Υπόθεση Μυρτούς στην Κεφαλονιά: Ποια είναι τα σημερινά πρότυπα των νέων - Η σχέση τους με τα social media, η αύξηση στη χρήση ναρκωτικών και η ανάγκη ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης
Όταν η εικόνα γίνεται παγίδα για τους νέους
Ο θάνατος της 19χρονης Μυρτούς στην Κεφαλονιά ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται καθημερινά οι νέοι σήμερα, κυρίως στον χώρο του διαδικτύου
Την ώρα που τα ερωτήματα γύρω από τον θάνατο της 19χρονης Μυρτούς στην Κεφαλονιά ζητούν απαντήσεις και οι αναφορές σε κυκλώματα εκμετάλλευσης, ναρκωτικών και εύκολου χρήματος πυκνώνουν, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο ζήτημα: Ποια είναι σήμερα τα πρότυπα των νέων και πώς αυτά επηρεάζουν τις επιλογές τους. Δεν πρόκειται σίγουρα για ένα μονοδιάστατο θέμα. Αντιθέτως, συνδέεται με ένα πλέγμα κοινωνικών, οικογενειακών και ψυχολογικών παραγόντων, που διαμορφώνουν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι νέοι καλούνται να «μεγαλώσουν», συχνά χωρίς σαφείς σταθερές και χωρίς το αίσθημα ασφάλειας που θα τους επέτρεπε να χαράξουν πιο σταθερή πορεία.
Διαβάστε: Μυρτώ: Καταγγελία σοκ από τον πατέρα της - "Της έδωσαν ουσίες για να την κάνουν υποχείριο" (Βίντεο)
Η υπόθεση της 19χρονης Μυρτούς έρχεται να φωτίσει με τον πιο σκληρό τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Η νεαρή κοπέλα εντοπίστηκε νεκρή τα ξημερώματα της Τρίτης του Πάσχα, 14.04, στην κεντρική πλατεία του Αργοστολίου, έχοντας κάνει χρήση ουσιών, ενώ το πιο σοκαριστικό είναι πως αφέθηκε αβοήθητη, χωρίς να μεταφερθεί εγκαίρως στο νοσοκομείο. Σημειώνεται πως η υπόθεση έχει περάσει στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας, μετά και την προφυλάκιση τριών ανδρών: του 26χρονου αρσιβαρίστα, του 23χρονου τρανς φίλου της άτυχης κοπέλας και του 22χρονου αλβανικής καταγωγής, οι οποίοι κατηγορούνται για ανθρωποκτονία διά παραλείψεως.
Την ίδια ώρα, στο κάδρο των ερευνών των Αρχών έχει μπει κι ένας 66χρονος, που θεωρείται πρόσωπο-κλειδί στην υπόθεση. Οι συνθήκες του θανάτου της και οι μαρτυρίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας ενισχύουν τις υποψίες για εμπλοκή κυκλωμάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά και πιθανότατα μαστροπεία, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι νέοι σήμερα.
Όπως δείχνουν και τα επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. για το 2025, η λήψη ουσιών έχει μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των νέων, με το πρόβλημα να έχει μετατοπιστεί στις μικρότερες ηλικίες. Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία, παρόλο που την περασμένη χρονιά καταγράφηκε συνολική μείωση στις βεβαιωμένες παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σε σχέση με το 2024, δεν ισχύει το ίδιο γι’ αυτές που διαπράχθηκαν από άτομα νεαρής ηλικίας.
Συγκεκριμένα, οι παραβάσεις ανήλθαν σε 18.921 έναντι 21.265 την προηγούμενη χρονιά, παρουσιάζοντας πτώση της τάξης του 10,1%, η οποία εντοπίζεται κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, από τα 21 έτη και άνω. Αντίθετα, στους ανηλίκους και στους νέους ενήλικους καταγράφεται αύξηση. Στην ηλικιακή ομάδα 12- 14 ετών οι παραβάσεις αυξήθηκαν από 35 σε 40, στους 15-18 ετών από 1.548 σε 1.697, ενώ μικρότερη, αλλά υπαρκτή, είναι η άνοδος και στους 19-20 ετών (από 1.666 σε 1.703). Αυτή η στατιστική άνοδος συνδέεται άμεσα με την ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι έφηβοι.
Η καταφυγή στη χρήση ουσιών συχνά αποτελεί ανάγκη τους για απόδραση από μια πραγματικότητα πιεστική ή ίσως και ασφυκτική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος και συγγραφέας Αλεξάνδρα Καππάτου µιλά στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» για τα πρότυπα των νέων, εξηγώντας γιατί έχουν αλλάξει ριζικά σε σχέση µε το παρελθόν.
Όπως επισηµαίνει, παλαιότερα τα παιδιά εµπνέονταν από πρόσωπα που είχαν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό: επιστήµονες, ανθρώπους του περιβάλλοντός τους ή προσωπικότητες µε έργο και αξίες. Σήµερα, όµως, η εικόνα αυτή έχει µετατοπιστεί. Οι νέοι µεγαλώνουν «αγκαλιά» µε την τεχνολογία και τα social media, τα οποία αποτελούν βασικό µέσο επικοινωνίας και πληροφόρησης. «Τα πρότυπα είναι πλέον διαφορετικά. Εµπνέονται από άτοµα που φαίνονται οικεία, κοντά στην ηλικία τους, λαµπερά, µε µια ζωή που προβάλλεται ως ιδανική - ακόµα κι αν δεν έχει σχέση µε την πραγµατικότητα. Πρόκειται για τους λεγόµενους influencers», σηµειώνει. Η έννοια της επιτυχίας έχει αλλάξει δραστικά. ∆εν συνδέεται πλέον απαραίτητα µε την προσπάθεια, τη γνώση, τη µόρφωση ή την εξέλιξη, αλλά µε την εικόνα, τα likes, τους ακόλουθους, τη δηµοφιλία. Αυτό δηµιουργεί µια νέα µορφή κοινωνικής σύγκρισης, στην οποία οι νέοι καλούνται να ανταποκριθούν χωρίς να διαθέτουν ακόµη την απαραίτητη κριτική σκέψη.
Σύµφωνα µε την ίδια, το πρόβληµα επιτείνεται από τον τρόπο λειτουργίας των social media και του αλγορίθµου, που προβάλλει διαρκώς «τέλειες ζωές», ενισχύοντας πιθανά το αίσθηµα ανεπάρκειας. Οι νέοι συγκρίνουν τον εαυτό τους µε µια κατασκευασµένη πραγµατικότητα, γεγονός που µπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική πίεση, χαµηλή αυτοεκτίµηση, προβλήµατα στον ύπνο και στον γνωστικό τοµέα, ενώ συχνά µεταφράζονται σε άγχος και κατάθλιψη. Ιδιαίτερα κρίσιµο είναι και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι έφηβοι.
Όπως εξηγεί η κ. Καππάτου, το «κέντρο ανταµοιβής» του εγκεφάλου αναπτύσσεται πιο γρήγορα από τον προµετωπιαίο φλοιό, που σχετίζεται µε τον έλεγχο των παρορµήσεων και την κριτική σκέψη - τα οποία ωριµάζουν πλήρως περίπου στα 25. Αυτό σηµαίνει ότι οι νέοι αναζητούν άµεση επιβεβαίωση και ανταµοιβή, όπως αυτή που προσφέρουν τα likes και η ψηφιακή αποδοχή. Ακόµα, η ανάγκη του εφήβου να ανήκει σε µια οµάδα είναι εξαιρετικά ισχυρή. Η παρέα -είτε φυσική είτε ψηφιακή- λειτουργεί ως βασικό πρότυπο, επηρεάζοντας συµπεριφορές και επιλογές. Συχνά, ο φόβος της απόρριψης ή της αποµόνωσης οδηγεί σε συµµόρφωση µε συµπεριφορές που µπορεί να είναι επικίνδυνες. Κι όµως, παρά τη διαρκή «σύνδεση», οι νέοι νιώθουν πιο µόνοι από ποτέ.
«Μπορεί να είναι συνεχώς online, αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι έχουν ουσιαστικές σχέσεις. Αντίθετα, βιώνουν έντονα το αίσθηµα της µοναξιάς», εξηγεί η κ. Καππάτου. Η έλλειψη ουσιαστικής συναισθηµατικής σύνδεσης -µε την οικογένεια, το σχολείο ή το περιβάλλον- δηµιουργεί ένα κενό, που συχνά οδηγεί σε αναζήτηση διεξόδων. Σε αυτό το σηµείο, η συζήτηση συνδέεται και µε την αύξηση της χρήσης ναρκωτικών σε µικρότερες ηλικίες. Οπως εξηγεί η κ. Καππάτου, αυτό δεν οφείλεται σε µόνο έναν παράγοντα, αλλά σε συνδυασµό συνθηκών: κοινωνική ανασφάλεια (πόλεµοι, κρίσεις, οικονοµική δυσχέρεια), οικογενειακά προβλήµατα, συναισθηµατική πίεση και επιρροή των social media. Η προβολή ενός τρόπου ζωής που συνδέεται µε την «εύκολη επιτυχία», το γρήγορο χρήµα και την εξωτερική εικόνα µπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για ευάλωτους νέους. Σε συνδυασµό µε την ανάγκη για αποδοχή και την έλλειψη σταθερών, κάποιοι µπορεί να στραφούν σε επικίνδυνες συµπεριφορές, αναζητώντας διέξοδο ή επιβεβαίωση.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το οικογενειακό περιβάλλον. Η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού ενήλικου -γονέα ή άλλου προσώπου εµπιστοσύνης- µπορεί να µειώσει σηµαντικά τον κίνδυνο αυτοκαταστροφικών συµπεριφορών, ακόµα και έως 40%, σύµφωνα µε ρευνες. Αντίθετα, η έλλειψη επικοινωνίας, η παραµέληση ή τα αρνητικά πρότυπα µέσα στην οικογένεια ενισχύουν την ευαλωτότητα του παιδιού.
Όπως υπογραµµίζει η κ. Καππάτου, οι γονείς αποτελούν οι ίδιοι πρότυπα -είτε θετικά είτε αρνητικά- µέσα από τη συµπεριφορά τους στην καθηµερινότητα. Το ερώτηµα που τίθεται, τελικά, είναι αν η λύση βρίσκεται στην απαγόρευση των social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών, η οποία αναµένεται να τεθεί σε εφαρµογή και στη χώρα µας από την 1η Ιανουαρίου του 2027. Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η ειδικός διευκρινίζει ότι η απαγόρευση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά από µόνη της δεν αρκεί. Παράλληλα απαιτείται εκπαίδευση, ενηµέρωση και καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ώστε οι νέοι να µπορούν να κατανοούν τι βλέπουν και να φιλτράρουν την πληροφορία.
«Η πρόληψη δεν βρίσκεται στον έλεγχο ή στην απαγόρευση, αλλά στη σχέση, στην επικοινωνία και στην ενίσχυση της αυτοεκτίµησης», καταλήγει. Σε έναν κόσµο που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, ανασφάλεια και έντονες αντιφάσεις, οι νέοι καλούνται να διαµορφώσουν την ταυτότητά τους µέσα από πρότυπα που συχνά είναι επιφανειακά ή παραπλανητικά. Το στοίχηµα, λοιπόν, δεν είναι µόνο να περιοριστούν οι κίνδυνοι, αλλά να δηµιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στα παιδιά να βρουν πραγµατικά σηµεία αναφοράς – και, τελικά, τον δικό τους δρόµο.
Η υπόθεση της Μυρτούς –όπως και άλλες αντίστοιχες τραγικές ιστορίες– έρχεται να υπενθυµίσει µε τον πιο σκληρό τρόπο ότι πίσω από τις στατιστικές υπάρχουν ζωές που εκτίθενται σε πολλαπλούς κινδύνους και ότι η ευαλωτότητα δεν είναι ατοµική αποτυχία, αλλά αποτέλεσµα συνθηκών που διαµορφώνονται σταδιακά. Το ζητούµενο, εποµένως, δεν είναι να δαιµονοποιηθεί η τεχνολογία ή οι νέες µορφές κοινωνικότητας, αλλά να ενισχυθούν οι µηχανισµοί προστασίας. Η ουσιαστική συνεργασία της οικογένειας µε το σχολείο και η συστηµατική καλλιέργεια κριτικής σκέψης αποτελούν τα µόνα αναχώµατα. Γιατί µόνο όταν οι νέοι πάψουν να αντιµετωπίζουν την εικόνα ως µοναδικό κριτήριο αξίας, θα µπορέσουν να χτίσουν πιο σταθερές και αυθεντικές ταυτότητες. Σε τελική ανάλυση, το ερώτηµα δεν είναι αν τα πρότυπα έχουν αλλάξει – αυτό είναι δεδοµένο. Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν η κοινωνία έχει προσαρµοστεί αρκετά, ώστε να µπορεί να προστατεύσει και να καθοδηγήσει τους νέους µέσα σε αυτό το καινούργιο, σύνθετο περιβάλλον.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Μυρτώ: Καταγγελία σοκ από τον πατέρα της - "Της έδωσαν ουσίες για να την κάνουν υποχείριο" (Βίντεο)
Η υπόθεση της 19χρονης Μυρτούς έρχεται να φωτίσει με τον πιο σκληρό τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Η νεαρή κοπέλα εντοπίστηκε νεκρή τα ξημερώματα της Τρίτης του Πάσχα, 14.04, στην κεντρική πλατεία του Αργοστολίου, έχοντας κάνει χρήση ουσιών, ενώ το πιο σοκαριστικό είναι πως αφέθηκε αβοήθητη, χωρίς να μεταφερθεί εγκαίρως στο νοσοκομείο. Σημειώνεται πως η υπόθεση έχει περάσει στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας, μετά και την προφυλάκιση τριών ανδρών: του 26χρονου αρσιβαρίστα, του 23χρονου τρανς φίλου της άτυχης κοπέλας και του 22χρονου αλβανικής καταγωγής, οι οποίοι κατηγορούνται για ανθρωποκτονία διά παραλείψεως.
Την ίδια ώρα, στο κάδρο των ερευνών των Αρχών έχει μπει κι ένας 66χρονος, που θεωρείται πρόσωπο-κλειδί στην υπόθεση. Οι συνθήκες του θανάτου της και οι μαρτυρίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας ενισχύουν τις υποψίες για εμπλοκή κυκλωμάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά και πιθανότατα μαστροπεία, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση για τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται οι νέοι σήμερα.
Αύξηση της χρήσης ναρκωτικών στις μικρότερες ηλικίες
Όπως δείχνουν και τα επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. για το 2025, η λήψη ουσιών έχει μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των νέων, με το πρόβλημα να έχει μετατοπιστεί στις μικρότερες ηλικίες. Σύμφωνα με τα εν λόγω στοιχεία, παρόλο που την περασμένη χρονιά καταγράφηκε συνολική μείωση στις βεβαιωμένες παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σε σχέση με το 2024, δεν ισχύει το ίδιο γι’ αυτές που διαπράχθηκαν από άτομα νεαρής ηλικίας. Συγκεκριμένα, οι παραβάσεις ανήλθαν σε 18.921 έναντι 21.265 την προηγούμενη χρονιά, παρουσιάζοντας πτώση της τάξης του 10,1%, η οποία εντοπίζεται κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, από τα 21 έτη και άνω. Αντίθετα, στους ανηλίκους και στους νέους ενήλικους καταγράφεται αύξηση. Στην ηλικιακή ομάδα 12- 14 ετών οι παραβάσεις αυξήθηκαν από 35 σε 40, στους 15-18 ετών από 1.548 σε 1.697, ενώ μικρότερη, αλλά υπαρκτή, είναι η άνοδος και στους 19-20 ετών (από 1.666 σε 1.703). Αυτή η στατιστική άνοδος συνδέεται άμεσα με την ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι έφηβοι.
Αλεξάνδρα Καππάτου: Πρότυπα των νέων οι influencers
Η καταφυγή στη χρήση ουσιών συχνά αποτελεί ανάγκη τους για απόδραση από μια πραγματικότητα πιεστική ή ίσως και ασφυκτική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολόγος, παιδοψυχολόγος και συγγραφέας Αλεξάνδρα Καππάτου µιλά στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» για τα πρότυπα των νέων, εξηγώντας γιατί έχουν αλλάξει ριζικά σε σχέση µε το παρελθόν. Όπως επισηµαίνει, παλαιότερα τα παιδιά εµπνέονταν από πρόσωπα που είχαν να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό: επιστήµονες, ανθρώπους του περιβάλλοντός τους ή προσωπικότητες µε έργο και αξίες. Σήµερα, όµως, η εικόνα αυτή έχει µετατοπιστεί. Οι νέοι µεγαλώνουν «αγκαλιά» µε την τεχνολογία και τα social media, τα οποία αποτελούν βασικό µέσο επικοινωνίας και πληροφόρησης. «Τα πρότυπα είναι πλέον διαφορετικά. Εµπνέονται από άτοµα που φαίνονται οικεία, κοντά στην ηλικία τους, λαµπερά, µε µια ζωή που προβάλλεται ως ιδανική - ακόµα κι αν δεν έχει σχέση µε την πραγµατικότητα. Πρόκειται για τους λεγόµενους influencers», σηµειώνει. Η έννοια της επιτυχίας έχει αλλάξει δραστικά. ∆εν συνδέεται πλέον απαραίτητα µε την προσπάθεια, τη γνώση, τη µόρφωση ή την εξέλιξη, αλλά µε την εικόνα, τα likes, τους ακόλουθους, τη δηµοφιλία. Αυτό δηµιουργεί µια νέα µορφή κοινωνικής σύγκρισης, στην οποία οι νέοι καλούνται να ανταποκριθούν χωρίς να διαθέτουν ακόµη την απαραίτητη κριτική σκέψη.
Σύµφωνα µε την ίδια, το πρόβληµα επιτείνεται από τον τρόπο λειτουργίας των social media και του αλγορίθµου, που προβάλλει διαρκώς «τέλειες ζωές», ενισχύοντας πιθανά το αίσθηµα ανεπάρκειας. Οι νέοι συγκρίνουν τον εαυτό τους µε µια κατασκευασµένη πραγµατικότητα, γεγονός που µπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική πίεση, χαµηλή αυτοεκτίµηση, προβλήµατα στον ύπνο και στον γνωστικό τοµέα, ενώ συχνά µεταφράζονται σε άγχος και κατάθλιψη. Ιδιαίτερα κρίσιµο είναι και το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται οι έφηβοι.
Όπως εξηγεί η κ. Καππάτου, το «κέντρο ανταµοιβής» του εγκεφάλου αναπτύσσεται πιο γρήγορα από τον προµετωπιαίο φλοιό, που σχετίζεται µε τον έλεγχο των παρορµήσεων και την κριτική σκέψη - τα οποία ωριµάζουν πλήρως περίπου στα 25. Αυτό σηµαίνει ότι οι νέοι αναζητούν άµεση επιβεβαίωση και ανταµοιβή, όπως αυτή που προσφέρουν τα likes και η ψηφιακή αποδοχή. Ακόµα, η ανάγκη του εφήβου να ανήκει σε µια οµάδα είναι εξαιρετικά ισχυρή. Η παρέα -είτε φυσική είτε ψηφιακή- λειτουργεί ως βασικό πρότυπο, επηρεάζοντας συµπεριφορές και επιλογές. Συχνά, ο φόβος της απόρριψης ή της αποµόνωσης οδηγεί σε συµµόρφωση µε συµπεριφορές που µπορεί να είναι επικίνδυνες. Κι όµως, παρά τη διαρκή «σύνδεση», οι νέοι νιώθουν πιο µόνοι από ποτέ.
«Μπορεί να είναι συνεχώς online, αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι έχουν ουσιαστικές σχέσεις. Αντίθετα, βιώνουν έντονα το αίσθηµα της µοναξιάς», εξηγεί η κ. Καππάτου. Η έλλειψη ουσιαστικής συναισθηµατικής σύνδεσης -µε την οικογένεια, το σχολείο ή το περιβάλλον- δηµιουργεί ένα κενό, που συχνά οδηγεί σε αναζήτηση διεξόδων. Σε αυτό το σηµείο, η συζήτηση συνδέεται και µε την αύξηση της χρήσης ναρκωτικών σε µικρότερες ηλικίες. Οπως εξηγεί η κ. Καππάτου, αυτό δεν οφείλεται σε µόνο έναν παράγοντα, αλλά σε συνδυασµό συνθηκών: κοινωνική ανασφάλεια (πόλεµοι, κρίσεις, οικονοµική δυσχέρεια), οικογενειακά προβλήµατα, συναισθηµατική πίεση και επιρροή των social media. Η προβολή ενός τρόπου ζωής που συνδέεται µε την «εύκολη επιτυχία», το γρήγορο χρήµα και την εξωτερική εικόνα µπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για ευάλωτους νέους. Σε συνδυασµό µε την ανάγκη για αποδοχή και την έλλειψη σταθερών, κάποιοι µπορεί να στραφούν σε επικίνδυνες συµπεριφορές, αναζητώντας διέξοδο ή επιβεβαίωση.
"Η πρόληψη δεν βρίσκεται στον έλεγχο ή στην απαγόρευση, αλλά στη σχέση, στην επικοινωνία και στην ενίσχυση της αυτοεκτίµησης"
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το οικογενειακό περιβάλλον. Η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού ενήλικου -γονέα ή άλλου προσώπου εµπιστοσύνης- µπορεί να µειώσει σηµαντικά τον κίνδυνο αυτοκαταστροφικών συµπεριφορών, ακόµα και έως 40%, σύµφωνα µε ρευνες. Αντίθετα, η έλλειψη επικοινωνίας, η παραµέληση ή τα αρνητικά πρότυπα µέσα στην οικογένεια ενισχύουν την ευαλωτότητα του παιδιού. Όπως υπογραµµίζει η κ. Καππάτου, οι γονείς αποτελούν οι ίδιοι πρότυπα -είτε θετικά είτε αρνητικά- µέσα από τη συµπεριφορά τους στην καθηµερινότητα. Το ερώτηµα που τίθεται, τελικά, είναι αν η λύση βρίσκεται στην απαγόρευση των social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών, η οποία αναµένεται να τεθεί σε εφαρµογή και στη χώρα µας από την 1η Ιανουαρίου του 2027. Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η ειδικός διευκρινίζει ότι η απαγόρευση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά από µόνη της δεν αρκεί. Παράλληλα απαιτείται εκπαίδευση, ενηµέρωση και καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ώστε οι νέοι να µπορούν να κατανοούν τι βλέπουν και να φιλτράρουν την πληροφορία.
«Η πρόληψη δεν βρίσκεται στον έλεγχο ή στην απαγόρευση, αλλά στη σχέση, στην επικοινωνία και στην ενίσχυση της αυτοεκτίµησης», καταλήγει. Σε έναν κόσµο που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, ανασφάλεια και έντονες αντιφάσεις, οι νέοι καλούνται να διαµορφώσουν την ταυτότητά τους µέσα από πρότυπα που συχνά είναι επιφανειακά ή παραπλανητικά. Το στοίχηµα, λοιπόν, δεν είναι µόνο να περιοριστούν οι κίνδυνοι, αλλά να δηµιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στα παιδιά να βρουν πραγµατικά σηµεία αναφοράς – και, τελικά, τον δικό τους δρόµο.
Η υπόθεση της Μυρτούς –όπως και άλλες αντίστοιχες τραγικές ιστορίες– έρχεται να υπενθυµίσει µε τον πιο σκληρό τρόπο ότι πίσω από τις στατιστικές υπάρχουν ζωές που εκτίθενται σε πολλαπλούς κινδύνους και ότι η ευαλωτότητα δεν είναι ατοµική αποτυχία, αλλά αποτέλεσµα συνθηκών που διαµορφώνονται σταδιακά. Το ζητούµενο, εποµένως, δεν είναι να δαιµονοποιηθεί η τεχνολογία ή οι νέες µορφές κοινωνικότητας, αλλά να ενισχυθούν οι µηχανισµοί προστασίας. Η ουσιαστική συνεργασία της οικογένειας µε το σχολείο και η συστηµατική καλλιέργεια κριτικής σκέψης αποτελούν τα µόνα αναχώµατα. Γιατί µόνο όταν οι νέοι πάψουν να αντιµετωπίζουν την εικόνα ως µοναδικό κριτήριο αξίας, θα µπορέσουν να χτίσουν πιο σταθερές και αυθεντικές ταυτότητες. Σε τελική ανάλυση, το ερώτηµα δεν είναι αν τα πρότυπα έχουν αλλάξει – αυτό είναι δεδοµένο. Το πραγµατικό ερώτηµα είναι αν η κοινωνία έχει προσαρµοστεί αρκετά, ώστε να µπορεί να προστατεύσει και να καθοδηγήσει τους νέους µέσα σε αυτό το καινούργιο, σύνθετο περιβάλλον.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En