Ποιες χώρες αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία των Ποντίων και πότε έγινε
Διεθνής αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας
Ολοκληρωμένος οδηγός για τις χώρες που έχουν αναγνωρίσει επίσημα τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, με ημερομηνίες και ιστορικά στοιχεία για το έγκλημα του 1914-1923
Κάθε 19η Μαΐου, την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, επιβεβαιώνεται ότι η διεθνής αναγνώριση του εγκλήματος εξελίσσεται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Ο κατάλογος των κρατών και των πόλεων που έχουν επίσημα αναγνωρίσει τη συστηματική εξόντωση των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές του 20ού αιώνα παραμένει περιορισμένος, παρά την ιστορική τεκμηρίωση του γεγονότος.
Διαβάστε: Κλίμα συγκίνησης στη Βουλή για την Ποντιακή Γενοκτονία - Νικήτας Κακλαμάνης: Παραφωνία η στάση της ΕΕ στο ζήτημα τής αναγνώρισης της (Εικόνες)
Η 19η Μαΐου θεσπίστηκε επίσημα ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο» στις 24 Φεβρουαρίου 1994, όταν το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε ομόφωνα την αναγνώριση. Η συγκεκριμένη ημερομηνία επιλέχθηκε επειδή τότε ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919, σηματοδοτώνοντας την έναρξη της τρίτης και πιο αιματηρής φάσης των διώξεων. Το ελληνικό κράτος αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία το 1994, γίνοντας η πρώτη χώρα που το έπραξε.
Η Κύπρος υπήρξε η δεύτερη χώρα μετά την Ελλάδα που αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 19 Μαΐου 1994. Από τότε, η κυπριακή πολιτεία τιμά ετησίως τη μνήμη των θυμάτων.
Το 2007 σημειώθηκε σημαντική εξέλιξη όταν η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, παράλληλα με τη Γενοκτονία των Ασσυρίων, δίνοντας επιστημονική νομιμοποίηση στο ιστορικό γεγονός.
Η Αρμενία αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων, ενώ την ίδια χρονιά, στις 9 Απριλίου 2015, η Ολλανδία προχώρησε σε αναγνώριση των τριών γενοκτονιών: Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.
Η Σουηδία αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων στις 11 Μαρτίου 2021, προσθέτοντας μία ακόμη ευρωπαϊκή χώρα στον κατάλογο.
Δεκατρείς πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων μέσω ψηφισμάτων των νομοθετικών τους σωμάτων. Η Νέα Υόρκη ήταν η πρώτη το 2002, ακολουθούμενη από το Νιου Τζέρσεϊ, την Κολούμπια, τη Νότια Καρολίνα, τη Τζόρτζια, την Πενσιλβάνια, τη Φλόριντα, το Κλίβελαντ, το Ρόουντ Άιλαντ, την Ιντιάνα, τη Νότια Ντακότα και τη Δυτική Βιρτζίνια. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ως ομοσπονδιακό κράτος δεν έχουν προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση.
Στην Αυστραλία, η Νότια Αυστραλία αναγνώρισε τη Γενοκτονία στις 30 Απριλίου 2009. Η Νέα Νότια Ουαλία ακολούθησε το 2013, με τη Γερουσία να αναγνωρίζει την 1η Μαΐου και τη Βουλή στις 12 Μαΐου τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.
Στον Καναδά, πολλές πόλεις έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων, συμπεριλαμβανομένων του Τορόντο, του Μόντρεαλ, της Οτάβα, του Λασάλ, της Οσάβα, του Βανκούβερ και της Ρεγγίνας. Το Τορόντο ψήφισε σχετικό ψήφισμα στις 4 Μαΐου 2016. Παρόλα αυτά, ο Καναδάς ως ομοσπονδιακό κράτος δεν έχει προβεί σε επίσημη αναγνώριση.
Η Τουρκία συνεχίζει να αρνείται την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, όπως ακριβώς αρνείται και τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Το τουρκικό κράτος αποφεύγει να χαρακτηρίσει τα γεγονότα ως γενοκτονία, παρά τις συντριπτικές ιστορικές μαρτυρίες.
Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αποτέλεσε συστηματική και οργανωμένη εξόντωση των γηγενών ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής του Πόντου, της δυτικής Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας και της ανατολικής Θράκης. Το έγκλημα διαπράχθηκε από το Κίνημα των Νεότουρκων και τους Κεμαλιστές κατά την περίοδο 1914 έως 1923.
Η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα ενίσχυσε δραματικά το αντιελληνικό κλίμα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η γενοκτονία ξεκίνησε το 1914 υπό το καθεστώς των Νεοτούρκων, καθοδηγούμενο από τους τρεις πασσάδες. Μετά από σύντομη διακοπή το 1918-1919, συνεχίστηκε μέχρι το 1923 υπό τους Κεμαλικούς και τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για τη Γενοκτονία των Ποντίων περιλάμβαναν εκτοπίσεις, εξάντληση από κακουχίες, βασανιστήρια, πείνα, δίψα, πορείες θανάτου στην έρημο και εκτελέσεις εν ψυχρώ. Ο αριθμός των θυμάτων υπολογίζεται σε 353.000 άτομα, περίπου το ήμισυ του ποντιακού ελληνισμού. Συνολικά 1,5 εκατομμύριο Έλληνες πρόσφυγες εκτοπίστηκαν, με τους επιζώντες να καταφεύγουν στις βόρειες και ανατολικές ακτές του Ευξείνου Πόντου και, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα.
Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις. Η πρώτη εκτείνεται από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό το 1914-1916. Η δεύτερη φάση ολοκληρώνεται με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1916-1918. Η τρίτη και τελευταία φάση ολοκληρώνεται με την εφαρμογή της Σύμβασης για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1918-1923.
Ο Ποντιακός ελληνισμός είχε σημειώσει σημαντική εμπορική ανάπτυξη από τα μέσα του 19ου αιώνα, ιδίως μετά την έκδοση του μεταρρυθμιστικού χάρτη το 1856. Η οικονομική, πνευματική και κοινωνική άνοδος συνοδεύτηκε από πληθυσμιακή αύξηση και ίδρυση πολυάριθμων ιδρυμάτων, ναών, εκπαιδευτηρίων και συλλόγων.
Παράλληλα, από τις αρχές του 20ού αιώνα εντάθηκε η κρίση των θεσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πλειονότητα των Τούρκων υπηκόων θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Η φθίνουσα πορεία της Σουλτανικής Ηγεμονίας οδήγησε στην έκρηξη του κινήματος των Νεότουρκων το 1908, οργανωμένου από την πολιτική οργάνωση «Ένωση και Πρόοδος».
Αν και αρχικά οι Νεότουρκοι υιοθέτησαν φιλελεύθερες δημοκρατικές αρχές και εξήγγειλαν ισονομία, οι προσδοκίες των μειονοτήτων διαψεύστηκαν γρήγορα. Ένα χρόνο μετά την επικράτησή τους, το 1909, ο Καταστατικός Χάρτης του 1876 καταργήθηκε και οι Νεότουρκοι στράφηκαν προς τον εθνικισμό και τον σοβινισμό.
Μέχρι το 1912, τα εδάφη του Οθωμανικού κράτους είχαν μειωθεί κατά 40% και ο πληθυσμός κατά 20%. Με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1913, οι Οθωμανοί είχαν εκδιωχθεί από την Ευρώπη και απώλεσαν σχεδόν όλες τις Αραβικές επαρχίες. Αποφάσισαν να λάβουν «προληπτικά μέτρα» για την επιβίωση του κράτους, εκδιώκοντας και αφανίζοντας τους μειονοτικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας: Έλληνες του Πόντου, της Ιωνίας και της Καππαδοκίας, Αρμένιους και Ασσυροχαλδαίους.
Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με εκτοπίσεις το 1915. Οι εκτοπίσεις επιλέχθηκαν ως μέθοδος εξόντωσης για τέσσερις βασικούς λόγους: την οικονομική αποδοτικότητα, τη μείωση της ψυχολογικής πίεσης στους δράστες, την κοινωνική αναστάτωση και απομόνωση των θυμάτων, και την αποφυγή έκθεσης του εγκλήματος σε κοινή θέα.
Η τουρκική ήττα στο Σαρικαμίς το 1915 αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε τάγματα εργασίας, προκαλώντας κύματα λιποταξίας. Στην επαρχία Κερασούντας κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνες. Περίπου 30.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να διανύσουν πεζοπορία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, με το ένα τέταρτο να πεθαίνει καθ' οδόν.
Οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν όταν τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τους Ρώσους, μεγάλος αριθμός κατοίκων από τη Σινώπη και την Κερασούντα εκτοπίστηκε στην ενδοχώρα. Σημειώθηκαν επίσης εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικών.
Τον Δεκέμβριο του 1916 εκδόθηκε διάταγμα που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Στην επαρχία Αμάσειας, 72.375 Έλληνες από τους συνολικά 136.768 εκτοπίστηκαν, με το 70% να πεθαίνει από τις κακουχίες. Πολλοί Πόντιοι οργάνωσαν αντάρτικα στις ορεινές εκτάσεις.
Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας, 3.000 Έλληνες έγκλειστοι σε συνθήκες ασιτίας βρήκαν αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 190.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία. Λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις στην Τραπεζούντα, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές και της κατάληψης της περιοχής από τον ρωσικό στρατό τον Απρίλιο του 1916.
Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων και την ανατροπή του τσάρου Νικολάου Β', υπογράφηκε η συνθήκη Μπρεστ Λιτόφσκ. Οι σοβιετικοί τερμάτισαν την εμπλοκή τους στον πόλεμο και αποχώρησαν από τα εδάφη του Ανατολικού Πόντου. Η αποχώρηση, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1918 και ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο, οδήγησε σε έξαρση των βιαιοπραγιών από Τούρκους άτακτους σε βάρος των απροστάτευτων χριστιανικών πληθυσμών. Οι σοβιετικοί εγκατέλειψαν τον εξοπλισμό και τα πολεμοφόδιά τους, που περιήλθαν στα χέρια των ατάκτων Οθωμανών.
Από το 1914 έως το 1918, περισσότεροι από 230.000 Πόντιοι έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επισκόπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε σε 100.000 για εκείνο το διάστημα. Δεν έπαψαν οι διαμαρτυρίες Αυστριακών και Αμερικανών διπλωματών κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.
Μετά την Ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα που χορηγούσε αμνηστία στους Πόντιους αντάρτες, οι οποίοι κλήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους. Παρά την εξαγγελία, οι περισσότεροι από όσους αφοπλίστηκαν είτε δολοφονήθηκαν είτε φυλακίστηκαν.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού, εντάθηκαν οι διώξεις στην περιοχή. Με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στις 19 Μαΐου του 1919 στη Σαμψούντα και την έξαρση του κινήματός του, εντάθηκε η δράση των τσέτων κατά των χριστιανικών πληθυσμών.
Στις 29 Μαΐου, ο Κεμάλ ανέθεσε στον τσέτη Τοπάλ Οσμάν τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων κατά του τοπικού πληθυσμού. Πραγματοποιήθηκαν σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής. Σχετικές αναφορές καταγράφηκαν από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου.
Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν καταφύγει στις εκκλησίες της περιοχής. Από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ οι υπόλοιποι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές τους, που δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.
Διαβάστε: Κλίμα συγκίνησης στη Βουλή για την Ποντιακή Γενοκτονία - Νικήτας Κακλαμάνης: Παραφωνία η στάση της ΕΕ στο ζήτημα τής αναγνώρισης της (Εικόνες)
Πότε καθιερώθηκε η Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων
Η 19η Μαΐου θεσπίστηκε επίσημα ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο» στις 24 Φεβρουαρίου 1994, όταν το Ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφισε ομόφωνα την αναγνώριση. Η συγκεκριμένη ημερομηνία επιλέχθηκε επειδή τότε ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα το 1919, σηματοδοτώνοντας την έναρξη της τρίτης και πιο αιματηρής φάσης των διώξεων. Το ελληνικό κράτος αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία το 1994, γίνοντας η πρώτη χώρα που το έπραξε.
Ποιες χώρες αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία των Ποντίων
Η Κύπρος υπήρξε η δεύτερη χώρα μετά την Ελλάδα που αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 19 Μαΐου 1994. Από τότε, η κυπριακή πολιτεία τιμά ετησίως τη μνήμη των θυμάτων.Το 2007 σημειώθηκε σημαντική εξέλιξη όταν η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, παράλληλα με τη Γενοκτονία των Ασσυρίων, δίνοντας επιστημονική νομιμοποίηση στο ιστορικό γεγονός.
Η Αρμενία αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων, ενώ την ίδια χρονιά, στις 9 Απριλίου 2015, η Ολλανδία προχώρησε σε αναγνώριση των τριών γενοκτονιών: Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.
Η Σουηδία αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων στις 11 Μαρτίου 2021, προσθέτοντας μία ακόμη ευρωπαϊκή χώρα στον κατάλογο.
Αμερικανικές πολιτείες που αναγνωρίζουν τη Γενοκτονία
Δεκατρείς πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων μέσω ψηφισμάτων των νομοθετικών τους σωμάτων. Η Νέα Υόρκη ήταν η πρώτη το 2002, ακολουθούμενη από το Νιου Τζέρσεϊ, την Κολούμπια, τη Νότια Καρολίνα, τη Τζόρτζια, την Πενσιλβάνια, τη Φλόριντα, το Κλίβελαντ, το Ρόουντ Άιλαντ, την Ιντιάνα, τη Νότια Ντακότα και τη Δυτική Βιρτζίνια. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ως ομοσπονδιακό κράτος δεν έχουν προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση.
Αυστραλιανές πολιτείες και καναδικές πόλεις
Στην Αυστραλία, η Νότια Αυστραλία αναγνώρισε τη Γενοκτονία στις 30 Απριλίου 2009. Η Νέα Νότια Ουαλία ακολούθησε το 2013, με τη Γερουσία να αναγνωρίζει την 1η Μαΐου και τη Βουλή στις 12 Μαΐου τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.Στον Καναδά, πολλές πόλεις έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων, συμπεριλαμβανομένων του Τορόντο, του Μόντρεαλ, της Οτάβα, του Λασάλ, της Οσάβα, του Βανκούβερ και της Ρεγγίνας. Το Τορόντο ψήφισε σχετικό ψήφισμα στις 4 Μαΐου 2016. Παρόλα αυτά, ο Καναδάς ως ομοσπονδιακό κράτος δεν έχει προβεί σε επίσημη αναγνώριση.
Η άρνηση της Τουρκίας και το ιστορικό πλαίσιο
Η Τουρκία συνεχίζει να αρνείται την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, όπως ακριβώς αρνείται και τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Το τουρκικό κράτος αποφεύγει να χαρακτηρίσει τα γεγονότα ως γενοκτονία, παρά τις συντριπτικές ιστορικές μαρτυρίες.
Τι ήταν η Γενοκτονία των Ποντίων και πότε έγινε
Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αποτέλεσε συστηματική και οργανωμένη εξόντωση των γηγενών ελληνικών χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής του Πόντου, της δυτικής Μικράς Ασίας, της Καππαδοκίας και της ανατολικής Θράκης. Το έγκλημα διαπράχθηκε από το Κίνημα των Νεότουρκων και τους Κεμαλιστές κατά την περίοδο 1914 έως 1923.Η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα ενίσχυσε δραματικά το αντιελληνικό κλίμα εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η γενοκτονία ξεκίνησε το 1914 υπό το καθεστώς των Νεοτούρκων, καθοδηγούμενο από τους τρεις πασσάδες. Μετά από σύντομη διακοπή το 1918-1919, συνεχίστηκε μέχρι το 1923 υπό τους Κεμαλικούς και τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Μέθοδοι εξόντωσης και αριθμός θυμάτων
Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για τη Γενοκτονία των Ποντίων περιλάμβαναν εκτοπίσεις, εξάντληση από κακουχίες, βασανιστήρια, πείνα, δίψα, πορείες θανάτου στην έρημο και εκτελέσεις εν ψυχρώ. Ο αριθμός των θυμάτων υπολογίζεται σε 353.000 άτομα, περίπου το ήμισυ του ποντιακού ελληνισμού. Συνολικά 1,5 εκατομμύριο Έλληνες πρόσφυγες εκτοπίστηκαν, με τους επιζώντες να καταφεύγουν στις βόρειες και ανατολικές ακτές του Ευξείνου Πόντου και, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στην Ελλάδα.
Οι τρεις φάσεις της Γενοκτονίας των Ποντίων
Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις. Η πρώτη εκτείνεται από την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου έως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό το 1914-1916. Η δεύτερη φάση ολοκληρώνεται με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1916-1918. Η τρίτη και τελευταία φάση ολοκληρώνεται με την εφαρμογή της Σύμβασης για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1918-1923.
Το υπόβαθρο της τραγωδίας
Ο Ποντιακός ελληνισμός είχε σημειώσει σημαντική εμπορική ανάπτυξη από τα μέσα του 19ου αιώνα, ιδίως μετά την έκδοση του μεταρρυθμιστικού χάρτη το 1856. Η οικονομική, πνευματική και κοινωνική άνοδος συνοδεύτηκε από πληθυσμιακή αύξηση και ίδρυση πολυάριθμων ιδρυμάτων, ναών, εκπαιδευτηρίων και συλλόγων.
Παράλληλα, από τις αρχές του 20ού αιώνα εντάθηκε η κρίση των θεσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πλειονότητα των Τούρκων υπηκόων θεωρούσε υπεύθυνους για την παρακμή τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Η φθίνουσα πορεία της Σουλτανικής Ηγεμονίας οδήγησε στην έκρηξη του κινήματος των Νεότουρκων το 1908, οργανωμένου από την πολιτική οργάνωση «Ένωση και Πρόοδος».
Αν και αρχικά οι Νεότουρκοι υιοθέτησαν φιλελεύθερες δημοκρατικές αρχές και εξήγγειλαν ισονομία, οι προσδοκίες των μειονοτήτων διαψεύστηκαν γρήγορα. Ένα χρόνο μετά την επικράτησή τους, το 1909, ο Καταστατικός Χάρτης του 1876 καταργήθηκε και οι Νεότουρκοι στράφηκαν προς τον εθνικισμό και τον σοβινισμό.
Μέχρι το 1912, τα εδάφη του Οθωμανικού κράτους είχαν μειωθεί κατά 40% και ο πληθυσμός κατά 20%. Με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1913, οι Οθωμανοί είχαν εκδιωχθεί από την Ευρώπη και απώλεσαν σχεδόν όλες τις Αραβικές επαρχίες. Αποφάσισαν να λάβουν «προληπτικά μέτρα» για την επιβίωση του κράτους, εκδιώκοντας και αφανίζοντας τους μειονοτικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας: Έλληνες του Πόντου, της Ιωνίας και της Καππαδοκίας, Αρμένιους και Ασσυροχαλδαίους.
Η πρώτη και δεύτερη φάση των διώξεων
Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με εκτοπίσεις το 1915. Οι εκτοπίσεις επιλέχθηκαν ως μέθοδος εξόντωσης για τέσσερις βασικούς λόγους: την οικονομική αποδοτικότητα, τη μείωση της ψυχολογικής πίεσης στους δράστες, την κοινωνική αναστάτωση και απομόνωση των θυμάτων, και την αποφυγή έκθεσης του εγκλήματος σε κοινή θέα.Η τουρκική ήττα στο Σαρικαμίς το 1915 αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε τάγματα εργασίας, προκαλώντας κύματα λιποταξίας. Στην επαρχία Κερασούντας κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνες. Περίπου 30.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να διανύσουν πεζοπορία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, με το ένα τέταρτο να πεθαίνει καθ' οδόν.
Οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν όταν τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τους Ρώσους, μεγάλος αριθμός κατοίκων από τη Σινώπη και την Κερασούντα εκτοπίστηκε στην ενδοχώρα. Σημειώθηκαν επίσης εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικών.
Τον Δεκέμβριο του 1916 εκδόθηκε διάταγμα που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Στην επαρχία Αμάσειας, 72.375 Έλληνες από τους συνολικά 136.768 εκτοπίστηκαν, με το 70% να πεθαίνει από τις κακουχίες. Πολλοί Πόντιοι οργάνωσαν αντάρτικα στις ορεινές εκτάσεις.
Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας, 3.000 Έλληνες έγκλειστοι σε συνθήκες ασιτίας βρήκαν αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 190.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία. Λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις στην Τραπεζούντα, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές και της κατάληψης της περιοχής από τον ρωσικό στρατό τον Απρίλιο του 1916.
Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων και την ανατροπή του τσάρου Νικολάου Β', υπογράφηκε η συνθήκη Μπρεστ Λιτόφσκ. Οι σοβιετικοί τερμάτισαν την εμπλοκή τους στον πόλεμο και αποχώρησαν από τα εδάφη του Ανατολικού Πόντου. Η αποχώρηση, που ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1918 και ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο, οδήγησε σε έξαρση των βιαιοπραγιών από Τούρκους άτακτους σε βάρος των απροστάτευτων χριστιανικών πληθυσμών. Οι σοβιετικοί εγκατέλειψαν τον εξοπλισμό και τα πολεμοφόδιά τους, που περιήλθαν στα χέρια των ατάκτων Οθωμανών.
Από το 1914 έως το 1918, περισσότεροι από 230.000 Πόντιοι έχασαν τη ζωή τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επισκόπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων ανήλθε σε 100.000 για εκείνο το διάστημα. Δεν έπαψαν οι διαμαρτυρίες Αυστριακών και Αμερικανών διπλωματών κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.
Μετά την Ανακωχή του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918, εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα που χορηγούσε αμνηστία στους Πόντιους αντάρτες, οι οποίοι κλήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους. Παρά την εξαγγελία, οι περισσότεροι από όσους αφοπλίστηκαν είτε δολοφονήθηκαν είτε φυλακίστηκαν.
Η τρίτη και τελευταία φάση της Γενοκτονίας
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού, εντάθηκαν οι διώξεις στην περιοχή. Με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στις 19 Μαΐου του 1919 στη Σαμψούντα και την έξαρση του κινήματός του, εντάθηκε η δράση των τσέτων κατά των χριστιανικών πληθυσμών.Στις 29 Μαΐου, ο Κεμάλ ανέθεσε στον τσέτη Τοπάλ Οσμάν τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων κατά του τοπικού πληθυσμού. Πραγματοποιήθηκαν σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής. Σχετικές αναφορές καταγράφηκαν από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου.
Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν καταφύγει στις εκκλησίες της περιοχής. Από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ οι υπόλοιποι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές τους, που δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.
En