Καθηµερινά εκατοµµύρια άνθρωποι παγκοσµίως ζουν µε την αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθεί κάθε κίνησή τους. Και, συχνά, δεν πρόκειται απλώς για ένα προϊόν φαντασίας ή µια αδικαιολόγητη ανησυχία, αλλά για µια πραγµατικότητα γεµάτη επίµονα µηνύµατα, ανεπιθύµητες εµφανίσεις, συνεχή έλεγχο και απειλές. Κάθε τους βήµα -από τις καθηµερινές συνήθειες και τη δουλειά, µέχρι τις κοινωνικές σχέσεις και τις πιο προσωπικές επιλογές τους- καθορίζεται από τον φόβο και την αίσθηση µόνιµης απειλής που τους διακατέχει. Είναι τα θύµατα stalking, δηλαδή άτοµα που υφίστανται επαναλαµβανόµενη παρακολούθηση, παρενόχληση ή έλεγχο από έναν δράστη, µε τρόπο που τους προκαλεί φόβο, ανασφάλεια και διαταραχή στην καθηµερινή ζωή. ∆εν πρόκειται, δηλαδή, για µια απλή ενόχληση, αλλά για ένα χρόνιο στρεσογόνο γεγονός µε στοιχεία τραύµατος, καθώς συνδυάζει συνεχή αβεβαιότητα, απειλή, απώλεια ελέγχου και συχνά κλιµάκωση της συµπεριφοράς.

Διαβάστε: Σοκάρουν τα στοιχεία του "Χαμόγελου του Παιδιού" για τις εξαφανίσεις ανηλίκων στην Ελλάδα: Γιατί αυξάνονται και τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς

Σηµειώνεται πως το εν λόγω φαινόµενο αφορά τόσο απλούς όσο και διάσηµους ανθρώπους. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί ο γνωστός τραγουδιστής Γιάννης Πλούταρχος, ο οποίος κατήγγειλε µια 48χρονη για stalking. Μάλιστα, τον Νοέµβριο του 2025, το δικαστήριο την έκρινε ένοχη, επιβάλλοντάς της ποινή φυλάκισης 18 µηνών µε αναστολή και αυστηρούς περιοριστικούς όρους. Σύµφωνα µε τη δικογραφία, η γυναίκα είχε µετατραπεί σε «σκιά» του τραγουδιστή, αφήνοντας επανειληµµένα ερωτικά σηµειώµατα και δώρα έξω από το σπίτι του, ενώ η ταυτοποίησή της έγινε µέσω γενετικού υλικού. Η υπόθεση αυτή ανέδειξε µε σαφήνεια ότι το stalking δεν είναι µια ακίνδυνη εµµονή, αλλά µια συµπεριφορά που µπορεί να λάβει ποινικές διαστάσεις και να διαταράξει ολόκληρη τη ζωή του θύµατος.


"Το 12% του γενικού πληθυσµού έχει βιώσει stalking κατά τη διάρκεια της ζωής του"

Όπως αναφέρει η Ιωάννα Αλπέρτη, ψυχολόγος (MSc), εκπαιδεύτρια ενηλίκων και επιστηµονικά υπεύθυνη στο IASIS At Centro, µιλώντας στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», αν και τα συστηµατικά επιδηµιολογικά στοιχεία για την Ελλάδα είναι περιορισµένα, έρευνες σε ευρωπαϊκά δείγµατα δείχνουν ότι περίπου το 12% του γενικού πληθυσµού έχει βιώσει stalking κατά τη διάρκεια της ζωής του, µε σηµαντικά υψηλότερα ποσοστά στις γυναίκες (FRA, 2014). Αντίστοιχα, µελέτες σε ελληνικά δείγµατα φοιτητών δείχνουν ποσοστά ότι περίπου το 23,9% έχει πέσει θύµα διαδικτυακής µορφής stalking (ΚΕΘΙ, 2024). Το cyberstalking ορίζεται ως η επίµονη και επαναλαµβανόµενη ανεπιθύµητη παρακολούθηση, παρενόχληση ή/και έλεγχος ενός ατόµου µέσω ψηφιακών µέσων, µε τρόπο που προκαλεί φόβο, έντονη ενόχληση και αίσθηση απειλής και δεν περιορίζεται σε ένα µεµονωµένο περιστατικό.


Ιωάννα Αλπέρτη: Το stalking δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή

Πώς επηρεάζεται ψυχολογικά, αλλά και σωµατικά, ένα θύµα stalking σε βάθος χρόνου; Σύµφωνα µε την κ. Αλπέρτη, πάνω από το 90% των θυµάτων αναφέρει σηµαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις, όπως έντονο άγχος, κατάθλιψη, συµπτώµατα µετατραυµατικού στρες, διαταραχές ύπνου, εφιάλτες και ευερεθιστότητα. Ακόµα, πολλοί είναι εκείνοι που εµφανίζουν ακόµα και λειτουργική έκπτωση στην καθηµερινότητά τους, µε µειωµένη απόδοση στην εργασία ή τις σπουδές τους, κοινωνική αποµόνωση και σχηµατοποιηµένες αντιδράσεις, όπως αλλαγές στις καθηµερινές ρουτίνες (π.χ., τροποποίηση διαδροµών, αλλαγή συνηθειών κ.ά.) και προσπάθειες να οργανώσουν την ασφάλειά τους γύρω από την αποφυγή του θύτη, γεγονός που µεγεθύνει την αίσθηση µόνιµης επιφυλακής και ανελευθερίας. Παράλληλα, οι διαπροσωπικές τους σχέσεις επιβαρύνονται σηµαντικά, αφού σε αρκετές περιπτώσεις τα θύµατα εκδηλώνουν δυσπιστία, ενοχή ή ντροπή και, κατ’ επέκταση, οδηγούνται στην αποµόνωση, µε στόχο να αποφύγουν έναν ενδεχόµενο κίνδυνο. Και, φυσικά, η κατανόηση της έννοιας του stalking δεν µπορεί να περιοριστεί µόνο στις επιπτώσεις που βιώνει το θύµα, αλλά απαιτεί και µια προσεκτική προσέγγιση των κινήτρων και των µοτίβων συµπεριφοράς των δραστών.

Όπως επισηµαίνει η ειδικός, η διεθνής ψυχιατρική και εγκληµατολογική βιβλιογραφία είναι σαφής ότι το stalking δεν αποτελεί ψυχιατρική διαταραχή, αλλά ορίζεται ως επαναλαµβανόµενη συµπεριφορά παραβίασης ορίων. Συγκεκριµένα, ερευνητικά δεδοµένα δείχνουν ότι ένα σηµαντικό ποσοστό δραστών δεν πληροί κριτήρια σοβαρής ψυχικής διαταραχής, µε τη συµπεριφορά αυτή να συνδέεται συχνότερα µε δυσκολία αποδοχής της απόρριψης, ανάγκη ελέγχου, έντονη συναισθηµατική προσκόλληση ή αίσθηση δικαιώµατος πρόσβασης στη ζωή του άλλου. Οσον αφορά τη σύγχρονη επιστηµονική προσέγγιση, συγκλίνει στο ότι το stalking πρέπει να αντιµετωπίζεται πρωτίστως ως µορφή διαπροσωπικής βίας και ελέγχου, µε την αξιολόγηση της επικινδυνότητας να βασίζεται στη διάρκεια, την ένταση και την κλιµάκωση της συµπεριφοράς και όχι αποκλειστικά σε ψυχιατρικούς χαρακτηρισµούς.


Η ιδιαιτερότητα του φαινομένου

Πάντως, η ιδιαιτερότητα του συγκεκριµένου φαινοµένου έγκειται στο ότι το θύµα δυσκολεύεται να αντιληφθεί ότι αυτό που του συµβαίνει συνιστά µια µορφή κακοποίησης. Κι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους πολλά θύµατα αδυνατούν να το αναγνωρίσουν έγκαιρα είναι ότι η συµπεριφορά αυτή σπάνια εκδηλώνεται αιφνίδια, αλλά συνήθως εµφανίζεται σταδιακά και κλιµακούµενα, ξεκινώντας από ενέργειες που κοινωνικά µπορεί να παρερµηνευτούν ως «ενδιαφέρον», «επιµονή» ή «ζήλια».

Η σταδιακή αυτή εξέλιξη, σε συνδυασµό µε τις γνωστικές και συναισθηµατικές επιπτώσεις του χρόνιου στρες, όπως η αµφιβολία για τη σοβαρότητα της κατάστασης και η αυτοενοχοποίηση, δυσχεραίνει σηµαντικά την έγκαιρη αναγνώριση του φαινοµένου. Γι’ αυτό και αποτελεί µια από τις λιγότερο καταγγελλόµενες µορφές διαπροσωπικής βίας, καθώς, σύµφωνα µε διεθνή ερευνητικά δεδοµένα, µόνο περίπου το 25% έως 40% των θυµάτων προχωρά σε επί σηµη καταγγελία στις αρµόδιες Αρχές. Παράλληλα, ο φόβος αντιποίνων και η κλιµάκωση της συµπεριφοράς του δράστη λειτουργούν αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πρώην σύντροφο, συνάδελφο ή άτοµο του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος.

Και, όπως εξηγεί η κ. Αλπέρτη, σε νοµικό επίπεδο, η δυσκολία εντείνεται από το γεγονός ότι η αναγνώριση και η αντιµετώπισή του stalking προϋποθέτουν τεκµηρίωση της επαναληπτικότητας και της επίδρασης της συµπεριφοράς στη ζωή του θύµατος, στοιχεία που δεν είναι πάντα εύκολο να συγκεντρωθούν στα αρχικά στάδια. Ως αποτέλεσµα πολλά θύµατα απευθύνονται στις Αρχές και σε υποστηρικτικές δοµές, µόνο όταν η συµπεριφορά έχει ήδη παγιωθεί ή κλιµακωθεί σε πολύ µεγάλο βαθµό, µε τη βιούµενη δυσφορία να είναι πλέον εξουθενωτική, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για έγκυρη ενηµέρωση, ευαισθητοποίηση και σαφή θεσµικά εργαλεία προστασίας.


Ο ρόλος των social media

Αξίζει να σηµειωθεί ότι, όπως σε όλα τα κοινωνικά φαινόµενα, έτσι και στο stalking, ο ρόλος των social media είναι καθοριστικός. Κι αυτό γιατί τα ψηφιακά µέσα έχουν µεταβάλει ριζικά τον τρόπο µε τον οποίον ασκείται η παρακολούθηση, η παρενόχληση και ο έλεγχος. Ειδικότερα, µπορούν να διευκολύνουν τη συµπεριφορά του θύτη, προσφέροντας συνεχή πρόσβαση σε πληροφορίες για την καθηµερινότητα, τις κοινωνικές επαφές και τις µετακινήσεις του θύµατος, συχνά µε χαµηλό κόστος και χωρίς φυσική παρουσία. Η επίµονη αποστολή µηνυµάτων, η παρακολούθηση της δραστηριότητας, η χρήση ψεύτικων λογαριασµών και η συλλογή προσωπικών δεδοµένων συνιστούν µορφές cyberstalking, οι οποίες εντείνουν την αίσθηση απώλειας ελέγχου και διαρκούς επιτήρησης. Ωστόσο, σύµφωνα µε την ψυχολόγο, τα ίδια ψηφιακά εργαλεία µπορούν να λειτουργήσουν και προστατευτικά, όταν χρησιµοποιούνται µε κατάλληλη ενηµέρωση, όπως ρυθµίσεις ιδιωτικότητας. Ο περιορισµός της ψηφιακής έκθεσης, η τεκµηρίωση της συµπεριφοράς (π.χ., screenshots) και η χρήση µηχανισµών αναφοράς στις πλατφόρµες αποτελούν κρίσιµα µέσα ενδυνάµωσης των θυµάτων.

Γίνεται αντιληπτό πως η ψηφιακή διάσταση του stalking δεν είναι ξεχωριστό φαινόµενο, αλλά µια επέκταση της ίδιας παραβίασης ορίων. Η κατανόηση αυτής της πραγµατικότητας, η ευαισθητοποίηση γύρω από τις συνέπειες για τα θύµατα και η σωστή ενηµέρωση για τα εργαλεία προστασίας αποτελούν κρίσιµους παράγοντες για να µπορέσει κάποιος να αντιδράσει εγκαίρως. Με λίγα λόγια, η αναγνώριση του stalking ως µορφή ψυχολογικής και διαπροσωπικής βίας αποτελεί το πρώτο και βασικό βήµα για την πρόληψη, την έγκαιρη παρέµβαση και την ουσιαστική προστασία των θυµάτων.


Άρθρο της Καλλιόπης Δοξόγλου: Τι µπορεί να κάνει για να προστατευτεί ένα θύµα στην Ελλάδα

Τα συνεχή µηνύµατα που δεν σταµατούν, τα απρόσµενα τηλεφωνήµατα, οι «τυχαίες» εµφανίσεις έξω από το σπίτι ή τη δουλειά. Για πολλούς ανθρώπους το stalking δεν είναι σενάριο ταινίας, αλλά καθηµερινή πραγµατικότητα. Πρόκειται για µια µορφή επίµονης παρενόχλησης που µπορεί να εξελιχθεί σε πραγµατική απειλή και, ευτυχώς, πλέον αναγνωρίζεται ρητά από το ελληνικό ∆ίκαιο. Στην Ελλάδα, το άρθρο 333 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινικές κυρώσεις για την επίµονη καταδίωξη ή παρακολούθηση, όταν αυτή προκαλεί στο θύµα φόβο, ανησυχία ή σοβαρή διατάραξη της ζωής του. ∆εν µιλάµε µόνο για φυσική παρακολούθηση, αλλά και για επαναλαµβανόµενα µηνύµατα, e-mails, επικοινωνία µέσω social media ή κάθε άλλη ανεπιθύµητη επαφή που συνεχίζεται, παρά τη σαφή άρνηση του παθόντος.

Το κρίσιµο σηµείο που συχνά αγνοείται είναι ότι, για να κινηθεί η ποινική διαδικασία, απαιτείται έγκληση από το ίδιο το θύµα. Με απλά λόγια, αν το άτοµο που υφίσταται stalking δεν απευθυνθεί στις Αρχές, η υπόθεση δύσκολα θα προχωρήσει. Γι’ αυτό και οι ειδικοί τονίζουν τη σηµασία της έγκαιρης αντίδρασης. Η συλλογή αποδεικτικών στοιχείων -µηνύµατα, καταγραφές κλήσεων, screenshots, µαρτυρίες φίλων ή συναδέλφων- είναι καθοριστική για την επιτυχία της υπόθεσης. Πέρα από την ποινική οδό, υπάρχει και µια πιο άµεση γραµµή άµυνας.

Σε περιπτώσεις όπου το θύµα αισθάνεται ότι απειλείται, µπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και να ζητήσει ασφαλιστικά µέτρα, όπως απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας. Αυτά τα µέτρα συχνά λειτουργούν αποτρεπτικά και προσφέρουν µια αίσθηση ασφάλειας µέχρι να κριθεί η υπόθεση σε βάθος χρόνου. Το stalking δεν αφορά µόνο «ανώνυµους» ανθρώπους. ∆ιεθνώς, γνωστές προσωπικότητες όπως η Taylor Swift και η Lady Gaga, αλλά και Ελληνες διάσηµοι καλλιτέχνες, όπως ο τραγουδιστής Γιάννης Πλούταρχος, έχουν µιλήσει ανοιχτά για την εµπειρία τους, ζητώντας περιοριστικά µέτρα από τη ∆ικαιοσύνη. Τα παραδείγµατα αυτά δείχνουν ότι κανείς δεν είναι απρόσβλητος. Το βασικό µήνυµα είναι σαφές: Το stalking δεν είναι απλή ενόχληση ούτε κάτι που πρέπει να «ανεχτεί» κανείς. Είναι µια αξιόποινη συµπεριφορά, µε πραγµατικές συνέπειες για το θύµα. Η γνώση των δικαιωµάτων, η έγκαιρη καταγγελία και η αναζήτηση νοµικής βοήθειας µπορούν να κάνουν τη διαφορά - και, σε ορισµένες περιπτώσεις, να αποτρέψουν µια επικίνδυνη κλιµάκωση, που µπορεί να έχει για το θύµα ολέθριες συνέπειες.

*δικηγόρου ΑΠΘ

Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά