Σοκάρουν τα στοιχεία του "Χαμόγελου του Παιδιού" για τις εξαφανίσεις ανηλίκων στην Ελλάδα: Γιατί αυξάνονται και τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς
Τι πρέπει να κάνουμε όταν ένα παιδί εξαφανίζεται;
Η υπόθεση της 16χρονης Λόρας δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα "καμπανάκι" ότι οι εξαφανίσεις ανηλίκων τείνουν να εξελιχθούν σε συχνό φαινόμενο
Η εξαφάνιση της Λόρας έχει προκαλέσει αναστάτωση σε Αρχές και κοινή γνώµη, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο ένα σκοτεινό φαινόµενο, του οποίου τις πραγµατικές διαστάσεις συχνά δεν µπορούµε να συνειδητοποιήσουµε: τις εξαφανίσεις ανηλίκων στην Ελλάδα. Γιατί η υπόθεση της 16χρονης δεν είναι απλώς ένα µεµονωµένο περιστατικό, αλλά ένα «καµπανάκι» ότι οι εξαφανίσεις παιδιών και εφήβων τείνουν να εξελιχθούν σε µάστιγα.
Διαβάστε: Eξαφάνιση Λόρας: Γιατί οι γονείς της δεν πάνε στη Γερμανία να την ψάξουν - Το κρυπτογραφημένο email, η ηθοποιός που "δανείστηκε" το όνομά της & τα πρόσωπα "κλειδιά" στο Αμβούργο
Τα στατιστικά στοιχεία που συγκεντρώνει το Εθνικό Κέντρο για τις Εξαφανίσεις Παιδιών και Ενηλίκων του Οργανισµού «Το Χαµόγελο του Παιδιού» αποτυπώνουν την πραγµατική έκταση του φαινοµένου. Ειδικότερα, ο αριθµός των περιστατικών εξαφάνισης ανηλίκων στην Ελλάδα φαίνεται πως µεταβάλλεται χρόνο µε τον χρόνο, µε τάσεις αύξησης σε ετήσια βάση. Είναι χαρακτηριστικό πως τα στατιστικά του 2025 κατέγραψαν 243 αιτήµατα για την υποστήριξη στη διαδικασία έρευνας και αναζήτησης 192 εξαφανισθέντων παιδιών, έναντι µικρότερων αριθµών τις προηγούµενες χρονιές. Και η διαφορά που προκύπτει οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι έφηβοι πραγµατοποίησαν παραπάνω από µία φυγή το έτος αυτό.
Πάντως, σύµφωνα µε τα στοιχεία του Οργανισµού, οι εξαφανίσεις ανηλίκων ακολουθούν τα τελευταία χρόνια ένα σταθερό µοτίβο, µε την εφηβική ηλικία να συγκεντρώνει τη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών. Μάλιστα, το έτος 2025 επιβεβαιώνει αυτήν την εικόνα, καθώς το 82,81% των εξαφανίσεων αφορά εφήβους, ενώ από τα 159 έφηβα άτοµα που εξαφανίστηκαν το 2025, τα 82 ήταν κορίτσια.
Σύµφωνα µε τα παραπάνω δεδοµένα, οι έφηβοι αναδεικνύονται ως η πιο ευάλωτη οµάδα στο φαινόµενο των εξαφανίσεων παιδιών. Με αισιοδοξία, βέβαια, µας γεµίζει το γεγονός πως η πλειονότητα των υποθέσεων εξαφάνισης ανηλίκων έχει αίσιο τέλος, αφού, σύµφωνα µε τα στοιχεία του «Χαµόγελου του Παιδιού», από τα 192 παιδιά που δηλώθηκαν ως εξαφανισµένα, τα 138 εντοπίστηκαν, γεγονός που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 72%. Οι υπόλοιπες υποθέσεις παραµένουν σε εξέλιξη ή σε εκκρεµότητα, µε τις αρµόδιες Αρχές να συνεχίζουν την αναζήτηση.
Ποιες είναι, όµως, οι βασικές κατηγορίες εξαφανίσεων; Όπως δείχνουν τα στοιχεία, το µεγαλύτερο ποσοστό αφορά φυγές εφήβων, οι οποίες αντιστοιχούν στο 43,12% των αιτηµάτων. Ακολουθούν οι εξαφανίσεις ασυνόδευτων ανηλίκων µε ποσοστό 25,69%, οι γονικές αρπαγές µε ποσοστό 10,09%, οι ανησυχητικές εξαφανίσεις ανηλίκων µε ποσοστό 6,88% και οι αρπαγές από τρίτο πρόσωπο, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2,29%.
Σε επίπεδο αιτιών, οι εξαφανίσεις παιδιών συνδέονται κυρίως µε ενδοοικογενειακές σχέσεις, οι οποίες αφορούν το 49% των περιπτώσεων. Ακολουθούν οι σχέσεις µε το άλλο φύλο σε ποσοστό 34,9% και η πρόθεση για επανένωση µε την οικογένεια µε ποσοστό 9,5%. Αυτή η διαπίστωση αναδεικνύει τη σηµασία της πρόληψης µέσω στοχευµένων εκπαιδευτικών παρεµβάσεων και προγραµµάτων ενδυνάµωσης των εφήβων, µε σκοπό την καλλιέργεια των διαπροσωπικών τους δεξιοτήτων, της συναι σθηματικής νοημοσύνης και της ικανότητάς τους να διαχειρίζονται με ασφάλεια τις σχέσεις τους και τα κρίσιμα γεγονότα της ζωής τους.
Η Ελευθερία Σπαγαδώρου, κοινωνική λειτουργός στις Γραμμές Βοήθειας & Υποστήριξης του «Χαμόγελου του Παιδιού», μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» περιγράφει ποιο είναι σήμερα το προφίλ των πιο «ευάλωτων» παιδιών και εφήβων: «Σήμερα, τα πιο “ευάλωτα” παιδιά είναι κυρίως εκείνα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο οικογενειακό τους περιβάλλον, όπως συγκρούσεις ή έλλειψη στήριξης από τους γονείς. Επίσης, “ευάλωτοι” θεωρούνται και οι έφηβοι που βρίσκονται σε κατάσταση εξερεύνησης των σχέσεών τους, που αναζητούν αυτονομία, καθώς και παιδιά που ζουν απομονωμένα ή σε διαδικασία επανένωσης με την οικογένεια. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει πως η υποστήριξη, η καθοδήγηση και η ενίσχυση των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων τους είναι καθοριστική για την προστασία τους».
Καταλυτικός είναι και ο ρόλος των social media, αλλά και εν γένει του Διαδικτύου στις εξαφανίσεις τού σήμερα. Όπως επισημαίνει η κ. Σπαγαδώρου, «οι συγκεκριμένες πλατφόρμες διευρύνουν τον κοινωνικό κύκλο των εφήβων και ενισχύουν την αλληλεπίδραση με νέα άτομα, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συγκρούσεων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Παράλληλα, η εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες, η επιρροή των διαδικτυακών γνωριμιών και η ανάγκη για κοινωνική επιβεβαίωση μπορούν να οδηγήσουν σε αποφάσεις που εκ θέτουν τα παιδιά σε κίνδυνο. Για τον λόγο αυτόν, είναι πολύ σημαντική η πρόληψη και καθοδήγηση των παιδιών για τη σωστή χρήση του Διαδικτύου και των social media».
Σε κάθε περίπτωση, όταν ένα παιδί εξαφανίζεται, η οικογένεια πρέπει να δράσει άμεσα και οργανωμένα. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σύμφωνα με την κ. Σπαγαδώρου, το οικογενειακό περιβάλλον του εξαφανισθέντος ανήλικου ατόμου πρέπει αρχικά να ενημερώσει την Ελληνική Αστυνομία χωρίς καθυστέρηση, ακόμα και αν η εξαφάνιση φαίνεται σύντομη ή προσωρινή. Στη συνέχεια, είναι σημαντική η επικοινωνία με την 24ωρη Ευρωπαϊκή Γραμμή για τα Εξαφανισμένα Παιδιά - 116000, όπου παρέχεται άμεση υποστήριξη, καθοδήγηση και κινητοποίηση των αρμόδιων φορέων.
Παράλληλα, πρέπει να συγκεντρωθούν και να καταγραφούν όλα τα στοιχεία που αφορούν το παιδί, όπως φωτογραφία, ρούχα που φορούσε πριν εξαφανιστεί, τελευταία γνωστή τοποθεσία, επαφές και κοινωνικό περιβάλλον, ώστε να χρησιμοποιηθούν άμεσα από τους αρμόδιους φορείς για τον έγκαιρο εντοπισμό του.
Τέλος, η διατήρηση της ψυχραιμίας και η οργάνωση του περιβάλλοντος είναι καθοριστικά για την ασφάλεια και την επανασύνδεση του παιδιού με την οικογένεια. «Από την εμπειρία μας βλέπουμε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, ορισμένες ενέργειες ή η καθυστέρηση αυτών μπορεί να στερήσουν πολύτιμο χρόνο από την έρευνα και κατ’ επέκταση από τον έγκαιρο εντοπισμό του παιδιού. Οι πρώτες ώρες είναι πάντα καθοριστικές, γι’ αυτό και η άμεση ενημέρωση των Αρχών έχει πρώτιστη σημασία, ακόμα και όταν η εξαφάνιση αρχικά εκτιμάται ως “προσωρινή”», σημειώνει η ειδικός, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Παράλληλα, προσθέτει πως «συχνά διαπιστώνεται ότι οι γονείς μέσα στη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής δεν είναι σε θέση να συνεργαστούν άμεσα και οργανωμένα, γεγονός που μπορεί να δυσχεράνει τη γρήγορη συλλογή των πληροφοριών.
Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της αναζήτησης οι ίδιοι οι γονείς συνειδητοποιούν ότι δεν γνωρίζουν πλήρως τον κοινωνικό κύκλο, τις επαφές ή τις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού τους, κάτι απολύτως κατανοητό στην εφηβική ηλικία. Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να μη φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια και να θυμούνται πως δεν είναι μόνοι στη διαδικασία αναζήτησης».
Η εξαφάνιση της 16χρονης Λόρας μάς υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη είναι η ασφάλεια των νέων και πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη κινητοποίηση όλων γύρω τους. Κάθε παιδί που χάνεται μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα ότι η πρόληψη, η ενημέρωση και η στήριξη δεν είναι επιλογές, αλλά αναγκαίες δράσεις. Οι οικογένειες, οι σχολικές κοινότητες και οι θεσμοί οφείλουν να συνεργάζονται και να ενδυναμώνουν τους ανηλίκους, ώστε κανείς να μη νιώθει μόνος ή εκτεθειμένος.
Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»
Διαβάστε: Eξαφάνιση Λόρας: Γιατί οι γονείς της δεν πάνε στη Γερμανία να την ψάξουν - Το κρυπτογραφημένο email, η ηθοποιός που "δανείστηκε" το όνομά της & τα πρόσωπα "κλειδιά" στο Αμβούργο
Σοκάρουν τα στοιχεία του "Χαμόγελου του Παιδιού" για τις εξαφανίσεις
Τα στατιστικά στοιχεία που συγκεντρώνει το Εθνικό Κέντρο για τις Εξαφανίσεις Παιδιών και Ενηλίκων του Οργανισµού «Το Χαµόγελο του Παιδιού» αποτυπώνουν την πραγµατική έκταση του φαινοµένου. Ειδικότερα, ο αριθµός των περιστατικών εξαφάνισης ανηλίκων στην Ελλάδα φαίνεται πως µεταβάλλεται χρόνο µε τον χρόνο, µε τάσεις αύξησης σε ετήσια βάση. Είναι χαρακτηριστικό πως τα στατιστικά του 2025 κατέγραψαν 243 αιτήµατα για την υποστήριξη στη διαδικασία έρευνας και αναζήτησης 192 εξαφανισθέντων παιδιών, έναντι µικρότερων αριθµών τις προηγούµενες χρονιές. Και η διαφορά που προκύπτει οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι έφηβοι πραγµατοποίησαν παραπάνω από µία φυγή το έτος αυτό.Πάντως, σύµφωνα µε τα στοιχεία του Οργανισµού, οι εξαφανίσεις ανηλίκων ακολουθούν τα τελευταία χρόνια ένα σταθερό µοτίβο, µε την εφηβική ηλικία να συγκεντρώνει τη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών. Μάλιστα, το έτος 2025 επιβεβαιώνει αυτήν την εικόνα, καθώς το 82,81% των εξαφανίσεων αφορά εφήβους, ενώ από τα 159 έφηβα άτοµα που εξαφανίστηκαν το 2025, τα 82 ήταν κορίτσια.
Σύµφωνα µε τα παραπάνω δεδοµένα, οι έφηβοι αναδεικνύονται ως η πιο ευάλωτη οµάδα στο φαινόµενο των εξαφανίσεων παιδιών. Με αισιοδοξία, βέβαια, µας γεµίζει το γεγονός πως η πλειονότητα των υποθέσεων εξαφάνισης ανηλίκων έχει αίσιο τέλος, αφού, σύµφωνα µε τα στοιχεία του «Χαµόγελου του Παιδιού», από τα 192 παιδιά που δηλώθηκαν ως εξαφανισµένα, τα 138 εντοπίστηκαν, γεγονός που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 72%. Οι υπόλοιπες υποθέσεις παραµένουν σε εξέλιξη ή σε εκκρεµότητα, µε τις αρµόδιες Αρχές να συνεχίζουν την αναζήτηση.
82,81% των εξαφανίσεων που δηλώθηκαν στο «Χαμόγελο» το έτος 2025 αφορά εφήβους
Πού οφείλονται οι εξαφανίσεις των παιδιών
Ποιες είναι, όµως, οι βασικές κατηγορίες εξαφανίσεων; Όπως δείχνουν τα στοιχεία, το µεγαλύτερο ποσοστό αφορά φυγές εφήβων, οι οποίες αντιστοιχούν στο 43,12% των αιτηµάτων. Ακολουθούν οι εξαφανίσεις ασυνόδευτων ανηλίκων µε ποσοστό 25,69%, οι γονικές αρπαγές µε ποσοστό 10,09%, οι ανησυχητικές εξαφανίσεις ανηλίκων µε ποσοστό 6,88% και οι αρπαγές από τρίτο πρόσωπο, που αντιστοιχούν σε ποσοστό 2,29%.Σε επίπεδο αιτιών, οι εξαφανίσεις παιδιών συνδέονται κυρίως µε ενδοοικογενειακές σχέσεις, οι οποίες αφορούν το 49% των περιπτώσεων. Ακολουθούν οι σχέσεις µε το άλλο φύλο σε ποσοστό 34,9% και η πρόθεση για επανένωση µε την οικογένεια µε ποσοστό 9,5%. Αυτή η διαπίστωση αναδεικνύει τη σηµασία της πρόληψης µέσω στοχευµένων εκπαιδευτικών παρεµβάσεων και προγραµµάτων ενδυνάµωσης των εφήβων, µε σκοπό την καλλιέργεια των διαπροσωπικών τους δεξιοτήτων, της συναι σθηματικής νοημοσύνης και της ικανότητάς τους να διαχειρίζονται με ασφάλεια τις σχέσεις τους και τα κρίσιμα γεγονότα της ζωής τους.
72% περίπου το ποσοστό των εξαφανισμένων παιδιών που τελικά βρέθηκαν, ενώ οι υπόλοιπες υποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα
Η Ελευθερία Σπαγαδώρου, κοινωνική λειτουργός στις Γραμμές Βοήθειας & Υποστήριξης του «Χαμόγελου του Παιδιού», μιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» περιγράφει ποιο είναι σήμερα το προφίλ των πιο «ευάλωτων» παιδιών και εφήβων: «Σήμερα, τα πιο “ευάλωτα” παιδιά είναι κυρίως εκείνα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο οικογενειακό τους περιβάλλον, όπως συγκρούσεις ή έλλειψη στήριξης από τους γονείς. Επίσης, “ευάλωτοι” θεωρούνται και οι έφηβοι που βρίσκονται σε κατάσταση εξερεύνησης των σχέσεών τους, που αναζητούν αυτονομία, καθώς και παιδιά που ζουν απομονωμένα ή σε διαδικασία επανένωσης με την οικογένεια. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει πως η υποστήριξη, η καθοδήγηση και η ενίσχυση των κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων τους είναι καθοριστική για την προστασία τους».
Καταλυτικός είναι και ο ρόλος των social media, αλλά και εν γένει του Διαδικτύου στις εξαφανίσεις τού σήμερα. Όπως επισημαίνει η κ. Σπαγαδώρου, «οι συγκεκριμένες πλατφόρμες διευρύνουν τον κοινωνικό κύκλο των εφήβων και ενισχύουν την αλληλεπίδραση με νέα άτομα, γεγονός που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συγκρούσεων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Παράλληλα, η εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες, η επιρροή των διαδικτυακών γνωριμιών και η ανάγκη για κοινωνική επιβεβαίωση μπορούν να οδηγήσουν σε αποφάσεις που εκ θέτουν τα παιδιά σε κίνδυνο. Για τον λόγο αυτόν, είναι πολύ σημαντική η πρόληψη και καθοδήγηση των παιδιών για τη σωστή χρήση του Διαδικτύου και των social media».
Πώς πρέπει να ενεργούμε
Σε κάθε περίπτωση, όταν ένα παιδί εξαφανίζεται, η οικογένεια πρέπει να δράσει άμεσα και οργανωμένα. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Σύμφωνα με την κ. Σπαγαδώρου, το οικογενειακό περιβάλλον του εξαφανισθέντος ανήλικου ατόμου πρέπει αρχικά να ενημερώσει την Ελληνική Αστυνομία χωρίς καθυστέρηση, ακόμα και αν η εξαφάνιση φαίνεται σύντομη ή προσωρινή. Στη συνέχεια, είναι σημαντική η επικοινωνία με την 24ωρη Ευρωπαϊκή Γραμμή για τα Εξαφανισμένα Παιδιά - 116000, όπου παρέχεται άμεση υποστήριξη, καθοδήγηση και κινητοποίηση των αρμόδιων φορέων. Παράλληλα, πρέπει να συγκεντρωθούν και να καταγραφούν όλα τα στοιχεία που αφορούν το παιδί, όπως φωτογραφία, ρούχα που φορούσε πριν εξαφανιστεί, τελευταία γνωστή τοποθεσία, επαφές και κοινωνικό περιβάλλον, ώστε να χρησιμοποιηθούν άμεσα από τους αρμόδιους φορείς για τον έγκαιρο εντοπισμό του.
Τέλος, η διατήρηση της ψυχραιμίας και η οργάνωση του περιβάλλοντος είναι καθοριστικά για την ασφάλεια και την επανασύνδεση του παιδιού με την οικογένεια. «Από την εμπειρία μας βλέπουμε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, ορισμένες ενέργειες ή η καθυστέρηση αυτών μπορεί να στερήσουν πολύτιμο χρόνο από την έρευνα και κατ’ επέκταση από τον έγκαιρο εντοπισμό του παιδιού. Οι πρώτες ώρες είναι πάντα καθοριστικές, γι’ αυτό και η άμεση ενημέρωση των Αρχών έχει πρώτιστη σημασία, ακόμα και όταν η εξαφάνιση αρχικά εκτιμάται ως “προσωρινή”», σημειώνει η ειδικός, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Παράλληλα, προσθέτει πως «συχνά διαπιστώνεται ότι οι γονείς μέσα στη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής δεν είναι σε θέση να συνεργαστούν άμεσα και οργανωμένα, γεγονός που μπορεί να δυσχεράνει τη γρήγορη συλλογή των πληροφοριών.
Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που κατά τη διάρκεια της αναζήτησης οι ίδιοι οι γονείς συνειδητοποιούν ότι δεν γνωρίζουν πλήρως τον κοινωνικό κύκλο, τις επαφές ή τις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού τους, κάτι απολύτως κατανοητό στην εφηβική ηλικία. Παρ’ όλα αυτά, είναι σημαντικό να μη φοβούνται να ζητήσουν βοήθεια και να θυμούνται πως δεν είναι μόνοι στη διαδικασία αναζήτησης».
Η εξαφάνιση της 16χρονης Λόρας μάς υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη είναι η ασφάλεια των νέων και πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη κινητοποίηση όλων γύρω τους. Κάθε παιδί που χάνεται μας φέρνει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα ότι η πρόληψη, η ενημέρωση και η στήριξη δεν είναι επιλογές, αλλά αναγκαίες δράσεις. Οι οικογένειες, οι σχολικές κοινότητες και οι θεσμοί οφείλουν να συνεργάζονται και να ενδυναμώνουν τους ανηλίκους, ώστε κανείς να μη νιώθει μόνος ή εκτεθειμένος.
Δημοσιεύτηκε στα «Παραπολιτικά»
En