Επιστημονική έρευνα προσθέτει νέα δεδομένα στη συζήτηση για το αν οι αστακοί υποφέρουν κατά τη διάρκεια του βρασίματος. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, τα καρκινοειδή παρουσιάζουν αντιδράσεις συναισθηματικής δυσφορίας όταν εκτίθενται σε επώδυνα ερεθίσματα, γεγονός που ενισχύει τις υποψίες των ερευνητών για την ικανότητά τους να βιώνουν πόνο. Η ανακάλυψη αυτή έχει σημαντικές επιπτώσεις στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε και θανατώνουμε αυτά τα θαλάσσια πλάσματα.

Πώς τα παυσίπονα αποκάλυψαν την αλήθεια για τον πόνο των αστακών

Στις 13 Απριλίου, το επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports δημοσίευσε μελέτη που εξέτασε τις αντιδράσεις των νορβηγικών αστακών σε ηλεκτρικά σοκ. Οι ερευνητές χορήγησαν δύο φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανακούφιση από τον πόνο στον άνθρωπο: ασπιρίνη και λιδοκαΐνη. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, καθώς και τα δύο φάρμακα μείωσαν δραστικά τις αντιδράσεις διαφυγής των ζώων.

Συγκεκριμένα, οι νορβηγικοί αστακοί (Nephrops norvegicus) που δέχτηκαν θεραπεία με παυσίπονα παρουσίασαν σημαντικά λιγότερα τινάγματα ουράς σε σύγκριση με εκείνους που δεν έλαβαν καμία φαρμακευτική αγωγή. Αυτό υποδηλώνει ότι η συμπεριφορά διαφυγής δεν αποτελεί απλό αντανακλαστικό, αλλά συνδέεται άμεσα με την επεξεργασία επώδυνων ερεθισμάτων από το νευρικό σύστημα των καρκινοειδών.

Η πειραματική διαδικασία που άλλαξε τα δεδομένα

Για την πραγματοποίηση της έρευνας, οι επιστήμονες χώρισαν 105 νορβηγικούς αστακούς σε διαφορετικές ομάδες. Μερικές ομάδες χρησίμευσαν ως ομάδες ελέγχου και δεν υπέστησαν ηλεκτρικό σοκ, ενώ άλλες έλαβαν λιδοκαΐνη ή ασπιρίνη πριν εκτεθούν στο επώδυνο ερέθισμα. Η λιδοκαΐνη διαλύθηκε στο νερό της δεξαμενής κάθε ζώου, ενώ η ασπιρίνη χορηγήθηκε μέσω ένεσης.

Κατά τη διάρκεια του πειράματος, οι ερευνητές εφάρμοσαν ηλεκτρικό σοκ 9,09 βολτ ανά μέτρο για διάστημα 10 δευτερολέπτων. Παρακολούθησαν προσεκτικά τη συμπεριφορά των αστακών πριν, κατά τη διάρκεια και έως δύο ώρες μετά την έκθεση στο ηλεκτρικό ρεύμα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι μόνο επτά από τους 13 αστακούς που έλαβαν λιδοκαΐνη και τρεις από τους 13 που έλαβαν ασπιρίνη παρουσίασαν τίναγμα ουράς, σε αντίθεση με την ομάδα που δεν έλαβε θεραπεία.

Τι σημαίνει αλγοδεκτικότητα για τα καρκινοειδή

Η μείωση της συμπεριφοράς διαφυγής μετά τη χορήγηση παυσίπονων οδήγησε τους ερευνητές σε σημαντικό συμπέρασμα. Αν το τίναγμα της ουράς ήταν απλή μυϊκή σύσπαση που προκαλείται ηλεκτρικά, τα φάρμακα δεν θα είχαν κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα, η αποτελεσματικότητα των παυσίπονων υποδηλώνει την ύπαρξη αλγοδεκτικότητας, μιας νευρολογικής διαδικασίας όπου τα σήματα από το σημείο του επιβλαβούς ερεθίσματος μεταδίδονται στον εγκέφαλο και δημιουργούν αρνητική εσωτερική κατάσταση που συνδέεται με τον πόνο.

Η Λιν Σνέντον, καθηγήτρια ζωοφυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία, τόνισε τη σημασία των ευρημάτων: «Το γεγονός ότι τα παυσίπονα που αναπτύχθηκαν για ανθρώπους λειτουργούν και στους αστακούς Νορβηγίας δείχνει πόσο παρόμοια λειτουργούμε. Γι' αυτό είναι σημαντικό να νοιαζόμαστε για το πώς αντιμετωπίζουμε και σκοτώνουμε τα καρκινοειδή, όπως ακριβώς κάνουμε με τα κοτόπουλα και τις αγελάδες».

Προηγούμενες έρευνες που επιβεβαιώνουν τον πόνο στα ασπόνδυλα

Η τρέχουσα μελέτη δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι καβούρια, χταπόδια και άλλα ασπόνδυλα θαλάσσια πλάσματα μπορούν να βιώσουν πόνο. Σε πειράματα με καβούρια ερημίτες, τα ζώα που δέχονταν ηλεκτρικά σοκ μέσα στα καβούκια τους τελικά εγκατέλειπαν τα προστατευτικά τους κελύφη για να αποφύγουν το επώδυνο ερέθισμα.

Τα χταπόδια έχουν παρουσιάσει ακόμη πιο εντυπωσιακές ενδείξεις επεξεργασίας του πόνου. Σε ευρέως γνωστή μελέτη, αυτά τα έξυπνα πλάσματα απέφευγαν συστηματικά τα μέρη που συνδέονταν με τραυματισμούς και προτιμούσαν χώρους που σχετίζονταν με την ανακούφιση από τον πόνο. Αυτή η συμπεριφορά υποδηλώνει όχι μόνο την ικανότητα αντίληψης του πόνου, αλλά και τη δημιουργία μνήμης που συνδέεται με επώδυνες εμπειρίες.


Νομοθετικές αλλαγές σε διεθνές επίπεδο

Τα επιστημονικά δεδομένα αρχίζουν να επηρεάζουν τις πολιτικές σχετικά με τη μεταχείριση των καρκινοειδών. Αρκετές χώρες και περιοχές έχουν ήδη λάβει μέτρα για την προστασία της ευημερίας αυτών των ζώων. Η Νορβηγία, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστρία και τμήματα της Αυστραλίας έχουν απαγορεύσει το βράσιμο ζωντανών καρκινοειδών, αναγνωρίζοντας ότι η πρακτική αυτή προκαλεί υπερβολικό πόνο.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νόμος περί Ευημερίας των Ζώων του 2022 αναγνωρίζει πλέον τα καβούρια, τους αστακούς και τα χταπόδια ως αισθανόμενα όντα που είναι ικανά να βιώσουν πόνο και ταλαιπωρία. Παράλληλα, η Νέα Ζηλανδία έχει θεσπίσει κανόνες που απαιτούν την αναισθητοποίηση των καρκινοειδών πριν από την εμπορική θανάτωσή τους.

Εναλλακτικές μέθοδοι θανάτωσης και το μέλλον

Η βιομηχανία τροφίμων και οι ερευνητές διερευνούν πιο ανθρώπινες εναλλακτικές λύσεις για τη θανάτωση αστακών και καβουριών. Η ηλεκτρική αναισθητοποίηση αναδεικνύεται ως μια πιθανή λύση που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το βράσιμο ζωντανών ζώων. Αυτή η μέθοδος στοχεύει στην άμεση απώλεια συνείδησης του ζώου πριν από τη θανάτωσή του, ελαχιστοποιώντας τον πόνο και την ταλαιπωρία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αρκετές πολιτείες αρχίζουν να ακολουθούν το διεθνές παράδειγμα. Η Καλιφόρνια και η Ουάσινγκτον έχουν λάβει μέτρα για την απαγόρευση της εκτροφής χταποδιών, επικαλούμενες απάνθρωπες πρακτικές. Άλλες πολιτείες εξετάζουν το ενδεχόμενο ψήφισης παρόμοιων νόμων, καθώς τα επιστημονικά στοιχεία συνεχίζουν να συσσωρεύονται.

Τι ζητούν οι επιστήμονες από τις κυβερνήσεις

Οι ερευνητές που συμμετείχαν στη μελέτη υποστηρίζουν ότι τα ευρήματά τους δικαιολογούν μεγαλύτερη ηθική προσοχή προς τους αστακούς και τα υπόλοιπα καρκινοειδή. Ζητούν από τις κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν τους νόμους που αφορούν τη μεταχείριση αυτών των ζώων, τόσο στην εμπορική αλιεία όσο και στη γαστρονομία.

Οι προτάσεις περιλαμβάνουν την υποχρεωτική χρήση μεθόδων αναισθητοποίησης πριν από τη θανάτωση, την απαγόρευση του βρασίματος ζωντανών καρκινοειδών και την εφαρμογή αυστηρότερων προτύπων ευημερίας στις μονάδες επεξεργασίας θαλασσινών. Η επιστημονική κοινότητα τονίζει ότι η ικανότητα των αστακών να υποφέρουν στο βράσιμο δεν είναι πλέον θέμα υποθέσεων, αλλά επιστημονικά τεκμηριωμένο γεγονός που απαιτεί άμεση δράση.