο, ο οποίος σύντομα ακολούθησε τον μοναχικό βίο και έγινε αχώριστος συνοδοιπόρος του.

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι δυο τους αναχώρησαν από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης με προορισμό τη Λέσβο, η οποία τότε παρέμενε ελεύθερη. Με ένα πλοιάριο αποβιβάστηκαν στο λιμανάκι της Θερμής και αναζήτησαν ένα ησυχαστήριο για να μονάσουν. Ανεβαίνοντας στις Καρυές, επαναλειτούργησαν ένα παλαιό ερειπωμένο μοναστήρι, όπου έζησαν μέχρι το 1463.

Την περίοδο εκείνη, ξέσπασε εξέγερση κατά των Τούρκων στη Μυτιλήνη και πολλοί χριστιανοί κατέφυγαν στο μοναστήρι για να προστατευθούν. Οι Τούρκοι τούς εντόπισαν και ξεκίνησε το μαρτύριο του Αγίου Ραφαήλ. Τη Μεγάλη Πέμπτη ο Άγιος λειτούργησε για τελευταία φορά. Τη Μεγάλη Παρασκευή συνελήφθη μαζί με τον διάκονο Νικόλαο, τον δάσκαλο Θεόδωρο και τον προεστό Βασίλειο, πατέρα της δωδεκάχρονης Αγίας Ειρήνης. Υποβλήθηκαν σε φρικτά βασανιστήρια, προκειμένου να αποκαλύψουν πού κρύβονταν οι υπόλοιποι χριστιανοί και να αρνηθούν την πίστη τους. Στη συνέχεια οι Τούρκοι πυρπόλησαν το μοναστήρι και αποχώρησαν.

Για αιώνες, οι κάτοικοι της Θερμής τελούσαν κάθε Λαμπροτρίτη μία λειτουργία στα ερείπια της μικρής εκκλησίας της Παναγίας, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς τον λόγο. Σύμφωνα με την παράδοση, πολλοί ανέφεραν πως έβλεπαν έναν καλόγηρο να περιφέρεται στον χώρο και να χάνεται μέσα σε μια εκτυφλωτική λάμψη.

Στις 3 Ιουλίου του 1959 ξεκίνησαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του ναού. Κατά τη διάρκεια των εργασιών εργάτες βρήκαν μια πέτρα η οποία, όταν πήγαν να τη βγάλουν, διαπίστωσαν ότι είχε τοποθετηθεί σκόπιμα σε αυτό το σημείο. Εντοπίστηκε ανθρώπινος σκελετός που ευωδίαζε, με τη κάτω σιαγόνα να λείπει από την κεφαλή — τα λείψανα του Αγίου Ραφαήλ. Από τότε άρχισαν οι μαρτυρίες εμφανίσεων του Αγίου σε κατοίκους στο χωριό στη Θέρμη.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, αποκαλύφθηκε σε ορισμένους ανθρώπους, όπως στη Βασιλική Ράλλη, στον άντρα της, Άγγελο, στη Μαρία Τσολάκη, στη Μυρσίνη και τη Μαρία Δραγούνη και τους είπε πως ήταν ηγούμενος σε αυτό το μοναστήρι μέχρι που τους έσφαξαν οι Τούρκοι.

Τα ιερά λείψανα βρέθηκαν με θαυμαστό τρόπο και η άγνωστη μέχρι τότε ιστορία της Ιεράς Μονής άρχισε να αποκαλύπτεται. Από την κάρα του Άγιου Ραφαήλ έλειπε η σιαγόνα του. Βρέθηκε λίγο αργότερα το 1960 κάτω από μια ελιά στον τόπο του μαρτυρίου του.

Η σκαπάνη, όμως, έφερε στο φως και άλλους πολύτιμους θησαυρούς. Σύμφωνα με μαρτυρίες πιστών, ο Άγιος Ραφαήλ υπέδειξε ένα προς ένα τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι των μαρτύρων. Το πιθάρι μέσα στο οποίο μαρτύρησε η μικρή Ειρήνη βρέθηκε στις 3 Μαρτίου του 1960. Ο τάφος του δασκάλου Θεόδωρου στις 12 Ιανουαρίου του 1961. Οι δύο τάφοι του προεστού Βασιλείου και της κόρης του, της μικρής Ειρήνης, καθώς και τα απανθρακωμένα λείψανα της αγίας βρέθηκαν στις 12 Μαΐου του 1961. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε βρεθεί και η αρχαία εκκλησία, ενώ στις 13 Ιουνίου βρέθηκε και η Στοά του Αγιάσματος.

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1962 αποφασίστηκε η ίδρυση γυναικείας κοινοβιακής μονής στον τόπο των μαρτυρίων. Δύο χρόνια αργότερα ηγουμένη της Μονής διορίστηκε η Ευγενία Κλειδαρά.

Η Ευγενία Κλειδαρά γεννήθηκε στο Πλωμάρι της Λέσβου, μεγάλωσε σε σπίτι με οικονομική άνεση - μάλιστα ο πατέρας της, της προσέφερε πολλά υλικά αγαθά για να μην αρνηθεί την κοσμική ζωή. Η ίδια όμως ήταν ανένδοτη. Σπούδασε θεολογία και παράλληλα στράφηκε προς τη φιλολογία και τη φιλοσοφία. Η Ευγενία Κλειδαρά έμενε σε μια σκηνή μέχρι να τελειώσει η πρώτη πτέρυγα. Μέσα σε έναν χρόνο είχε μπει στο πρώτο κελί. Στην αρχή έγιναν 8 κελιά για να μπορούν να φιλοξενούνται και οι προσκυνητές. Ο κυρίως ναός χτίστηκε εκεί όπου βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Ραφαήλ, ακριβώς πάνω από την εκκλησία όπου βρίσκονται οι άλλοι τάφοι, του Αγίου Νικολάου, της Αγίας Ειρήνης, του πατέρα της προεστού Βασιλείου και του δασκάλου Θεόδωρου.
Στο μεταξύ, η φήμη του Άγιου Ραφαήλ είχε αρχίσει να ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα θαύματά του πολλά και αξιοθαύμαστα. Η σημερινή ηγουμένη της μονής περιγράφει με συγκίνηση τη στιγμή που αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στον μοναχισμό. Φαίνεται πως τα βιβλία της Ευγενίας Κλειδαρά μίλησαν κατευθείαν στην ψυχή της. Όπως ακριβώς συμβαίνει με όλους όσοι τα διαβάζουν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Ευγενία Κλειδαρά έφυγε στις 3 Ιουλίου, ημέρα της εύρεσης των λειψάνων του Αγίου Ραφαήλ. Ήταν ξημερώματα όταν έκλεισε τα μάτια της βυθίζοντας στη θλίψη τις μοναχές της μονής. Όπως αναφέρει η Ευγενία Κλειδαρά σε ένα από τα βιβλία της, ο ερχομός του Άγιου Ραφαήλ έδωσε ελπίδα και παρηγοριά σε ανθρώπους που υπέφεραν από αρρώστιες, πάθη και δυστυχία. Τους λύτρωσε από τη θλίψη και τους οδήγησε σε νέους δρόμους, να συναντήσουν την ομορφιά της θεϊκής χάρης.

Η αγιότητα του Άγιου Ραφαήλ εξακολουθεί να λάμπει μετά από 500 χρόνια από τον λόφο των Καρυών και να ρίχνει το φως στα πέρατα της οικουμένης.


Παραγωγός: Μαρία Γιαχνάκη
Επιμέλεια, δημοσιογραφική έρευνα, ρεπορτάζ: Κατερίνα Μαραγκού
Κάμερα: Ανδρέας Χαλκιόπουλος
Μοντάζ: Μαριάνθη Ματζίρη