"Τον είδα στον δρόμο σαν 7χρονη και η μαμά μου είπε ‘είναι ένας σπουδαίος Έλληνας’": Η Σοφία Μάνου αποκαλύπτεται στον Γιώργο Κουβαρά (Βίντεο)
Εφ'όλης της ύλης συνέντευξη
Η διακεκριμένη ερμηνεύτρια, Σοφία Μάνου, μίλησε στον Γιώργο Κουβαρά για τα ακούσματα και τις αξίες που διαμόρφωσαν τη διαδρομή της, σκιαγραφώντας το προσωπικό και καλλιτεχνικό της αποτύπωμα με ειλικρίνεια και καθαρότητα λόγου
Ο Γιώργος Κουβαράς άνοιξε για ακόμη μια φορά το μικρόφωνο της ραδιοφωνικής εκπομπής «Μίλησε μου» και συγκεκριμένα για την τραγουδίστρια, Σοφία Μάνου. Η διακεκριμένη ερμηνεύτρια μίλησε για τα ακούσματα και τις αξίες που διαμόρφωσαν τη διαδρομή της, σκιαγραφώντας το προσωπικό και καλλιτεχνικό της αποτύπωμα με ειλικρίνεια και καθαρότητα λόγου. Αναφερόμενη στα πρώτα της βιώματα, στάθηκε με συγκίνηση στο γεγονός ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας της, πρόλαβε να γνωρίσει εν ζωή μεγάλες μορφές της ελληνικής μουσικής.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Γερμανία, σπούδασε κλασικό πιάνο: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Γερμανία και σπούδασα κλασικό πιάνο γιατί κάτι άλλο δεν υπήρχε να σπουδάσω εκεί», ανέφερε. Αποκάλυψε ότι το ελληνικό τραγούδι δεν έλειψε ποτέ από το σπίτι της. Ο πατέρας της, λάτρης της ελληνικής μουσικής, μετέφερε στην οικογένεια τον παλμό μιας «χρυσής εποχής» για το ελληνικό τραγούδι. Οι δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι λειτουργούσαν ως γέφυρα με την πατρίδα, κρατώντας ζωντανή την επαφή με την Ελλάδα.
Παράλληλα, η σχέση της οικογένειάς της με τα εκκλησιαστικά ακούσματα ήταν βαθιά. Γονείς, θείοι και θείες έψαλλαν στον Άγιο Δημήτριο στη Θεσσαλονίκη, μεταδίδοντάς της από νωρίς το βίωμα της εκκλησιαστικής μουσικής και της συλλογικής έκφρασης.
Ιδιαίτερη ήταν και η αναφορά της σε μια παιδική της μνήμη. Η απλή, καθημερινή βόλτα με την μητέρα της μεταμορφώθηκε σε σημαντικό γεγονός. Συγκεκριμένα η μητέρα της ενθουσιάστηκε όταν είδε μπροστά της τον Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος είχε επισκεφτεί τη χώρα μαζί με στη σύζυγό του. Η 7χρονη τότε Σοφία Μάνου ρώτησε τη μητέρα της ποιος ήταν ο κύριος που χαιρέτησε με τόσο θαυμασμό. Εκείνη της απάντησε «ένας σπουδαίος Έλληνας». Ο χαρακτηρισμός αυτός, όπως είπε, της έμεινε βαθιά χαραγμένος — όχι οι τίτλοι «συνθέτης» ή «μουσικός», αλλά η έννοια του «σπουδαίου Έλληνα».
Μιλώντας για τα πρώτη της επαγγελματική εμπειρία, περιέγραψε το άγχος της σκηνής και συγκεκριμένα την εμφάνιση στο Ηρώδειο με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τα «παγωμένα χέρια» πριν από την εμφάνιση, αλλά και τη μοναδική ενέργεια που της μετέδιδε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ήταν κάτι που θυμάται έντονα έως τώρα. Όπως χαρακτηριστικά λέει: Ένας Γιάννης Μαρκόπουλος ο οποίος με το που ανέβαινες στην σκηνή νόμιζε ότι σου έβαζε φτερά και πετούσες. Μια σκέψη «δεν το πιστεύω αυτό που ζω». Με ειλικρίνεια μίλησε και για μια πτυχή της διαδρομής της που δεν την εκφράζει πλέον: τα μπουζούκια. Αν και εργάστηκε σε αυτά στα πολύ νεανικά της χρόνια, παραδέχθηκε πως δεν της ταιριάζει ο χώρος και ο τρόπος λειτουργίας του, επιλέγοντας συνειδητά μια διαφορετική καλλιτεχνική πορεία.
Δεν δίστασε να επισημάνει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν δομικές αδυναμίες, ιδιαίτερα στον χώρο της ποιοτικής μουσικής, εκεί όπου – όπως υπογράμμισε – συχνά κάτι «χωλαίνει» σε επίπεδο ουσίας και στήριξης. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια διατηρεί έντονη καλλιτεχνική παρουσία, περιοδεύοντας κάθε καλοκαίρι με την Ορχήστρα Καννών, αποδεικνύοντας ότι το ελληνικό τραγούδι μπορεί να σταθεί με αξιώσεις. Κεντρική θέση στη σκέψη της κατέχει η γλώσσα. «Η γλώσσα είναι το παν», τόνισε, επισημαίνοντας πως ο τρόπος επικοινωνίας μας καθορίζει το βάθος και την ποιότητα των σχέσεων μας. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η αναφορά της στην πρόσφατη πρόσκληση που δέχθηκε να ερμηνεύσει τραγούδια της Σοφίας Βέμπο στο Θέατρο Παλλάς.
Η ίδια εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στη δημόσια διχόνοια, ιδίως στον πολιτικό λόγο, εκφράζοντας την αποστροφή της προς κάθε μορφή διαχωρισμού που υπονομεύει τη συλλογικότητα. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τη Γερμανία, όπου η πολιτική επιλογή παραμένει προσωπική υπόθεση και οι σύζυγοι μεταξύ τους κρατούν -στην κυριολεξία- κρυφή τη ψήφο τους. Σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά της, ανυπομονεί για την ιδιαίτερη συναυλία στο Κολλέγιο Αθηνών, με τίτλο «Εν Σαρακοστή Πίστη και Ελπίδα». Μια συναυλία αφιερωμένη στη μορφή του Χριστού και της Παναγίας στο ελληνικό τραγούδι.
Γεννημένη και μεγαλωμένη στη Γερμανία, σπούδασε κλασικό πιάνο: «Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Γερμανία και σπούδασα κλασικό πιάνο γιατί κάτι άλλο δεν υπήρχε να σπουδάσω εκεί», ανέφερε. Αποκάλυψε ότι το ελληνικό τραγούδι δεν έλειψε ποτέ από το σπίτι της. Ο πατέρας της, λάτρης της ελληνικής μουσικής, μετέφερε στην οικογένεια τον παλμό μιας «χρυσής εποχής» για το ελληνικό τραγούδι. Οι δίσκοι του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι λειτουργούσαν ως γέφυρα με την πατρίδα, κρατώντας ζωντανή την επαφή με την Ελλάδα.
Παράλληλα, η σχέση της οικογένειάς της με τα εκκλησιαστικά ακούσματα ήταν βαθιά. Γονείς, θείοι και θείες έψαλλαν στον Άγιο Δημήτριο στη Θεσσαλονίκη, μεταδίδοντάς της από νωρίς το βίωμα της εκκλησιαστικής μουσικής και της συλλογικής έκφρασης.
Ιδιαίτερη ήταν και η αναφορά της σε μια παιδική της μνήμη. Η απλή, καθημερινή βόλτα με την μητέρα της μεταμορφώθηκε σε σημαντικό γεγονός. Συγκεκριμένα η μητέρα της ενθουσιάστηκε όταν είδε μπροστά της τον Μίκη Θεοδωράκη ο οποίος είχε επισκεφτεί τη χώρα μαζί με στη σύζυγό του. Η 7χρονη τότε Σοφία Μάνου ρώτησε τη μητέρα της ποιος ήταν ο κύριος που χαιρέτησε με τόσο θαυμασμό. Εκείνη της απάντησε «ένας σπουδαίος Έλληνας». Ο χαρακτηρισμός αυτός, όπως είπε, της έμεινε βαθιά χαραγμένος — όχι οι τίτλοι «συνθέτης» ή «μουσικός», αλλά η έννοια του «σπουδαίου Έλληνα».
Μιλώντας για τα πρώτη της επαγγελματική εμπειρία, περιέγραψε το άγχος της σκηνής και συγκεκριμένα την εμφάνιση στο Ηρώδειο με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Τα «παγωμένα χέρια» πριν από την εμφάνιση, αλλά και τη μοναδική ενέργεια που της μετέδιδε ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ήταν κάτι που θυμάται έντονα έως τώρα. Όπως χαρακτηριστικά λέει: Ένας Γιάννης Μαρκόπουλος ο οποίος με το που ανέβαινες στην σκηνή νόμιζε ότι σου έβαζε φτερά και πετούσες. Μια σκέψη «δεν το πιστεύω αυτό που ζω». Με ειλικρίνεια μίλησε και για μια πτυχή της διαδρομής της που δεν την εκφράζει πλέον: τα μπουζούκια. Αν και εργάστηκε σε αυτά στα πολύ νεανικά της χρόνια, παραδέχθηκε πως δεν της ταιριάζει ο χώρος και ο τρόπος λειτουργίας του, επιλέγοντας συνειδητά μια διαφορετική καλλιτεχνική πορεία.
Δεν δίστασε να επισημάνει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν δομικές αδυναμίες, ιδιαίτερα στον χώρο της ποιοτικής μουσικής, εκεί όπου – όπως υπογράμμισε – συχνά κάτι «χωλαίνει» σε επίπεδο ουσίας και στήριξης. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια διατηρεί έντονη καλλιτεχνική παρουσία, περιοδεύοντας κάθε καλοκαίρι με την Ορχήστρα Καννών, αποδεικνύοντας ότι το ελληνικό τραγούδι μπορεί να σταθεί με αξιώσεις. Κεντρική θέση στη σκέψη της κατέχει η γλώσσα. «Η γλώσσα είναι το παν», τόνισε, επισημαίνοντας πως ο τρόπος επικοινωνίας μας καθορίζει το βάθος και την ποιότητα των σχέσεων μας. Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η αναφορά της στην πρόσφατη πρόσκληση που δέχθηκε να ερμηνεύσει τραγούδια της Σοφίας Βέμπο στο Θέατρο Παλλάς.
Η ίδια εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στη δημόσια διχόνοια, ιδίως στον πολιτικό λόγο, εκφράζοντας την αποστροφή της προς κάθε μορφή διαχωρισμού που υπονομεύει τη συλλογικότητα. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τη Γερμανία, όπου η πολιτική επιλογή παραμένει προσωπική υπόθεση και οι σύζυγοι μεταξύ τους κρατούν -στην κυριολεξία- κρυφή τη ψήφο τους. Σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά της, ανυπομονεί για την ιδιαίτερη συναυλία στο Κολλέγιο Αθηνών, με τίτλο «Εν Σαρακοστή Πίστη και Ελπίδα». Μια συναυλία αφιερωμένη στη μορφή του Χριστού και της Παναγίας στο ελληνικό τραγούδι.
En