Άγιο Φως: Πότε ήρθε για πρώτη φορά αεροπορικώς στην Ελλάδα
Όλο το τελετουργικό
Το 1988, με πρωτοβουλία ενός ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού πρακτορείου που εξειδικευόταν στο θρησκευτικό τουρισμό, το Άγιο Φως μεταφέρθηκε για πρώτη φορά αυθημερόν στην Αθήνα με αεροπλάνο της Ολυμπιακής
Πριν έξι χρόνια όταν βρισκόταν σε εξέλιξη η πανδημία του κορωνοϊού, το Άγιο Φως δεν μοιράστηκε στους ναούς της χώρας. Οι ιερείς τέλεσαν τη λειτουργία της Ανάστασης με κλειστές τις εκκλησίες και άναψαν το Άγιο Φως από τα καντήλια των ναών.
Ωστόσο, στα Ιεροσόλυμα η τελετή της αφής πραγματοποιήθηκε κανονικά. Είναι μία από τις παλαιότερες και πιο πολυσυζητημένες ιεροτελεστίες του Χριστιανισμού. Πριν λίγα χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος όταν κλήθηκε να απαντήσει στο θέμα της μεταφοράς του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα δήλωσε ότι «δεν υπάρχει Άγιο φως πρώτης κατηγορίας και δεύτερης κατηγορίας». Και συμπλήρωσε: «Παλαιότερα πριν γίνουν αυτά που γίνονται σήμερα για την υποδοχή του Αγίου Φωτός, έπαιρναν το φως από το καντήλι της Αγίας Τραπέζης. Αυτά είναι ήθη που επικράτησαν τελευταία».
Η απάντηση αυτή του Αρχιεπισκόπου μας θυμίζει ότι μέχρι το 1988 η μεταφορά του Αγίου Φωτός την Ελλάδα γινόταν με πλοίο και έφτανε στη Μητρόπολη της Αθήνας μία εβδομάδα μετά. Ωστόσο το 1988, με πρωτοβουλία ενός ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού πρακτορείου που εξειδικευόταν στο θρησκευτικό τουρισμό, το Άγιο Φως μεταφέρθηκε για πρώτη φορά αυθημερόν στην Αθήνα με αεροπλάνο της Ολυμπιακής. Εκείνο το Πάσχα μετέβη στα Ιεροσόλυμα αυτοπροσώπως ο Αρχιεπίσκοπος Ειρηναίος, έτσι ώστε να το παραλάβει, με τη συνοδεία του ταξιδιωτικού πράκτορα Ιάκωβου Οικονομίδη.
Οι Έλληνες εκπρόσωποι έδωσαν το παρών στην τελετή αφής, παρέλαβαν το Άγιο Φως και τις 7:30 το απόγευμα της Παρασκευής επέστρεψαν στην Ελλάδα. Από το αεροδρόμιο του Ελληνικού μεταφέρθηκε στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι πιστοί και κληρικοί για να το μεταφέρουν στις ενορίες τους.
Η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας και κυρίως η Εκκλησία υποστήριξε αυτή την κίνηση κι έτσι τα επόμενα χρόνια καθιερώθηκε. Ωστόσο, για μιάμιση δεκαετία, η αεροπορική μεταφορά του Αγίου Φωτός εξακολουθούσε να γίνεται με την ευθύνη κάποιου ταξιδιωτικού γραφείου. Επισήμως το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών την ανέλαβε το 2002.
Μάλιστα η διαδικασία που τηρείται είναι συγκεκριμένη. Συγκεκριμένα Ο έξαρχος του Παναγίου Τάφου της Αθήνας παραλαμβάνει το «ανέσπερον φως» από τα Ιεροσόλυμα και με ειδική πτήση το μεταφέρει στην Αθήνα. Η υποδοχή του στην ελληνική πρωτεύουσα γίνεται με τιμές αρχηγού κράτους, παρουσία επισήμων, πολιτικών ηγετών και εκπροσώπων της Εκκλησίας. Έπειτα γίνεται η μεταφορά του στη Μητρόπολη Αθηνών και από εκεί σε πολλές άλλες Μητροπόλεις που αναλαμβάνουν να το στείλουν στους ναούς.
Η λειτουργία της Αναστάσεως και η Ιερή Λιτανεία κάθε χρόνο, το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα τελείται η λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία παρακολουθούν χριστιανοί από κάθε μεριά της γης, αλλά και αλλόθρησκοι που θέλουν να ζήσουν την εμπειρία.
Στις 12 το μεσημέρι, πραγματοποιείται η Ιερή Λιτανεία, ενώ εκπρόσωποι όλων των Εκκλησιών έχουν την ευκαιρία να ασπαστούν το χέρι του ελληνορθόδοξου Πατριάρχη. Αμέσως μετά, ο Πανάγιος Τάφος αποσφραγίζεται. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων βγάζει την αρχιερατική στολή του και μένει μόνο με το λευκό στιχάριο.
Παίρνει στα χέρια του τους σβηστούς πυρσούς, μπαίνει στο Ιερό Κουβούκλιο, που είναι συσκοτισμένο και παραμένει στον ιερό χώρο 15 λεπτά προσευχόμενος. Βγαίνοντας από τον Τάφο, οι πυρσοί είναι πλέον αναμμένοι και οι πιστοί τον υποδέχονται πανηγυρικά με τις λαμπάδες τους, αναμένοντας να είναι από τους πρώτους που θα λάβουν το Άγιο Φως.
Σημειώνεται ότι μεμονωμένες αναφορές και μαρτυρίες μιλούν για τη φλόγα του Αγίου Φωτός που ανάβει μόνη της κάθε Πάσχα και εμφανίζεται στους περιηγητές, καταγράφονται ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Μάλιστα, οι Άγιοι Τόποι είναι ένα από τα κατ’ εξοχήν κέντρα των χριστιανών περιηγητών. Εκεί βρίσκεται ο περίφημος Ναός της Αναστάσεως ή όπως είναι ευρέως γνωστός, Πανάγιος Τάφος, καθώς η Αγία Ελένη τον έχτισε στη θέση του Γολγοθά, όπου πιστεύεται ότι σταυρώθηκε και τάφηκε ο Ιησούς Χριστός.
Το 1118 μ.Χ. ο Άραβας Σαλάχ Ελ Ντιν παραχώρησε στους ορθόδοξους μοναχούς τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Ο Ελ Ντιν όριζε ότι «ο πατριάρχης των Ελλήνων θα είναι ο κύριος του Καμαρέ (ναού του Παναγίου Τάφου και αυτός θα παίρνει από τον τάφο του Ικάς το Άγιον Φως για να το μοιράζει στους Ναζωραίους (χριστιανούς)».
Έτσι πέρασε στους Έλληνες η δικαιοδοσία του Αγίου Φωτός και σταδιακά άρχισε να καθιερώνεται η τελετή της αφής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το θαύμα τελείται αποκλειστικά παρουσία του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη και μόνο τις ημέρες που πέφτει το ορθόδοξο Πάσχα.
Ωστόσο, στα Ιεροσόλυμα η τελετή της αφής πραγματοποιήθηκε κανονικά. Είναι μία από τις παλαιότερες και πιο πολυσυζητημένες ιεροτελεστίες του Χριστιανισμού. Πριν λίγα χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος όταν κλήθηκε να απαντήσει στο θέμα της μεταφοράς του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα δήλωσε ότι «δεν υπάρχει Άγιο φως πρώτης κατηγορίας και δεύτερης κατηγορίας». Και συμπλήρωσε: «Παλαιότερα πριν γίνουν αυτά που γίνονται σήμερα για την υποδοχή του Αγίου Φωτός, έπαιρναν το φως από το καντήλι της Αγίας Τραπέζης. Αυτά είναι ήθη που επικράτησαν τελευταία».
Η απάντηση αυτή του Αρχιεπισκόπου μας θυμίζει ότι μέχρι το 1988 η μεταφορά του Αγίου Φωτός την Ελλάδα γινόταν με πλοίο και έφτανε στη Μητρόπολη της Αθήνας μία εβδομάδα μετά. Ωστόσο το 1988, με πρωτοβουλία ενός ιδιοκτήτη ταξιδιωτικού πρακτορείου που εξειδικευόταν στο θρησκευτικό τουρισμό, το Άγιο Φως μεταφέρθηκε για πρώτη φορά αυθημερόν στην Αθήνα με αεροπλάνο της Ολυμπιακής. Εκείνο το Πάσχα μετέβη στα Ιεροσόλυμα αυτοπροσώπως ο Αρχιεπίσκοπος Ειρηναίος, έτσι ώστε να το παραλάβει, με τη συνοδεία του ταξιδιωτικού πράκτορα Ιάκωβου Οικονομίδη.
Οι Έλληνες εκπρόσωποι έδωσαν το παρών στην τελετή αφής, παρέλαβαν το Άγιο Φως και τις 7:30 το απόγευμα της Παρασκευής επέστρεψαν στην Ελλάδα. Από το αεροδρόμιο του Ελληνικού μεταφέρθηκε στην Εξαρχία του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα, όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι πιστοί και κληρικοί για να το μεταφέρουν στις ενορίες τους.
Η πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας και κυρίως η Εκκλησία υποστήριξε αυτή την κίνηση κι έτσι τα επόμενα χρόνια καθιερώθηκε. Ωστόσο, για μιάμιση δεκαετία, η αεροπορική μεταφορά του Αγίου Φωτός εξακολουθούσε να γίνεται με την ευθύνη κάποιου ταξιδιωτικού γραφείου. Επισήμως το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών την ανέλαβε το 2002.
Μάλιστα η διαδικασία που τηρείται είναι συγκεκριμένη. Συγκεκριμένα Ο έξαρχος του Παναγίου Τάφου της Αθήνας παραλαμβάνει το «ανέσπερον φως» από τα Ιεροσόλυμα και με ειδική πτήση το μεταφέρει στην Αθήνα. Η υποδοχή του στην ελληνική πρωτεύουσα γίνεται με τιμές αρχηγού κράτους, παρουσία επισήμων, πολιτικών ηγετών και εκπροσώπων της Εκκλησίας. Έπειτα γίνεται η μεταφορά του στη Μητρόπολη Αθηνών και από εκεί σε πολλές άλλες Μητροπόλεις που αναλαμβάνουν να το στείλουν στους ναούς.
Η λειτουργία της Αναστάσεως και η Ιερή Λιτανεία κάθε χρόνο, το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα τελείται η λειτουργία της Αναστάσεως, την οποία παρακολουθούν χριστιανοί από κάθε μεριά της γης, αλλά και αλλόθρησκοι που θέλουν να ζήσουν την εμπειρία.
Στις 12 το μεσημέρι, πραγματοποιείται η Ιερή Λιτανεία, ενώ εκπρόσωποι όλων των Εκκλησιών έχουν την ευκαιρία να ασπαστούν το χέρι του ελληνορθόδοξου Πατριάρχη. Αμέσως μετά, ο Πανάγιος Τάφος αποσφραγίζεται. Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων βγάζει την αρχιερατική στολή του και μένει μόνο με το λευκό στιχάριο.
Παίρνει στα χέρια του τους σβηστούς πυρσούς, μπαίνει στο Ιερό Κουβούκλιο, που είναι συσκοτισμένο και παραμένει στον ιερό χώρο 15 λεπτά προσευχόμενος. Βγαίνοντας από τον Τάφο, οι πυρσοί είναι πλέον αναμμένοι και οι πιστοί τον υποδέχονται πανηγυρικά με τις λαμπάδες τους, αναμένοντας να είναι από τους πρώτους που θα λάβουν το Άγιο Φως.
Σημειώνεται ότι μεμονωμένες αναφορές και μαρτυρίες μιλούν για τη φλόγα του Αγίου Φωτός που ανάβει μόνη της κάθε Πάσχα και εμφανίζεται στους περιηγητές, καταγράφονται ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Μάλιστα, οι Άγιοι Τόποι είναι ένα από τα κατ’ εξοχήν κέντρα των χριστιανών περιηγητών. Εκεί βρίσκεται ο περίφημος Ναός της Αναστάσεως ή όπως είναι ευρέως γνωστός, Πανάγιος Τάφος, καθώς η Αγία Ελένη τον έχτισε στη θέση του Γολγοθά, όπου πιστεύεται ότι σταυρώθηκε και τάφηκε ο Ιησούς Χριστός.
Το 1118 μ.Χ. ο Άραβας Σαλάχ Ελ Ντιν παραχώρησε στους ορθόδοξους μοναχούς τα προσκυνήματα των Αγίων Τόπων. Ο Ελ Ντιν όριζε ότι «ο πατριάρχης των Ελλήνων θα είναι ο κύριος του Καμαρέ (ναού του Παναγίου Τάφου και αυτός θα παίρνει από τον τάφο του Ικάς το Άγιον Φως για να το μοιράζει στους Ναζωραίους (χριστιανούς)».
Έτσι πέρασε στους Έλληνες η δικαιοδοσία του Αγίου Φωτός και σταδιακά άρχισε να καθιερώνεται η τελετή της αφής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το θαύμα τελείται αποκλειστικά παρουσία του Ελληνορθόδοξου Πατριάρχη και μόνο τις ημέρες που πέφτει το ορθόδοξο Πάσχα.
En