Στα βήματα του Αγίου Βησσαρίωνα: Οδοιπορικό στη Μονή Δουσίκου, στο μοναστήρι των θαυμάτων που παραμένει ζωντανό εδώ και έξι αιώνες (Βίντεο)
Οδοιπορικό πίστης στη Θεσσαλία
Στις καταπράσινες πλαγιές του Κόζιακα, η ιστορική Μονή Δουσίκου παραμένει εδώ και έξι αιώνες ζωντανό σύμβολο πίστης και προσφοράς
Στο καταφύγιο του Άγιου Βησσαρίωνα, στη Μονή Δουσίκου, το τοπίο αγαλλιάζει την ψυχή των πιστών. Ταξιδεύουμε στις καταπράσινες πλαγιές του όρους Κόζιακα όπου σε υψόμετρο περίπου 650 μέτρων, στέκει αγέρωχη εδώ και αιώνες η Μονή του Σωτήρος Χριστού των Μεγάλων Πυλών. Η σημερινή Μονή Δουσίκου. Ένα από τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα της δυτικής Θεσσαλίας με συνεχή παρουσία από τα ύστερα Βυζαντινά χρόνια μέχρι σήμερα. Ζωντανό μνημείο ιστορίας και πίστης. Μιας ιστορίας που χάνεται μέσα στα βάθη των Βυζαντινών χρόνων κουβαλώντας μνήμες από εποχές ακμής αλλά και δοκιμασίας. Ένας τόπος που άντεξε.
Η μονή ήταν σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Θεσσαλία. Η αναγέννηση της ξεκίνησε με την πρωτοβουλία ενός εμβληματικού ανθρώπου που ξεπέρασε τα όρια της εκκλησιαστικής του ιδιότητας και άφησε αποτύπωμα βαθιά κοινωνικό και ιστορικό. Ήταν ο Άγιος Βησσαρίων που όταν αντίκρισε τα ερείπια της παλιάς βυζαντινής μονής αποφάσισε να της ξαναδώσει το φως που της άξιζε. Η καταγωγή του ήταν από την Πύλη Τρικάλων, την τότε Πόρτα Παναγιά. Γεννήθηκε στην περίφημη μονή της υπεραγίας Θεοτόκου, η Ακαταμάχητος, ναός που σώζεται μέχρι σήμερα. Ένα από τα λαμπρότερα βυζαντινά μνημεία της πατρίδας μας. Εκεί ανάμεσα στα δύο υπέροχα ψηφιδωτά του Κυρίου και της Παναγίας ο Άγιος Βησσαρίων ως νεαρός ιερέας λειτουργούσε. Ωστόσο γνώριζε καλά και την ιστορία της παλαιάς βυζαντινής μονής. Έτσι λοιπόν αποφασίζει να χτίσει από την αρχή το μοναστήρι που ήταν ερειπωμένο, με τη βοήθεια του αδελφού του Ιγνάτιου.
Η δράση του είναι έντονη. Έκανε πολλά ταξίδια και δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς για να καταφέρει να βρει πόρους και να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του. Το έργο του όμως δεν σταμάτησε εκεί. Προσπαθούσε με μόχθο και με κόπο να χτίσει το μοναστήρι αλλά παράλληλα ένωνε τόπους, κοινότητες και ανθρώπους με δυνατή πίστη. Έχτιζε γεφύρια στην περιοχή γιατι ήθελε να διατηρηθεί ζωντανή η επαφή και η επικοινωνία των χριστιανικών πληθυσμών. Στους βίους του αναφέρεται ότι είναι γεφυροποιός. Δηλαδή του αποδίδονται πολλά γεφύρια, το γεφύρι της Πύλης είναι ένα από αυτά. Πρόκειται για μεγάλη προσωπικότητα, όχι μόνο εκκλησιαστική. Άνοιγε διαβάσεις στους ορεινούς όγκους. Οργάνωνε κοινότητες,μάζευε τον ελληνικό πληθυσμό για να τον σώσει από τις σφαγές των Τούρκων και ελευθέρωνε αιχμαλώτους.
Τελικά με κόπο και ιδρώτα, επιμονή και υπομονή κατάφερε να χτίσει το μοναστήρι. Με εντυπωσιακή αφοσίωση προσπαθούσαν μαζί με τον αδελφό του να του ξαναδώσουν ζωή με τα ίδια τους τα χέρια. Μάλιστα σώζονται πολλά οθωμανικά έγγραφα που αναφέρουν ότι για όλες τις εργασίες που έκαναν έπαιρναν άδεια με το ανάλογο κόστος. Άδεια για να χτιστεί το μοναστήρι, άδεια για να κουβαληθούν οι πέτρες, άδεια για να μεταφερθούν τα ξύλα, για οποιαδήποτε δραστηριότητα έπρεπε να υπάρχει άδεια από τους Τούρκους. Παράλληλα με όλα αυτά έκανε και εξαγορά αιχμαλώτων. Δηλαδή η τοπική εκκλησία εξαγόραζε με πρωτοβουλία του Αγίου Βησσαρίωνα Χριστιανούς αιχμάλωτους από τους Οθωμανούς.
Ο Άγιος Βησσαρίων ο πρώτος κτήτορας της μονής Δουσίκου στη νεότερη μορφή της θα «φύγει» το 1540 σε ηλικία μόλις πενήντα ετών εξαντλημένος από μια πορεία αδιάκοπης προσφοράς. Το έργο του, το συνεχίζει ο ανιψιός του, επίσης Μητροπολίτης Λαρίσης, ο Νεόφυτος ο Β', ο οποίος θεωρείται δεύτερος κτήτορας της Μονής.
Το 1544, το καθολικό της μονής καταρρέει μετά από έναν ισχυρότατο σεισμό. Οπότε θα πρέπει να ξαναχτιστεί από την αρχή, να διακοσμηθεί και να χτιστούν κελιά. Και αυτό το αναλαμβάνει ο Νεόφυτος ο Β'.
Φρόντισε να φέρει έναν από τους κορυφαίους καλλιτέχνες εκείνη την εποχή, κριτικούς ζωγράφους, τον Τζώρτζη. Γι’ αυτό και σήμερα στο καθολικό της Μονής βλέπουμε ένα από τα αρτιότερα έργα του.
Οι διαθήκες του Αγίου Βησσαρίωνα αποτελούν κειμήλια προς την αδελφότητα για τον μοναχικό βίο αλλά και την υπακοή. Σε μια από αυτές αναφέρει ρητά ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος των γυναικών στο μοναστήρι γεγονός που τηρείται αυστηρά έως και σήμερα. Όταν αναλαμβάνει ο δεύτερος κτήτορας, το μοναστήρι επεκτείνεται, σχεδόν διπλασιάζεται, η αδελφότητα μεγαλώνει και η δράση του ακτινοβολεί μέχρι τη Μολδοβλαχία. Δεκάδες μοναχοί χτίζουν δεσμούς που θα κρατήσουν αιώνες.
Η μονή γνωρίζει σημαντική άνθηση αλλά στα τέλη του 16ο αιώνα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω αλλαγών στη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας από την Οθωμανική διοίκηση. Εξαγοράζει μέρος των κτημάτων της καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά. Όμως και πάλι σύντομα καταφέρνει να σταθεί όρθια. Μέχρι που το 1771 μετά τα Ουρλωφικάομάδες τουρκαλβανών λεηλατούν το μοναστήρι και προκαλούν σημαντικές καταστροφές.
Στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα το μοναστήρι θα πάρει μια προσωρινή ανάσα όταν θα βρεθεί υπό την προστασία του Αλή πασά των Ιωαννίνων ο οποίος εκδίδει σειρά εγγράφων υπέρ της μονής απαγορεύοντας κάθε παρενόχληση των μοναχών. Τα οικονομικά προβλήματα όμως, οι λεηλασίες και οι σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και περιουσία οδηγούν για ακόμα μια φορά σε παρακμή.
Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι στα χρόνια του περιβόητου του Αλή Πασά, έχει θέσει υπό την προστασία του την Μονή ενάντια στις καταπατήσεις των τοπικών Οθωμανικών αρχών. Την προστατεύει.
Αλλά βέβαια στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 η Μονή θα υποστεί και αυτή τα πάνδεινα, όπως και άλλες μονές της περιοχής των Μετεώρων. Θα υποστεί λεηλασίες και καταστροφές. Η μονή θα δοκιμαστεί με βομβαρδισμούς κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής αλλά δεν θα ισοπεδωθεί.
Μεταπολεμικά χάρη στις προσπάθειες της μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών και των πατέρων της μονής πραγματοποιήθηκαν σημαντικές εργασίες αποκατάστασης και ανακαίνισης. Με πίστη και ελπίδα η Μονή αναστηλώθηκε και ξαναβρήκε τον ρόλο της
Η μονή Δουσίκου είναι αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό και συνδεδεμένη άρρηκτα με την μορφή του Αγίου Βησσαρίωνα. Στις μέρες μας εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό τόπο προσευχής και πνευματικής μαρτυρίας στον Θεσσαλικό χώρο, διατηρώντας ζωντανή μια ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερους από έξι αιώνες. Τα θαύματα της αγίας κάρας του Αγίου είναι πολλά και σημαντικά. Έχουν σημαδέψει την ιστορία και τη ζωή των πιστών.
Παράλληλα η πνευματική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στη μονή κατά τον 16ο και αρχές του 17ο αιώνα ήταν πολύ σημαντική. Στους χώρους της λειτούργησε ένα αξιόλογο βιβλιογραφικό εργαστήριο. Μοναχοί της μονής ασχολήθηκαν συστηματικά με την αντιγραφή και την αποκατάσταση χειρογράφων, συμβάλλοντας έτσι στη διάδοση και τη διατήρηση της ορθόδοξης και ελληνικής γραμματείας. Ορισμένοι από αυτούς διακρίθηκαν επίσης στην τέχνη της βιβλιοδεσίας γεγονός που δείχνει ότι η μονή διέθετε μια ολοκληρωμένη παράδοση στη χειρόγραφη παραγωγή βιβλίων.
Στην πορεία της μονής έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι πνευματικές μορφές που έζησαν εκεί. Μια από αυτές ήταν ο Γέροντας Αιμιλιανός, Για την επιρροή του και την παρουσία του μιλούν όσοι γνωρίζουν καλά το έργο του και την προσωπικότητα του. Μάλιστα με τον Γέροντα Ιγνάτιο, τον τέως ηγούμενο της Μονής τους έδενε μια βαθιά φιλία. Από μικρά παιδιά ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι στον μοναχισμό.
Σήμερα η ζωή στην Μονή Δουσίκου κυλάει ήρεμα. Οι έξι μοναχοί που εγκαταβιώνουν εκτελούν καθημερινά τα διακονήματα τους. Προσεύχονται και ελπίζουν. Πιστεύουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους και νιώθουν τον Άγιο Βησσαρίωνα διαρκώς στο πλευρό τους.
Παραγωγός: Μαρία Γιαχνάκη
Δημοσιογραφική επιμέλεια – Έρευνα: Κατερίνα Μαραγκού
Κάμερα: Ανδρέας Χαλκιόπουλος
Μοντάζ: Κωνσταντίνος Καμινάρης
Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός
Η αναγέννηση της Μονής Δουσίκου
Η μονή ήταν σημείο αναφοράς για ολόκληρη τη Θεσσαλία. Η αναγέννηση της ξεκίνησε με την πρωτοβουλία ενός εμβληματικού ανθρώπου που ξεπέρασε τα όρια της εκκλησιαστικής του ιδιότητας και άφησε αποτύπωμα βαθιά κοινωνικό και ιστορικό. Ήταν ο Άγιος Βησσαρίων που όταν αντίκρισε τα ερείπια της παλιάς βυζαντινής μονής αποφάσισε να της ξαναδώσει το φως που της άξιζε. Η καταγωγή του ήταν από την Πύλη Τρικάλων, την τότε Πόρτα Παναγιά. Γεννήθηκε στην περίφημη μονή της υπεραγίας Θεοτόκου, η Ακαταμάχητος, ναός που σώζεται μέχρι σήμερα. Ένα από τα λαμπρότερα βυζαντινά μνημεία της πατρίδας μας. Εκεί ανάμεσα στα δύο υπέροχα ψηφιδωτά του Κυρίου και της Παναγίας ο Άγιος Βησσαρίων ως νεαρός ιερέας λειτουργούσε. Ωστόσο γνώριζε καλά και την ιστορία της παλαιάς βυζαντινής μονής. Έτσι λοιπόν αποφασίζει να χτίσει από την αρχή το μοναστήρι που ήταν ερειπωμένο, με τη βοήθεια του αδελφού του Ιγνάτιου. Η δράση του είναι έντονη. Έκανε πολλά ταξίδια και δημιουργούσε ισχυρούς δεσμούς για να καταφέρει να βρει πόρους και να κάνει πραγματικότητα το όνειρο του. Το έργο του όμως δεν σταμάτησε εκεί. Προσπαθούσε με μόχθο και με κόπο να χτίσει το μοναστήρι αλλά παράλληλα ένωνε τόπους, κοινότητες και ανθρώπους με δυνατή πίστη. Έχτιζε γεφύρια στην περιοχή γιατι ήθελε να διατηρηθεί ζωντανή η επαφή και η επικοινωνία των χριστιανικών πληθυσμών. Στους βίους του αναφέρεται ότι είναι γεφυροποιός. Δηλαδή του αποδίδονται πολλά γεφύρια, το γεφύρι της Πύλης είναι ένα από αυτά. Πρόκειται για μεγάλη προσωπικότητα, όχι μόνο εκκλησιαστική. Άνοιγε διαβάσεις στους ορεινούς όγκους. Οργάνωνε κοινότητες,μάζευε τον ελληνικό πληθυσμό για να τον σώσει από τις σφαγές των Τούρκων και ελευθέρωνε αιχμαλώτους.
Τελικά με κόπο και ιδρώτα, επιμονή και υπομονή κατάφερε να χτίσει το μοναστήρι. Με εντυπωσιακή αφοσίωση προσπαθούσαν μαζί με τον αδελφό του να του ξαναδώσουν ζωή με τα ίδια τους τα χέρια. Μάλιστα σώζονται πολλά οθωμανικά έγγραφα που αναφέρουν ότι για όλες τις εργασίες που έκαναν έπαιρναν άδεια με το ανάλογο κόστος. Άδεια για να χτιστεί το μοναστήρι, άδεια για να κουβαληθούν οι πέτρες, άδεια για να μεταφερθούν τα ξύλα, για οποιαδήποτε δραστηριότητα έπρεπε να υπάρχει άδεια από τους Τούρκους. Παράλληλα με όλα αυτά έκανε και εξαγορά αιχμαλώτων. Δηλαδή η τοπική εκκλησία εξαγόραζε με πρωτοβουλία του Αγίου Βησσαρίωνα Χριστιανούς αιχμάλωτους από τους Οθωμανούς.
Ο Άγιος Βησσαρίων ο πρώτος κτήτορας της μονής Δουσίκου στη νεότερη μορφή της θα «φύγει» το 1540 σε ηλικία μόλις πενήντα ετών εξαντλημένος από μια πορεία αδιάκοπης προσφοράς. Το έργο του, το συνεχίζει ο ανιψιός του, επίσης Μητροπολίτης Λαρίσης, ο Νεόφυτος ο Β', ο οποίος θεωρείται δεύτερος κτήτορας της Μονής.
Το 1544, το καθολικό της μονής καταρρέει μετά από έναν ισχυρότατο σεισμό. Οπότε θα πρέπει να ξαναχτιστεί από την αρχή, να διακοσμηθεί και να χτιστούν κελιά. Και αυτό το αναλαμβάνει ο Νεόφυτος ο Β'.
Φρόντισε να φέρει έναν από τους κορυφαίους καλλιτέχνες εκείνη την εποχή, κριτικούς ζωγράφους, τον Τζώρτζη. Γι’ αυτό και σήμερα στο καθολικό της Μονής βλέπουμε ένα από τα αρτιότερα έργα του.
Η άνθηση και η παρακμή
Οι διαθήκες του Αγίου Βησσαρίωνα αποτελούν κειμήλια προς την αδελφότητα για τον μοναχικό βίο αλλά και την υπακοή. Σε μια από αυτές αναφέρει ρητά ότι δεν επιτρέπεται η είσοδος των γυναικών στο μοναστήρι γεγονός που τηρείται αυστηρά έως και σήμερα. Όταν αναλαμβάνει ο δεύτερος κτήτορας, το μοναστήρι επεκτείνεται, σχεδόν διπλασιάζεται, η αδελφότητα μεγαλώνει και η δράση του ακτινοβολεί μέχρι τη Μολδοβλαχία. Δεκάδες μοναχοί χτίζουν δεσμούς που θα κρατήσουν αιώνες. Η μονή γνωρίζει σημαντική άνθηση αλλά στα τέλη του 16ο αιώνα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω αλλαγών στη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας από την Οθωμανική διοίκηση. Εξαγοράζει μέρος των κτημάτων της καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά. Όμως και πάλι σύντομα καταφέρνει να σταθεί όρθια. Μέχρι που το 1771 μετά τα Ουρλωφικάομάδες τουρκαλβανών λεηλατούν το μοναστήρι και προκαλούν σημαντικές καταστροφές.
Στα τέλη του 18ου και 19ου αιώνα το μοναστήρι θα πάρει μια προσωρινή ανάσα όταν θα βρεθεί υπό την προστασία του Αλή πασά των Ιωαννίνων ο οποίος εκδίδει σειρά εγγράφων υπέρ της μονής απαγορεύοντας κάθε παρενόχληση των μοναχών. Τα οικονομικά προβλήματα όμως, οι λεηλασίες και οι σοβαρές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και περιουσία οδηγούν για ακόμα μια φορά σε παρακμή.
Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι στα χρόνια του περιβόητου του Αλή Πασά, έχει θέσει υπό την προστασία του την Μονή ενάντια στις καταπατήσεις των τοπικών Οθωμανικών αρχών. Την προστατεύει.
Αλλά βέβαια στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 η Μονή θα υποστεί και αυτή τα πάνδεινα, όπως και άλλες μονές της περιοχής των Μετεώρων. Θα υποστεί λεηλασίες και καταστροφές. Η μονή θα δοκιμαστεί με βομβαρδισμούς κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής αλλά δεν θα ισοπεδωθεί.
Μεταπολεμικά χάρη στις προσπάθειες της μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών και των πατέρων της μονής πραγματοποιήθηκαν σημαντικές εργασίες αποκατάστασης και ανακαίνισης. Με πίστη και ελπίδα η Μονή αναστηλώθηκε και ξαναβρήκε τον ρόλο της
Τα θαύματα της Αγίας Κάρας
Η μονή Δουσίκου είναι αφιερωμένη στον Σωτήρα Χριστό και συνδεδεμένη άρρηκτα με την μορφή του Αγίου Βησσαρίωνα. Στις μέρες μας εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό τόπο προσευχής και πνευματικής μαρτυρίας στον Θεσσαλικό χώρο, διατηρώντας ζωντανή μια ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερους από έξι αιώνες. Τα θαύματα της αγίας κάρας του Αγίου είναι πολλά και σημαντικά. Έχουν σημαδέψει την ιστορία και τη ζωή των πιστών. Παράλληλα η πνευματική δραστηριότητα που αναπτύχθηκε στη μονή κατά τον 16ο και αρχές του 17ο αιώνα ήταν πολύ σημαντική. Στους χώρους της λειτούργησε ένα αξιόλογο βιβλιογραφικό εργαστήριο. Μοναχοί της μονής ασχολήθηκαν συστηματικά με την αντιγραφή και την αποκατάσταση χειρογράφων, συμβάλλοντας έτσι στη διάδοση και τη διατήρηση της ορθόδοξης και ελληνικής γραμματείας. Ορισμένοι από αυτούς διακρίθηκαν επίσης στην τέχνη της βιβλιοδεσίας γεγονός που δείχνει ότι η μονή διέθετε μια ολοκληρωμένη παράδοση στη χειρόγραφη παραγωγή βιβλίων.
Στην πορεία της μονής έπαιξαν καθοριστικό ρόλο οι πνευματικές μορφές που έζησαν εκεί. Μια από αυτές ήταν ο Γέροντας Αιμιλιανός, Για την επιρροή του και την παρουσία του μιλούν όσοι γνωρίζουν καλά το έργο του και την προσωπικότητα του. Μάλιστα με τον Γέροντα Ιγνάτιο, τον τέως ηγούμενο της Μονής τους έδενε μια βαθιά φιλία. Από μικρά παιδιά ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι στον μοναχισμό.
Σήμερα η ζωή στην Μονή Δουσίκου κυλάει ήρεμα. Οι έξι μοναχοί που εγκαταβιώνουν εκτελούν καθημερινά τα διακονήματα τους. Προσεύχονται και ελπίζουν. Πιστεύουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους και νιώθουν τον Άγιο Βησσαρίωνα διαρκώς στο πλευρό τους.
Παραγωγός: Μαρία Γιαχνάκη
Δημοσιογραφική επιμέλεια – Έρευνα: Κατερίνα Μαραγκού
Κάμερα: Ανδρέας Χαλκιόπουλος
Μοντάζ: Κωνσταντίνος Καμινάρης
Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός
En