Situationships, ghosting και ο φόβος της δέσμευσης: Πόσο έχουν αλλάξει οι σχέσεις στη γενιά των "άπειρων επιλογών" - Τι λέει ο Θάνος Ασκητής
Γιατί οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο "ρευστές";
Τα situationships, το ghosting και η αδυναµία δέσµευσης δεν αποτελούν πλέον µεµονωµένες συµπεριφορές ή περαστικές "µόδες" της σύγχρονης εποχής, αλλά συνθέτουν µια νέα πραγµατικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις
Τα situationships, το ghosting και η αδυναµία δέσµευσης δεν αποτελούν πλέον µεµονωµένες συµπεριφορές ή περαστικές «µόδες» της σύγχρονης εποχής. Αντίθετα, συνθέτουν µια νέα πραγµατικότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, η οποία αντικατοπτρίζει βαθύτερες κοινωνικές και ψυχολογικές αλλαγές. Οι νεότερες γενιές µεγαλώνουν σε έναν κόσµο όπου η ταχύτητα, η συνεχής εναλλαγή εικόνων και η αίσθηση των ατελείωτων επιλογών έχουν επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο µε τον οποίο ερωτεύονται, συνδέονται και αποµακρύνονται. Οι έννοιες της σταθερότητας και της δέσµευσης µοιάζουν συχνά πιο εύθραυστες, ενώ η συναισθηµατική ασάφεια έχει γίνει σχεδόν κανονικότητα.
Διαβάστε: Απειλείται το σεξ στις νεότερες ηλικίες: Τι λέει ο Θάνος Ασκητής για το φαινόμενο του "sextinction", τον ρόλο του πορνό και των influencers
Την ίδια στιγµή, τα social media και οι εφαρµογές γνωριµιών έχουν µεταµορφώσει το τοπίο των σχέσεων. Το φλερτ γίνεται πλέον µέσα από οθόνες, η επιβεβαίωση µετριέται σε likes και µηνύµατα, ενώ η δυνατότητα άµεσης «αντικατάστασης» ενός προσώπου δηµιουργεί την ψευδαίσθηση ότι πάντα υπάρχει µια καλύτερη επιλογή διαθέσιµη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επενδύσουν ουσιαστικά σε έναν δεσµό, φοβούµενοι είτε την απόρριψη είτε το συναισθηµατικό κόστος µιας βαθύτερης σύνδεσης.
Ο δρ Θάνος Ε. Ασκητής, ψυχίατρος-σεξολόγος και διευθυντής του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας, εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» γιατί οι σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο «ρευστές», πώς τα social media επηρεάζουν τη συναισθηµατική σύνδεση και γιατί ο φόβος της απόρριψης µοιάζει σήµερα πιο έντονος από ποτέ. Όπως σηµειώνει, «η ίδια η “φύση” των situationships επιτρέπει την ασάφεια και τα θολά όρια δέσµευσης. Έτσι, ευνοούνται οι χαλαροί δεσµοί µε τους οποίους οι νέοι άνθρωποι φαίνεται ότι επιθυµούν να σχετίζονται. Είναι τόσο προσηλωµένοι στον εαυτό τους, στην καριέρα τους, στην πατρική τους οικογένεια, που η σύναψη ερωτικής σχέσης µε σαφή κριτήρια και αποκλειστικότητα µε έναν άλλον άνθρωπο φαντάζει απαιτητική στα µάτια τους».
Η δυσκολία ορισµού µιας σχέσης, σύµφωνα µε τον ίδιο, συνδέεται άµεσα µε τον φόβο που προκαλεί η συναισθηµατική ευθύνη. «Το να πω “είµαι σε σχέση µαζί σου” συνοδεύεται από ανάγκες, ευθύνες και απαιτήσεις που πολλοί άνθρωποι είτε αισθάνονται ότι δεν θέλουν να αναλάβουν είτε θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν. Την ίδια στιγµή, η εποχή προβάλλει την “αφθονία” επιλογών ως κάτι ιδανικό. Ετσι, η δέσµευση σε έναν άνθρωπο συχνά παρερµηνεύεται ως στέρηση όλων των υπόλοιπων πιθανών επιλογών, οι οποίες πολλές φορές φαντάζουν -έστω και επιφανειακά- πιο ελκυστικές ή καλύτερες», εξηγεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ghosting έχει εξελιχθεί σε µία από τις πιο συχνές µορφές διακοπής µιας ερωτικής επαφής. Συνήθως ο ένας από τους δύο συντρόφους αφήνει µηνύµατα στο «διαβάστηκε», δεν ανταποκρίνεται, αγνοεί κλήσεις ή, αν απαντήσει µε κάποιον τρόπο, βρίσκει δικαιολογίες και αναβάλλει διαρκώς τη συνάντηση. Και αφήνει µεγάλα διαστήµατα να περάσουν µέχρις ότου ο άλλος σύντροφος να µαταιωθεί και να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Για κάποιους αποτελεί συναισθηµατική αποφυγή, µια αδυναµία να διαχειριστούν το άγχος και τη δυσφορία µιας ειλικρινούς συζήτησης. Για άλλους, όπως επισηµαίνει ο ειδικός, µπορεί να λειτουργεί και ως µορφή ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης: ως η ανάγκη να «κερδίσουν» το ενδιαφέρον και την προσοχή του αντικειµένου του πόθου τους, χωρίς όµως να επιθυµούν πραγµατικά τη συνέχεια της σχέσης. Η ίδια η αίσθηση της «κατάκτησης» και της επιβεβαίωσης φαίνεται να είναι αρκετή. Το ψυχολογικό αποτύπωµα που αφήνει η ξαφνική εξαφάνιση χωρίς εξήγηση είναι συχνά βαθύ, γιατί ο άνθρωπος, από τη φύση του, αναζητά απαντήσεις και αιτίες.
Ένα αναπάντητο «γιατί» δηµιουργεί συναισθηµατικό κενό και αµφιβολία. Ωστόσο, ο κ. Ασκητής υπογραµµίζει ότι το ίδιο το ghosting αποτελεί ήδη µια απάντηση που είναι αρκετή: δείχνει ότι ο άλλος δεν είναι πρόθυµος να επικοινωνήσει µε συνέπεια και ωριµότητα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, µπορεί να αποδειχθεί πιο επώδυνο ακόµα και από έναν ξεκάθαρο χωρισµό. «Το ghosting θα µπορούσε να είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιµο, ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί έντονη συναισθηµατική επένδυση και µακρά περίοδος επικοινωνίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο άνθρωπος που µένει πίσω έρχεται αντιµέτωπος µε πολλά αναπάντητα ερωτήµατα και αµφιβολίες. Ενας χωρισµός, όσο επώδυνος κι αν είναι, δίνει ένα σαφές τέλος στη σχέση. Αντίθετα, το ghosting αφήνει µια εκκρεµότητα, καθώς η ξαφνική “εξαφάνιση” δεν προσφέρει εξηγήσεις ούτε ξεκάθαρο κλείσιµο», διευκρινίζει ο κ. Ασκητής. ∆εν είναι λίγες οι φορές, θα µπορούσαµε να προσθέσουµε, που το «θύµα» του ghosting, ελλείψει εξηγήσεων, αναζητά τα αίτια της εγκατάλειψης στον εαυτό του, την εµφάνιση ή τη συµπεριφορά του, µε αποτέλεσµα να ανακυκλώνει σκέψεις και να κυριεύεται από απογοήτευση.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη νέα πραγµατικότητα παίζουν τα social media και οι εφαρµογές γνωριµιών. Οι µηχανισµοί του scrolling και του swipe ενισχύουν την αίσθηση των ατελείωτων επιλογών και της εύκολης αντικατάστασης. Η συνεχής έκθεση σε «τέλειες» εικόνες και «ιδανικές» ζωές οδηγεί συχνά σε συγκρίσεις και αµφισβήτηση της προσωπικής επιλογής.
«Μήπως ο άλλος διάλεξε καλύτερα;» είναι µια σκέψη που, όπως λέει ο ειδικός, γίνεται ολοένα και πιο συχνή. Αυτή η ψευδαίσθηση αφθονίας επηρεάζει άµεσα και τη δυνατότητα δέσµευσης. Όταν κάποιος πιστεύει ότι πάντα υπάρχει µια καλύτερη επιλογή λίγο πιο πέρα, δυσκολεύεται να επενδύσει ουσιαστικά σε έναν άνθρωπο. Παρότι γίνεται συχνά λόγος για «φόβο δέσµευσης», ο ειδικός θεωρεί ότι οι νεότερες γενιές φοβούνται κυρίως την έκθεση. Την πραγµατική επαφή, τη συναισθηµατική ευαλωτότητα και τη µαταίωση που µπορεί να ακολουθήσει.
Όµως χωρίς ουσιαστική έκθεση στην πραγµατικότητα -και µε τη διαρκή καταφυγή στη φαντασίωση που δηµιουργούν τα social media ή ακόµα και η πορνογραφία- η σύνδεση και η δέσµευση γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Τελικά, οι άνθρωποι σήµερα ίσως δεν φοβούνται τόσο να αγαπήσουν όσο να απορριφθούν αφού πρώτα δεθούν βαθιά. Και σε µια εποχή όπου η αντοχή στη µαταίωση µοιάζει µειωµένη, ο συναισθηµατικός κίνδυνος της οικειότητας φαίνεται, για πολλούς, µεγαλύτερος από ποτέ. Η συναισθηµατική έκθεση απαιτεί χρόνο, ειλικρίνεια και εµπιστοσύνη - στοιχεία που συχνά συγκρούονται µε τη λογική της άµεσης ικανοποίησης και της γρήγορης εναλλαγής που κυριαρχεί στην καθηµερινότητα και στα social media.
Έτσι, αρκετοί άνθρωποι επιλέγουν να παραµένουν σε σχέσεις χωρίς ξεκάθαρες ταυτότητες και δεσµεύσεις, θεωρώντας πως µε αυτόν τον τρόπο προστατεύονται από τον πόνο µιας πιθανής απόρριψης. Όμως, αυτή η «ασφάλεια» συχνά αποδεικνύεται προσωρινή. Ισως τελικά το µεγαλύτερο στοίχηµα των σύγχρονων σχέσεων να µην είναι η εύρεση του «ιδανικού» ανθρώπου, αλλά η ικανότητα να µείνει κανείς παρών, διαθέσιµος και ειλικρινής απέναντι στον άλλον, παρά τον φόβο που αυτό συνεπάγεται.
Στο ήδη πολύπλοκο και διαρκώς εξελισσόμενο λεξιλόγιο των σύγχρονων σχέσεων, όπου νέοι όροι επινοούνται για να περιγράψουν ολοένα και πιο ρευστές συμπεριφορές, έρχεται να προστεθεί και το λεγόμενο zombieing, μια πρακτική που ενισχύει ακό - μα περισσότερο την ασάφεια και τη συναισθηματική εκκρεμότητα της ψηφιακής dating εποχής.
Ο όρος περιγράφει την περίπτωση όπου ένα άτομο που είχε προηγουμένως εξαφανιστεί χωρίς καμία εξήγηση -μέσω ghosting- επιστρέφει ξαφνικά στη ζωή του άλλου, συχνά έπειτα από εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Η επαναπροσέγγιση αυτή συνήθως γίνεται με έναν απλό, φαινομενικά «ανώδυνο» τρόπο: ένα μήνυμα, ένα reaction στα social media ή μια περιστασιακή επαφή.
Ωστόσο, η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης για την προηγούμενη εξαφάνιση δημιουργεί έναν νέο κύκλο συναισθηματικής αβεβαιότητας. Το άτομο που έχει βιώσει το ghosting καλείται ξανά να διαχειριστεί μια σχέση χωρίς πλαίσιο, χωρίς απαντήσεις και χωρίς σαφή πρόθεση από την άλλη πλευρά. Σε ψυχολογικό επίπεδο, το zombieing λει - τουργεί ως επανενεργοποίηση μιας συναισθηματικής εκκρεμότητας που δεν είχε ποτέ πραγματικά κλείσει.
Οι ειδικοί στις διαπροσωπικές σχέσεις επισημαίνουν ότι τέτοιες συμπεριφορές ενισχύουν το λεγόμενο «intermittent reinforcement», δηλαδή την τυχαία και απρόβλεπτη επανεμφάνιση ενός ερεθίσματος που κρατά το άτομο συναισθηματικά δεμένο, ακόμα και όταν η σχέση δεν έχει σταθερή παρουσία. Αυτός ο μηχανισμός καθιστά δυσκολότερη τη συναισθηματική αποδέσμευση, καθώς δημιουργεί ελπίδα χωρίς σαφή βάση. Παράλληλα, το zombieing δεν αφορά μόνο το άτομο που επιστρέφει, αλλά και τη νέα δυναμική που δημιουργείται.
Η επανεμφάνιση χωρίς εξήγηση συχνά επαναφέρει ερωτήματα που είχαν αρχίσει να καταλαγιάζουν: τι συνέβη, γιατί εξαφανίστηκε και, κυρίως, αν υπάρχει προοπτική συνέχειας. Έτσι, αντί να προσφέρει κλείσιμο, ανακυκλώνει την αβεβαιότητα και κατ’ επέκταση ένα αίσθημα διαρκούς ανησυχίας. Σε συνδυασμό με φαινόμενα όπως το ghosting και το breadcrumbing, το zombieing αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση των σύγχρονων σχέσεων: την αδυναμία σταθερής συναισθηματικής γραμμής και την ευκολία με την οποία οι δεσμοί μπορούν να διακοπούν και να επανεκκινηθούν χωρίς ουσιαστική επεξεργασία. Πρόκειται για δεσμούς που δεν κλείνουν ουσιαστικά, αλλά παραμένουν μετέωροι, δημιουργώντας ένα υπόβαθρο διαρκούς αβεβαιότητας για το άτομο που καλείται να τους διαχειριστεί.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
Διαβάστε: Απειλείται το σεξ στις νεότερες ηλικίες: Τι λέει ο Θάνος Ασκητής για το φαινόμενο του "sextinction", τον ρόλο του πορνό και των influencers
Την ίδια στιγµή, τα social media και οι εφαρµογές γνωριµιών έχουν µεταµορφώσει το τοπίο των σχέσεων. Το φλερτ γίνεται πλέον µέσα από οθόνες, η επιβεβαίωση µετριέται σε likes και µηνύµατα, ενώ η δυνατότητα άµεσης «αντικατάστασης» ενός προσώπου δηµιουργεί την ψευδαίσθηση ότι πάντα υπάρχει µια καλύτερη επιλογή διαθέσιµη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επενδύσουν ουσιαστικά σε έναν δεσµό, φοβούµενοι είτε την απόρριψη είτε το συναισθηµατικό κόστος µιας βαθύτερης σύνδεσης.
Θάνος Ασκητής: Η ίδια η "φύση" των situationships επιτρέπει την ασάφεια και τα θολά όρια δέσµευσης
Ο δρ Θάνος Ε. Ασκητής, ψυχίατρος-σεξολόγος και διευθυντής του Ινστιτούτου Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας, εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» γιατί οι σχέσεις γίνονται ολοένα και πιο «ρευστές», πώς τα social media επηρεάζουν τη συναισθηµατική σύνδεση και γιατί ο φόβος της απόρριψης µοιάζει σήµερα πιο έντονος από ποτέ. Όπως σηµειώνει, «η ίδια η “φύση” των situationships επιτρέπει την ασάφεια και τα θολά όρια δέσµευσης. Έτσι, ευνοούνται οι χαλαροί δεσµοί µε τους οποίους οι νέοι άνθρωποι φαίνεται ότι επιθυµούν να σχετίζονται. Είναι τόσο προσηλωµένοι στον εαυτό τους, στην καριέρα τους, στην πατρική τους οικογένεια, που η σύναψη ερωτικής σχέσης µε σαφή κριτήρια και αποκλειστικότητα µε έναν άλλον άνθρωπο φαντάζει απαιτητική στα µάτια τους». Η δυσκολία ορισµού µιας σχέσης, σύµφωνα µε τον ίδιο, συνδέεται άµεσα µε τον φόβο που προκαλεί η συναισθηµατική ευθύνη. «Το να πω “είµαι σε σχέση µαζί σου” συνοδεύεται από ανάγκες, ευθύνες και απαιτήσεις που πολλοί άνθρωποι είτε αισθάνονται ότι δεν θέλουν να αναλάβουν είτε θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν. Την ίδια στιγµή, η εποχή προβάλλει την “αφθονία” επιλογών ως κάτι ιδανικό. Ετσι, η δέσµευση σε έναν άνθρωπο συχνά παρερµηνεύεται ως στέρηση όλων των υπόλοιπων πιθανών επιλογών, οι οποίες πολλές φορές φαντάζουν -έστω και επιφανειακά- πιο ελκυστικές ή καλύτερες», εξηγεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ghosting έχει εξελιχθεί σε µία από τις πιο συχνές µορφές διακοπής µιας ερωτικής επαφής. Συνήθως ο ένας από τους δύο συντρόφους αφήνει µηνύµατα στο «διαβάστηκε», δεν ανταποκρίνεται, αγνοεί κλήσεις ή, αν απαντήσει µε κάποιον τρόπο, βρίσκει δικαιολογίες και αναβάλλει διαρκώς τη συνάντηση. Και αφήνει µεγάλα διαστήµατα να περάσουν µέχρις ότου ο άλλος σύντροφος να µαταιωθεί και να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Για κάποιους αποτελεί συναισθηµατική αποφυγή, µια αδυναµία να διαχειριστούν το άγχος και τη δυσφορία µιας ειλικρινούς συζήτησης. Για άλλους, όπως επισηµαίνει ο ειδικός, µπορεί να λειτουργεί και ως µορφή ναρκισσιστικής επιβεβαίωσης: ως η ανάγκη να «κερδίσουν» το ενδιαφέρον και την προσοχή του αντικειµένου του πόθου τους, χωρίς όµως να επιθυµούν πραγµατικά τη συνέχεια της σχέσης. Η ίδια η αίσθηση της «κατάκτησης» και της επιβεβαίωσης φαίνεται να είναι αρκετή. Το ψυχολογικό αποτύπωµα που αφήνει η ξαφνική εξαφάνιση χωρίς εξήγηση είναι συχνά βαθύ, γιατί ο άνθρωπος, από τη φύση του, αναζητά απαντήσεις και αιτίες.
"Το ghosting αποτελεί ήδη µια απάντηση που είναι αρκετή"
Ένα αναπάντητο «γιατί» δηµιουργεί συναισθηµατικό κενό και αµφιβολία. Ωστόσο, ο κ. Ασκητής υπογραµµίζει ότι το ίδιο το ghosting αποτελεί ήδη µια απάντηση που είναι αρκετή: δείχνει ότι ο άλλος δεν είναι πρόθυµος να επικοινωνήσει µε συνέπεια και ωριµότητα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, µπορεί να αποδειχθεί πιο επώδυνο ακόµα και από έναν ξεκάθαρο χωρισµό. «Το ghosting θα µπορούσε να είναι πιο δύσκολα διαχειρίσιµο, ιδιαίτερα όταν έχει προηγηθεί έντονη συναισθηµατική επένδυση και µακρά περίοδος επικοινωνίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο άνθρωπος που µένει πίσω έρχεται αντιµέτωπος µε πολλά αναπάντητα ερωτήµατα και αµφιβολίες. Ενας χωρισµός, όσο επώδυνος κι αν είναι, δίνει ένα σαφές τέλος στη σχέση. Αντίθετα, το ghosting αφήνει µια εκκρεµότητα, καθώς η ξαφνική “εξαφάνιση” δεν προσφέρει εξηγήσεις ούτε ξεκάθαρο κλείσιµο», διευκρινίζει ο κ. Ασκητής. ∆εν είναι λίγες οι φορές, θα µπορούσαµε να προσθέσουµε, που το «θύµα» του ghosting, ελλείψει εξηγήσεων, αναζητά τα αίτια της εγκατάλειψης στον εαυτό του, την εµφάνιση ή τη συµπεριφορά του, µε αποτέλεσµα να ανακυκλώνει σκέψεις και να κυριεύεται από απογοήτευση.«Το να πω "είµαι σε σχέση µαζί σου" συνοδεύεται από ανάγκες, ευθύνες και απαιτήσεις που πολλοί άνθρωποι είτε αισθάνονται ότι δεν θέλουν να αναλάβουν είτε θεωρούν ότι δεν είναι σε θέση να καλύψουν» ∆Ρ ΘΑΝΟΣ Ε. ΑΣΚΗΤΗΣ, ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ-ΣΕΞΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ∆ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ
Η ψευδαίσθηση της αφθονίας
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη νέα πραγµατικότητα παίζουν τα social media και οι εφαρµογές γνωριµιών. Οι µηχανισµοί του scrolling και του swipe ενισχύουν την αίσθηση των ατελείωτων επιλογών και της εύκολης αντικατάστασης. Η συνεχής έκθεση σε «τέλειες» εικόνες και «ιδανικές» ζωές οδηγεί συχνά σε συγκρίσεις και αµφισβήτηση της προσωπικής επιλογής. «Μήπως ο άλλος διάλεξε καλύτερα;» είναι µια σκέψη που, όπως λέει ο ειδικός, γίνεται ολοένα και πιο συχνή. Αυτή η ψευδαίσθηση αφθονίας επηρεάζει άµεσα και τη δυνατότητα δέσµευσης. Όταν κάποιος πιστεύει ότι πάντα υπάρχει µια καλύτερη επιλογή λίγο πιο πέρα, δυσκολεύεται να επενδύσει ουσιαστικά σε έναν άνθρωπο. Παρότι γίνεται συχνά λόγος για «φόβο δέσµευσης», ο ειδικός θεωρεί ότι οι νεότερες γενιές φοβούνται κυρίως την έκθεση. Την πραγµατική επαφή, τη συναισθηµατική ευαλωτότητα και τη µαταίωση που µπορεί να ακολουθήσει.
Όµως χωρίς ουσιαστική έκθεση στην πραγµατικότητα -και µε τη διαρκή καταφυγή στη φαντασίωση που δηµιουργούν τα social media ή ακόµα και η πορνογραφία- η σύνδεση και η δέσµευση γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Τελικά, οι άνθρωποι σήµερα ίσως δεν φοβούνται τόσο να αγαπήσουν όσο να απορριφθούν αφού πρώτα δεθούν βαθιά. Και σε µια εποχή όπου η αντοχή στη µαταίωση µοιάζει µειωµένη, ο συναισθηµατικός κίνδυνος της οικειότητας φαίνεται, για πολλούς, µεγαλύτερος από ποτέ. Η συναισθηµατική έκθεση απαιτεί χρόνο, ειλικρίνεια και εµπιστοσύνη - στοιχεία που συχνά συγκρούονται µε τη λογική της άµεσης ικανοποίησης και της γρήγορης εναλλαγής που κυριαρχεί στην καθηµερινότητα και στα social media.
Έτσι, αρκετοί άνθρωποι επιλέγουν να παραµένουν σε σχέσεις χωρίς ξεκάθαρες ταυτότητες και δεσµεύσεις, θεωρώντας πως µε αυτόν τον τρόπο προστατεύονται από τον πόνο µιας πιθανής απόρριψης. Όμως, αυτή η «ασφάλεια» συχνά αποδεικνύεται προσωρινή. Ισως τελικά το µεγαλύτερο στοίχηµα των σύγχρονων σχέσεων να µην είναι η εύρεση του «ιδανικού» ανθρώπου, αλλά η ικανότητα να µείνει κανείς παρών, διαθέσιµος και ειλικρινής απέναντι στον άλλον, παρά τον φόβο που αυτό συνεπάγεται.
Zombieing: Γιατί επιστρέφουν όσοι εξαφανίστηκαν
Στο ήδη πολύπλοκο και διαρκώς εξελισσόμενο λεξιλόγιο των σύγχρονων σχέσεων, όπου νέοι όροι επινοούνται για να περιγράψουν ολοένα και πιο ρευστές συμπεριφορές, έρχεται να προστεθεί και το λεγόμενο zombieing, μια πρακτική που ενισχύει ακό - μα περισσότερο την ασάφεια και τη συναισθηματική εκκρεμότητα της ψηφιακής dating εποχής. Ο όρος περιγράφει την περίπτωση όπου ένα άτομο που είχε προηγουμένως εξαφανιστεί χωρίς καμία εξήγηση -μέσω ghosting- επιστρέφει ξαφνικά στη ζωή του άλλου, συχνά έπειτα από εβδομάδες, μήνες, ακόμα και χρόνια, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Η επαναπροσέγγιση αυτή συνήθως γίνεται με έναν απλό, φαινομενικά «ανώδυνο» τρόπο: ένα μήνυμα, ένα reaction στα social media ή μια περιστασιακή επαφή.
Ωστόσο, η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης για την προηγούμενη εξαφάνιση δημιουργεί έναν νέο κύκλο συναισθηματικής αβεβαιότητας. Το άτομο που έχει βιώσει το ghosting καλείται ξανά να διαχειριστεί μια σχέση χωρίς πλαίσιο, χωρίς απαντήσεις και χωρίς σαφή πρόθεση από την άλλη πλευρά. Σε ψυχολογικό επίπεδο, το zombieing λει - τουργεί ως επανενεργοποίηση μιας συναισθηματικής εκκρεμότητας που δεν είχε ποτέ πραγματικά κλείσει.
Οι ειδικοί στις διαπροσωπικές σχέσεις επισημαίνουν ότι τέτοιες συμπεριφορές ενισχύουν το λεγόμενο «intermittent reinforcement», δηλαδή την τυχαία και απρόβλεπτη επανεμφάνιση ενός ερεθίσματος που κρατά το άτομο συναισθηματικά δεμένο, ακόμα και όταν η σχέση δεν έχει σταθερή παρουσία. Αυτός ο μηχανισμός καθιστά δυσκολότερη τη συναισθηματική αποδέσμευση, καθώς δημιουργεί ελπίδα χωρίς σαφή βάση. Παράλληλα, το zombieing δεν αφορά μόνο το άτομο που επιστρέφει, αλλά και τη νέα δυναμική που δημιουργείται.
Η επανεμφάνιση χωρίς εξήγηση συχνά επαναφέρει ερωτήματα που είχαν αρχίσει να καταλαγιάζουν: τι συνέβη, γιατί εξαφανίστηκε και, κυρίως, αν υπάρχει προοπτική συνέχειας. Έτσι, αντί να προσφέρει κλείσιμο, ανακυκλώνει την αβεβαιότητα και κατ’ επέκταση ένα αίσθημα διαρκούς ανησυχίας. Σε συνδυασμό με φαινόμενα όπως το ghosting και το breadcrumbing, το zombieing αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση των σύγχρονων σχέσεων: την αδυναμία σταθερής συναισθηματικής γραμμής και την ευκολία με την οποία οι δεσμοί μπορούν να διακοπούν και να επανεκκινηθούν χωρίς ουσιαστική επεξεργασία. Πρόκειται για δεσμούς που δεν κλείνουν ουσιαστικά, αλλά παραμένουν μετέωροι, δημιουργώντας ένα υπόβαθρο διαρκούς αβεβαιότητας για το άτομο που καλείται να τους διαχειριστεί.
Δημοσιεύτηκε στα Παραπολιτικά
En