κινηματογραφική ταινία Παπαφλέσσας με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Το έργο αυτό για την Επανάσταση του 1821 προβάλλεται κάθε χρόνο στην τηλεόραση γύρω από την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου, διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού. Πίσω από τη δημιουργία της κρύβεται μια συναρπαστική ιστορία παραγωγής, αλλά και ένα επεισόδιο που σημάδεψε την πρεμιέρα της.

Το αστρονομικό κόστος παραγωγής της ταινίας Παπαφλέσσας

Η υπερπαραγωγή της Φίνος Φιλμ σε συνεργασία με τον Τζέιμς Πάρις κόστισε 12.000.000 δραχμές, ποσό που για τα δεδομένα της εποχής ήταν εξωπραγματικό. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της επένδυσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το συνηθισμένο budget μιας ελληνικής παραγωγής εκείνη την περίοδο κυμαινόταν από 2 έως 4 εκατομμύρια δραχμές όταν συμμετείχαν διάσημοι πρωταγωνιστές. Χωρίς την παρουσία σταρ, το κόστος περιοριζόταν στο 1 με 1,5 εκατομμύριο δραχμές.

Η ταινία σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου προβλήθηκε κατά τη σεζόν 1971 με 1972 και κατάφερε να πουλήσει 297.817 εισιτήρια, κατακτώντας τη δέκατη θέση στη λίστα με τις επιτυχημένες κινηματογραφικές δουλειές της χρονιάς. Σήμερα τα δικαιώματα διανομής ανήκουν στην εταιρεία Καραγιάννης και Καρατζόπουλος.

Τα γυρίσματα και η παραγωγική πολυπλοκότητα

Το μεγαλύτερο τμήμα των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στα Αμπελάκια Λάρισας, ένα χωριό με ιστορική σημασία. Τρεις διαφορετικές εταιρείες συμμετείχαν ως χορηγοί, γεγονός που υπογραμμίζει την τεράστια κλίμακα του εγχειρήματος. Η Κάτια Δανδουλάκη, που συμμετείχε στο καστ, περιέγραψε σε συνέντευξή της τις προκλήσεις της παραγωγής.

Για τις μαχητικές σκηνές χρησιμοποιήθηκαν πολυάριθμοι στρατιώτες που εκτελούσαν τη στρατιωτική τους θητεία. Πολλαπλά συνεργεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα, με τέσσερις βοηθούς σκηνοθέτες να συντονίζουν τις εργασίες. Οι Διονύσης και Βασίλης Φωτόπουλος ανέλαβαν τη σκηνογραφία, δημιουργώντας εντυπωσιακά σκηνικά.

Η ηθοποιός χαρακτήρισε το εγχείρημα ως «ηρωική επένδυση», καθώς πραγματοποιήθηκε στο τέλος μιας εποχής για τον ελληνικό κινηματογράφο. Παρόμοιες παραγωγές όπως οι «Σουλιώτες» συνεχίζουν να προβάλλονται κάθε χρόνο, χωρίς να έχουν ξεπεραστεί από νεότερες δημιουργίες.

Η πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη και η αντίδραση του Παπαμιχαήλ

Η πρώτη επίσημη προβολή έλαβε χώρα στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 στο 12ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το έργο συγκέντρωσε εξαιρετικές κριτικές και διακρίσεις, κερδίζοντας τα βραβεία Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Αρτιότερης Παραγωγής. Ο Διονύσης Φωτόπουλος τιμήθηκε για τη σκηνογραφία και τα ενδύματα, ενώ ο ρόλος χαρακτηρίστηκε ως ο καλύτερος στην καριέρα του Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Ωστόσο, η βραδιά της πρεμιέρας σημαδεύτηκε από ένα δυσάρεστο περιστατικό. Ο πρωταγωνιστής, που συνοδευόταν από την Αλίκη Βουγιουκλάκη, εξοργίστηκε από τη συμπεριφορά ομάδας θεατών στον εξώστη. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι άρχισαν να γιουχάρουν και να κοροϊδεύουν τόσο τον ίδιο όσο και τους παραγωγούς της ταινίας.

Οι δηλώσεις του Παπαμιχαήλ για το σκάνδαλο

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Απογευματινή, ο αξέχαστος ηθοποιός εξέφρασε ανοιχτά την οργή και την απογοήτευσή του. Μάλιστα, υποστήριξε ότι θα ήταν προτιμότερη η κατάργηση του Φεστιβάλ παρά η επανάληψη παρόμοιων συμπεριφορών. «Μίσησα την οργανωμένη οχλαγωγία του Φεστιβάλ. Εκείνων που μετέτρεψαν την αίθουσα σε εξέδρα γηπέδου. Ντροπή τους τέτοια ασέβεια. Δεν σεβάστηκαν τίποτε», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Παπαμιχαήλ. Συνέχισε περιγράφοντας τους ταραξίες ως «φαιδρό συρφετό αγέλης, φανατικών της εξέδρας» και «καφενόβιους» που ήρθαν με σκοπό να μετατρέψουν το Φεστιβάλ σε εμποροπανήγυρη. Η έντονη αντίδραση του πρωταγωνιστή αντανακλούσε την απογοήτευσή του για την έλλειψη σεβασμού προς τη δημιουργική προσπάθεια.

Η τηλεοπτική παρουσία και η διαχρονική αξία

Κάθε χρόνο η ταινία Παπαφλέσσας προβάλλεται στην ελληνική τηλεόραση γύρω από την εθνική επέτειο. Φέτος το κανάλι ΑΝΤ1 προγραμμάτισε δύο προβολές: την Κυριακή 22 Μαρτίου στις 21:00 και την Τετάρτη 25 Μαρτίου, ανήμερα της εθνικής εορτής, στις 09:00.

Το έργο παραμένει σημείο αναφοράς για τις ιστορικές παραγωγές του ελληνικού κινηματογράφου, συνδυάζοντας θεαματικότητα με ιστορική αφήγηση. Η επένδυση των 12 εκατομμυρίων δραχμών αποδείχθηκε δικαιολογημένη, καθώς το αποτέλεσμα συνεχίζει να συγκινεί και να εκπαιδεύει νέες γενιές θεατών για τους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821.