Συγκλονίζει η κόρη του Ρόναλντ Στιούαρτ που δολοφονήθηκε από την ''17 Νοέμβρη'': Όταν ενεργοποίησαν την βόμβα, με διέλυσαν σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια (Βίντεο)
''Δεν έμαθα αν πέθανε απογοητευμένος μαζί μου''
Η Νικόλ Έντουαρντς περιγράφει στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για τη 17 Νοέμβρη, πώς έμαθε πως ο πατέρας της δολοφονήθηκε στη Γλυφάδα και την τελευταία τους επικοινωνία
Η κόρη του 35χρονου Αμερικανού λοχία Ρόναλντ Στιούαρτ που εκτελέστηκε το 1991 από την 17 Νοέμβρη, έξω από το σπίτι του στη Γλυφάδα, μίλησε στο ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά για την τρομοκρατική οργάνωση. Ειδικότερα, η κόρη του, Νικόλ, σε μια συγκλονιστική μαρτυρία, περιγράφει πώς η απώλεια του πατέρα της την «έσπασε σε εκατομμύρια κομμάτια». Η συναισθηματική της αναδρομή αποκαλύπτει τον πόνο και την καθημερινή της μάχη για να αντιμετωπίσει τη θλίψη και την απώλεια. «Κάθε μέρα μου λείπει», δηλώνει, τονίζοντας τη διάρκεια του πένθους και την αναζήτηση τρόπων να ξαναμαζέψει τα κομμάτια της ζωής της.
Διαβάστε: "Φάκελος 17Ν"… με τον Αλέξη Παπαχελά απόψε στις 21:00 στον ΣΚΑΙ (Βίντεο)
«Ο πατέρας μου ήταν πολύ χαρισματικός, είχε το πιο μεταδοτικό χαμόγελο, όλοι ήθελαν αν είναι κοντά του. Ήταν εξαιρετικός μάγειρας, είχε φοβερή φωνή, τραγουδούσε συνεχώς», λέει αρχική η ίδια, ενώ σχετικά με το πώς έμαθε την δολοφονία του πατέρα της, αναφέρει: «Ήμουν 17 ετών. Είχα μόλις παντρευτεί και είχα κάνει το πρώτο μου παιδί. Ο σύζυγός μου ήρθε τότε και μου είπε ότι πρέπει να πάμε στη δουλειά της μητέρας μου. Δεν με άφηνε να δω τηλεόραση, ούτε να ακούσω ραδιόφωνο. Όταν φτάσαμε εκεί, ήταν πολλοί άνθρωποι μέσα σε ένα γραφείο. Όλοι προσπαθούσαν να μου πάρουν το μωρό μου. Και δεν θυμάμαι τα ακριβή λόγια της, αλλά θυμάμαι να λέει συνεχώς ότι ο μπαμπάς μου τραυματίστηκε. Ποτέ δεν είπε ότι ήταν νεκρός ή ότι ήταν δολοφονημένος, μόνο ότι είχε τραυματιστεί».
''Είχα καθίσει στο πάτωμα, και κουνιόμουν μπροστά πίσω'', λέει η κόρη του Ρόναλντ Στιούαρτ που δολοφονήθηκε από την ''17 Νοέμβρη''
«Είχα καθίσει στο πάτωμα, και κουνιόμουν μπροστά πίσω. Ο σύζυγός μου προσπαθούσε να πάρει το παιδί από τα χέρια μου. Νομίζω ότι είπα τη μητέρα μου ψεύτρα ή κάτι τέτοιο», είπε συγκινημένη η κόρη του.
Στη συνέχεια, αναφορικά με το πώς επηρέασε την οικογένεια η απώλεια του Ρόναλντ Στιούαρτ, απάντησε: «Ήταν πολύ δύσκολο, ήμουν το κοριτσάκι του μπαμπά, μου έλειπε πολύ. Θα ερχόταν πίσω στις ΗΠΑ, το Ελληνικό έκλεινε ως βάση και ανυπομονούσα να επιστρέψει στο σπίτι. Ο πατέρα μου όταν έμαθε ότι είχα κλεφτεί κι ότι ήμουν έγκυος είχε απογοητευτεί πολύ από εμένα. Και να θυμάμαι να μου λέει ότι εκείνος κι η μητέρα μου ήταν πολύ μικροί όταν παντρεύτηκαν κι ότι έκαναν τόσες θυσίες για να με μεγαλώσουν και να έχω μια διαφορετική ζωή».
''Δεν έμαθα αν πέθανε απογοητευμένος μαζί μου''
Μάλιστα, όπως λέει, θυμάται και την τελευταία φορά που μίλησε μαζί του: «Στο τελευταίο μας τηλεφώνημα, ήταν εκείνος να μου λέει ότι ήταν απογοητευμένος από εμένα. Και αυτό ήταν κάτι με το οποίο έπρεπε να ζήσω για καιρό. Δεν είχαμε μιλήσει από τα Χριστούγεννα και γέννησα τον Φεβρουάριο. Τότε έγραψε στον μπαμπά μου ένα γράμμα που έλεγα πως έγινα δεκτή σε ένα Πανεπιστήμιο, ότι ο σύζυγός μου κατατάχθηκε στο στρατό όπως εκείνος και πως το παιδί ήταν υγιές και δυνατό και ότι του είχαμε δώσει το όνομά του. Του έγραψα αυτό το γράμμα, δεν μου απάντησε ποτέ και ένα μήνα αργότερα έφυγε από τη ζωή. Έτσι δεν έμαθα ποτέ αν έλαβε το γράμμα. Δεν έμαθα αν πέθανε απογοητευμένος μαζί μου. Αυτό με επηρέασε πάρα πολύ. Σκεφτόμουν ότι τον απογοήτευσα».
Τέλος, σε ερώτηση για το τι θα ήθελε να ρωτήσει τους δολοφόνους του πατέρα της, είπε: «Θέλω να ξέρουν ότι στις 12 Μαρτίου του 1991 όταν ενεργοποίησαν αυτή τη βόμβα δεν σκότωσαν απλά τον πατέρα μου, αλλά με έσπασαν σε εκατομμύρια κομμάτια και ακόμα προσπαθώ να επανακάμψω. Ακόμα μου λείπει κάθε μέρα».
Η βόμβα στον Ρόναλντ Στιούαρτ από τη ''17 Νοέμβρη'' το 1991
Το βράδυ της 12ης Μαρτίου 1991, στη Γλυφάδα εξερράγη μια βόμβα που προκάλεσε φόβο και πανικό. Στόχος ήταν ο 35χρονος λοχίας Ρόναλντ Στιούαρτ ο οποίος υπηρετούσε στην αμερικάνικη στρατιωτική βάση της Γλυφάδας. Από την έκρηξη έχασε και τα δύο του πόδια, ενώ λίγη ώρα αργότερα την ώρα της εγχείρησης, άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο Στιούαρτ το βράδυ της 12ης Μαρτίου είχε φύγει από τη βάση των ΗΠΑ και είχε πάει στην Άνω Γλυφάδα όπου βρισκόταν το σπίτι του. Πάρκαρε το όχημα του και με τα πόδια κατευθύνθηκε στην είσοδο του σπιτιού του. Ελάχιστα πριν μπει στην πολυκατοικία σημειώθηκε η έκρηξη που του στέρησε τη ζωή.
«Αποφασίσαμε να χτυπήσουμε τον εγκληματικό μηχανισμό γενοκτονίας που λέγεται Αμερικάνικες ένοπλες Δυνάμεις, εκτελώντας έναν απ' τους μισθοφόρους επαγγελματίες φονιάδες της Βάσης του Ελληνικού. Όπως έχουμε δηλώσει και στο παρελθόν θα συνεχίσουμε να χτυπάμε αυτούς τους φονιάδες, είτε εργάζονται στις αμερικάνικες βάσεις στη χώρα μας είτε έχουν έρθει για διακοπές στα νησιά μας, μέχρις ότου αποχωρήσει ο τελευταίος Αμερικάνος μισθοφόρος απ' τη χώρα μας κι ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης απ' την Κύπρο.
Περιμένουμε με ενδιαφέρον και συντριβή τις γνωστές στερεότυπες ανακοινώσεις των διαφόρων φρόκαλων της πολιτικής, της δημοσιογραφίας και της αμερικανοδουλείας όπου δίκην αθώας περιστεράς, κατακεραυνώνουν με ''αποτροπιασμό'' την εγκληματική παραβίαση απ' τη 17Ν του δικαιώματος στη ζωή, ενώ δεν διέκριναν τέτοια παραβίαση στη γενοκτονία επί ένα μήνα 130.000 Ιρακινών, σιωπώντας συνένοχα και παραμένοντας ασυγκίνητοι» έγραφε, μεταξύ άλλων, η προκήρυξη.
Μέσα στο τεταμένο κλίμα της εποχής ο 35χρονος λοχίας Ρόναλντ Στιούαρτ είχε εξομολογηθεί σε έναν φίλο του πως φοβόταν να κυκλοφορεί με τη στολή του έξω από τη βάση, καθώς φοβόταν πως μπορεί να γίνει στόχος επίθεσης. Όπως είχαν πει οι δικοί του άνθρωποι ήταν υπεύθυνος προμηθειών του νοσοκομείου και του ΚΨΜ της τότε βάσης του Ελληνικού. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, κυκλοφορούσε στη Γλυφάδα χωρίς ασφάλεια και χωρίς να λαμβάνει μέτρα ασφαλείας. Ήταν, δηλαδή, ένας εξαιρετικά εύκολος στόχος. Την περίοδο της εξάρθρωσης της «17Ν», όταν η αντιτρομοκρατική είχε συλλάβει τον Χριστόδουλο Ξηρό, εκείνος είχε ομολογήσει προανακριτικά πως συμμετείχε στη συγκεκριμένη ενέργεια.
«Στη συνέχεια συμμετάσχω στην έκρηξη βόμβας με τηλεχειρισμό σε Αμερικανό αξιωματούχο στη Γλυφάδα, μαζί με τον αδελφό μου Σάββα, τον «Λουκά» (σ.σ.: Δημ. Κουφοντίνα) και τον «Χάρη» (σ.σ.: Ηρακλή Κωστάρη). Η διαδικασία επιλογής του έγινε με τον τρόπο που αναφέρεται σε προηγούμενες ενέργειες. Το μπουτόν, τον τηλεχειρισμό το έκανε πιθανόν ο Σάββας, και όλοι μας ήμασταν στο πίσω μέρος ενός ΙΧΦ αυτοκινήτου, μάρκας δεν θυμάμαι, κλεμμένου, και αναμέναμε τον στόχο. Το όνομα του στόχου το έμαθα την επόμενη ημέρα από τα ΜΜΕ», είχε ομολογήσει ο Χριστόδουλος Ξηρός, κατάθεση την οποία αργότερα ανακάλεσε ισχυριζόμενος πως ήταν προϊόν πίεσης από τα στελέχη της αντιτρομοκρατικής.
En