Η σπουδαιότερη πρέσβειρα του ελληνικού πολιτισμού τον 20ό αιώνα, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ σφράγισε με τον θάνατό της την περασμένη Δευτέρα μια ολόκληρη εποχή.

Οταν, πριν από κάποια χρόνια, είχα την τύχη να τη γνωρίσω στο γραφείο της στο νεοκλασικό του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών στην Πλάκα, μου είχε πει πως το μεγαλύτερό της επίτευγμα ήταν ότι αφιέρωσε τη ζωή της στα παιδιά και τη μόρφωσή τους. Οτι οι τόσο πολλοί τίτλοι που είχε κατακτήσει στη ζωή της δεν ήταν αξιώματα, αλλά μεγάλες ευθύνες και ότι: «Αν δεν είχα παντρευτεί τον άντρα μου και αν δεν είχα την κόρη μου, τίποτα από όσα λέμε δεν θα είχαν γίνει. Γιατί είμαι πάνω από όλα μάνα και δασκάλα. Οταν είσαι μάνα και δασκάλα, δεν κοιτάς τι γίνεται γύρω σου. Κοιτάς τα παιδιά. Εμένα όλη μου η καριέρα οφείλεται στα παιδιά. Τα λίγα που ξέρουν οι βυζαντινολόγοι εγώ τους τα έχω μάθει, αλλά όσα ξέρω εγώ μου τα έμαθαν οι φοιτητές μου. Γιατί, όταν τους έκανα μάθημα, κατέγραφα τις απορίες τους. Ηθελα να μου μάθουν κάτι καινούργιο. Τους έλεγα ότι «αν θέλετε να μείνω εδώ μαζί σας, πρέπει να κάνουμε κουβέντα για το τι σας ενδιαφέρει». Oσο για το ποια ήταν για αυτήν η απόλυτη ευτυχία; «Η ηρεμία με τον εαυτό μου», μου είχε πει. Σήμερα, ως αποχαιρετισμό, μιλούν στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» για την υπέροχη ανθρώπινη υπόστασή της τρεις κορυφαίοι Ελληνες των Γραμμάτων που βρέθηκαν δίπλα της και συνεργάστηκαν για χρόνια στο ΕΠΚεΔ, στο οποίο η ίδια υπήρξε πρόεδρος για περίπου 30 χρόνια, ο Παναγιώτης Ροϊλός, διάδοχός της, πρόεδρος του ΕΠΚεΔ και καθηγητής Συγκριτικής Κριτικής Θεωρίας και Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, πρώην υπουργός Παιδείας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και ο Ανδρέας Γκόφας, διευθυντής του ΕΠΚεΔ και καθηγητής Θεωρίας και Επιστημολογίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: 15 χρόνια αμοιβαίας αγάπης


Ο Παναγιώτης Ροϊλός, αν και την είχε επισκεφθεί πριν από περίπου είκοσι μέρες, έμαθε τα δυσάρεστα νέα από τη Βοστόνη, όπου ζει και εργάζεται τα τελευταία 25 χρόνια ως καθηγητής στο Χάρβαρντ. «Η απώλειά της με έχει συγκλονίσει. Είχαμε πάρα πολύ στενή σχέση αμοιβαίας αγάπης, που μετρούσε περίπου 15 χρόνια. Ηταν μια μεγάλη δασκάλα για μένα και συναισθηματικά και ηθικά πολύ γενναιόδωρη μαζί μου. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου ήταν πριν από πέντε χρόνια, που με αποκάλεσε γιο της. Είχαμε δεθεί πνευματικά πάρα πολύ, είχαμε πολλές κοινές ιδέες για τον πολιτισμό και την Ελλάδα. Είμαι και εγώ βυζαντινολόγος. Η Ελένη Αρβελέρ άλλαξε ριζικά τον τρόπο που κυρίως οι Ευρωπαίοι βλέπουν το Βυζάντιο. Διδάσκω στους φοιτητές μου το βιβλίο της «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», το οποίο δημοσίευσε πριν 50 χρόνια και μέχρι σήμερα παραμένει ένα επίκαιρο έργο αναφοράς», αναφέρει.

Ο κορυφαίος Ελληνας καθηγητής ένιωσε τιμή όταν η κ. Αρβελέρ τον ώθησε να τη διαδεχτεί στο ΕΠΚεΔ. «Ηταν μεγάλη τιμή μου και, βέβαια, είχα την αμέριστη υποστήριξή της. Αυτό που προσπαθώ να κάνω τώρα είναι να δώσω μια νέα διεθνή διάσταση στο Κέντρο με καινούργιους θεσμούς, όπως οι Δελφικοί Διάλογοι και η Δελφική Ακαδημία Ευρωπαϊκών Σπουδών, που ίδρυσα πριν από 8 χρόνια», τονίζει. Οσο για το τι κρατάει από τη σχέση ζωής μαζί της, αυτά είναι κάποια απλά πράγματα γεμάτα σοφία. «Μου έλεγε ότι δεν πρέπει κανείς να φοβάται και ότι, καθώς δεν είναι τίποτα αδύνατο, πρέπει να παλεύουµε να κάνουµε τα όνειρά µας πραγµατικότητα». Ο κ. Ροϊλός θυµάται για αυτήν πως τον τελευταίο χρόνο ξεχνούσε κάποιες λέξεις γαλλικές, αν και ήξερε άπταιστα γαλλικά. «Μου έλεγε το εξής συγκινητικό: ο άνθρωπος, όταν µεγαλώνει, επανέρχεται στη µητρική του γλώσσα και εκεί από όπου ξεκίνησε», αποκαλύπτει συγκινηµένος.

roilos


"Μία εξαγώγιμη Ελληνίδα"

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος ως τακτικό µέλος του ∆.Σ. του ΕΠΚε∆ υπήρξε για µεγάλο διάστηµα συνοδοιπόρος της. Τον ρωτήσαµε τι θυµάται από τις συναντήσεις του µαζί της, όσες φορές είχαν συνεργαστεί. «Μιλούσε πάντα µε πάθος για το Βυζάντιο. Ηταν πολύ φωτισµένος άνθρωπος, ευθύς και ακριβής. Ηταν ταυτόχρονα του πνεύµατος αλλά και της πράξης. Γι’ αυτό και ανεδείχθη όχι µόνο ως πνευµατικός άνθρωπος στη Σορβόννη, το οποίο είναι ένα τεράστιο πανεπιστήµιο, αλλά σε όλα τα πόστα στα οποία διακόνησε. Ηταν µια επιστήµονας πολύ αποτελεσµατική».

Η Ελένη Αρβελέρ άνοιξε νέους δρόµους στην πρόσληψη του βυζαντινού πολιτισµού και ο κ. Αρβανιτόπουλος αποκαλύπτει πώς τα κατάφερε. «Με τα γραπτά της έρευνάς της και µε τη διδασκαλία στο πανεπιστήµιο και τους φοιτητές της. Τα έργα της και οι διαλέξεις της ήταν κορυφαία και ανέδειξαν τον πολιτιστικό πλούτο του Βυζαντίου. Η δράση της συνέβαλε στην εξωστρέφεια της Ελλάδας απόλυτα. Ηταν αυτό που λέµε µια εξαγώγιµη Ελληνίδα. ∆ηλαδή, µια Ελληνίδα που βρισκόταν σε όλα τα πνευµατικά σαλόνια της Ευρώπης και της Αµερικής και έχαιρε της εκτίµησης όλων».

Στην ερώτηση πώς ήταν ως άνθρωπος, ο ίδιος κάνει λόγο για µια απλότητα η οποία τη χαρακτήριζε. «Πολύ απλή και µε πολύ χιούµορ. Ταυτόχρονα, µπορούσε µε ένα ερέθισµα να σε πάει σε άλλες στρατόσφαιρες γνώσης και προβληµατισµού», αναφέρει, ενώ το έργο της στους ∆ελφούς το θεωρεί τεράστιο. «Εκανε τεράστιο έργο για τους ∆ελφούς. Με τις εκδηλώσεις που οραµατιζόταν και πραγµατοποιούσε, τους κατέστησε ένα µεγάλο πολιτιστικό τοπόσηµο. ∆ιέθετε πνευµατική τόλµη και επιστηµονική αυστηρότητα. Είχε την παρρησία να πει ότι στη Βεργίνα βρίσκεται ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τονίζοντας ότι ο Ανδρόνικος έκανε λάθος, που πίστευε ότι ο τάφος εκείνος ανήκει στον Φίλιππο Β’. Το υποστήριξε µε πάθος µέχρι τέλους και το τεκµηρίωσε ενάντια σε όλη την πανεπιστηµιακή κοινότητα. Αυτό ήθελε πολλή τόλµη».

Για την προσωπική σχέση που είχε µαζί της µιλάει µε απλά λόγια. «Πάντα όταν ερχόταν στην Ελλάδα πίναµε έναν καφέ. Οταν τη συναντούσα, άνοιγε η ψυχή µου. Για την Ελλάδα, επειδή δεν τη δέσµευε κάτι, µίλαγε ελεύθερα και κάποιες φορές ασκούσε κριτική µε µόνη σκέψη να καλυτερεύσει η χώρα. Ηθελε να βελτιωθούν τα κακώς κείµενα που έβλεπε. ∆εν χάριζε κάστανα σε κανέναν. Μιλούσε χωρίς φόβο». Ωστόσο, ο κ. Αρβανιτόπουλος συγκινηµένος αναφέρεται και στη δύσκολη εποχή των παιδικών της χρόνων κατά την περίοδο της Κατοχής. «Αυτή η γυναίκα και όσοι έχουν βιώσει την Κατοχή έγιναν σπουδαίοι, γιατί είχαν πολύ σκληρά παιδικά βιώµατα. Ξέρανε από νωρίς πόσο έπρεπε να παλέψουν για να κατακτήσουν κάτι. Αυτά τα βιώµατα τους έκαναν πολύ επιτυχηµένους ανθρώπους. Σήµερα υπάρχει µια µαλθακότητα πάνω στο καλό και το κακό της ευµάρειας, η οποία σε κάνει να τα θεωρείς όλα δεδοµένα, µέχρι που αλλάζουν τα πράγµατα και τότε συγκρούεσαι µε τον τοίχο», λέει χαρακτηριστικά.

arvanitopoulos

"Είχε λόγο αιχμηρό"


Ο Ανδρέας Γκόφας, αν και κατέχει τη θέση του διευθυντή του ΕΠΚε∆ µόνο τα τελευταία τέσσερα χρόνια, µιλάει για αυτήν σαν να την ήξερε πολλά χρόνια. «Ηταν ταυτισµένη µε το ΕΠΚε∆. Η µακρά θητεία της έχει σφραγίσει και τη φυσιογνωµία και τον προσανατολισµό του Κέντρου, το οποίο, χάρη σε αυτήν, καθιερώθηκε ως όρος διεθνούς πνευµατικής συνάντησης, διαλόγου και προβληµατισµού. Το κύρος της την καθιστούσε την κατεξοχήν πρέσβειρα του ελληνικού πολιτισµού. Από την άλλη, το Κέντρο ήταν σηµείο συνάντησης ξένων προσωπικοτήτων. Πέρα από αυτήν τη θεσµική της διάσταση, καθοριστικό µε τον τόπο των ∆ελφών ήταν ότι είχε µια βιωµένη σχέση. Εκπροσωπούσε η ίδια το µέτρο που εκφράζουν οι ∆ελφοί. Για όλους εµάς, που βρεθήκαµε να συνεχίζουµε το έργο της, η αίσθηση του µέτρου αποτελεί µια σπουδαία παρακαταθήκη», τονίζει. Οσο για το όραµά της, αναφέρει: «Οι ∆ελφοί ήταν για αυτήν ένας τόπος αιώνιας ωραιότητας και έτσι τον υπηρέτησε όλα αυτά τα χρόνια, πράγµα το οποίο το ενέπνευσε και στο εξωτερικό. Ηταν τέτοια η εµβέλεια και το κύρος της».

Ο Ανδρέας Γκόφας, αναφερόµενος στην ανθρώπινη διάστασή της, κάνει λόγο για έναν µαγικό συνδυασµό τόλµης και ανθρώπινης ευαισθησίας. «Συνδύαζε την επαγγελµατική αυστηρότητα µε έναν βαθύ ανθρωπισµό, ανθρώπινη µατιά και προσέγγιση, πράγµα καθόλου εύκολο, αλλά βαθιά παιδαγωγικό. Το εισέπραττε πάντα ο τυχερός συνοµιλητής της. Αυτή η ικανότητά της εµένα προσωπικά θα µου λείψει στο επίπεδο της προσωπικής επαφής που είχαµε θεσµικά στο Κέντρο. Ηταν µια πολύ ισχυρή φωνή στον δηµόσιο λόγο, που λείπει σήµερα. Είχε λόγο αιχµηρό, δεν µασούσε τα λόγια της. Πολλοί θεσµικοί παράγοντες στην Ελλάδα την άκουγαν και το θεωρούσαν προνόµιο για τους εαυτούς τους να την ακούν», κατέληξε.

gkofas


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Παραπολιτικά"