Σχεδόν 35 χρόνια μετά τη στυγερή δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ, η υπόθεση που συγκλόνισε τη Βρετανία και «πάγωσε» το Λονδίνο έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Το φρικτό έγκλημα του 1992 αναβιώνει μέσα από νέες, μεγάλες τηλεοπτικές παραγωγές στο Netflix και το Amazon Prime Video, οι οποίες υπόσχονται να ρίξουν νέο φως σε μία από τις πιο σοκαριστικές ιστορίες της σύγχρονης βρετανικής εγκληματολογίας.

Διαβάστε: Η πρώτη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο μετά από 7 χρόνια έρχεται στους κινηματογράφους πριν το Netflix (Βίντεο)

Μέσα από δραματοποιημένες σειρές και καθηλωτικά ντοκιμαντέρ, οι δύο πλατφόρμες επιχειρούν να αναλύσουν τα γεγονότα, τα μοιραία λάθη των αρχών και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτυλίχθηκε η τραγωδία. Συγκεκριμένα, το Netflix παρουσιάζει τη σειρά «The Witness», καθώς και το ντοκιμαντέρ «The Murder of Rachel Nickell», το οποίο αξιοποιεί αρχειακό υλικό και μαρτυρίες ειδικών. Παράλληλα, το Prime Video της Amazon ετοιμάζει τη μίνι σειρά δύο επεισοδίων «The Wimbledon Killer», για την πολύκροτη υπόθεση.


Ρέιτσελ Νίκελ: Η απίστευτη αληθινή ιστορία, πίσω από τη σειρά που καθηλώνει στο Netflix

Η Ρέιτσελ Νίκελ ήταν μια δυναμική, αθλητική και εντυπωσιακή 23χρονη, μεγαλωμένη στο Έσεξ της Βρετανίας. Από το οικογενειακό της περιβάλλον είχε υιοθετήσει έντονα το αίσθημα της προσφοράς, στηρίζοντας ενεργά παιδιά της περιοχής με ειδικές ανάγκες. Από την εφηβεία της ήδη, έδειχνε να έχει έμφυτο ταλέντο στις τέχνες, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις της στην υποκριτική, το τραγούδι και τον χορό, με τους καθηγητές της να κάνουν λόγο για μια πολλά υποσχόμενη παρουσία. Ωστόσο, επέλεξε να δώσει προτεραιότητα στις ακαδημαϊκές της σπουδές, επιλέγοντας τον κλάδο της Αγγλικής Φιλολογίας και της Ιστορίας. Κατά τη διάρκεια της εργασίας της ως ναυαγοσώστρια το 1988, γνώρισε τον προπονητή τένις Αντρέ Χάνσκομ. Οι δυο τους ερωτεύτηκαν, μετακόμισαν στο Ουίμπλετον του νοτιοανατολικού Λονδίνου και απέκτησαν έναν γιο, τον Άλεξ. Μέχρι το μοιραίο καλοκαίρι του 1992, η Ρέιτσελ είχε αρνηθεί αρκετές προτάσεις για να ασχοληθεί επαγγελματικά με το μόντελινγκ, επιλέγοντας να αφοσιωθεί πλήρως στην ανατροφή του δίχρονου γιου της, ενώ παράλληλα βρισκόταν σε συζητήσεις για να αναλάβει την παρουσίαση παιδικών τηλεοπτικών εκπομπών.

Στις 15 Ιουλίου 1992 το πρωί έκανε την καθιερωμένη βόλτα με τον γιο της και το λαμπραντόρ τους στο Ουίμπλετον Κόμον, ένα δημοφιλές καταπράσινο πάρκο με μονοπάτια για περιπατητές. Γύρω στα 500 άτομα, ανάμεσά τους και πολλές ακόμη μητέρες, έκαναν βόλτα με τα παιδιά τους σε κοντινή απόσταση, αλλά γύρω στις 10.20’ κάποιος είχε αρχίσει να τους ακολουθεί. Λίγο αργότερα μια γυναίκα βρήκε τον σχεδόν τριών ετών Άλεξ γεμάτο αίματα, δίπλα στο κατακρεουργημένο πτώμα της μητέρας του -τη σκουντούσε και την ικέτευε να ξυπνήσει.

Η αστυνομία έφτασε αμέσως στο σημείο και απέκλεισε την περιοχή (όσο μπορούσε να αποκλείσει 100 στρέμματα δασικής έκτασης με δυνητικά 500 μάρτυρες). Η Ρέιτσελ είχε δεχτεί 49 μαχαιριές στο στήθος και στον λαιμό, μια από τις οποίες παραλίγο να κόψει τον λαιμό της και να την αποκεφαλίσει. Είχε επίσης βιασθεί.

Εκείνο το πρωί, ένας μοναχικός 31χρονος άντρας, ο Κόλιν Σταγκ, που ζούσε από παιδί στο κτήμα του με τον σκύλο του κοντά στο Ουίμπλετον και την εποχή εκείνη ήταν άνεργος, είχε ξυπνήσει νωρίς με ημικρανία. Αντί να κάνει τον συνηθισμένο μακρύ περίπατο με τον σκύλο, έκανε έναν σύντομο και στις 9.30΄ είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Πήρε παυσίπονα και αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Όταν ξύπνησε, ένιωθε καλύτερα. Άλλαξε ρούχα γιατί έκανε ζέστη κι αποφάσισε να βγάλει ξανά τον σκύλο για μια μεγαλύτερη βόλτα. Αλλά δυστυχώς ένας ένστολος αστυνομικός του είπε ότι απαγορευόταν να μπει στο Ουίμπλετον Κόμον. Η περιοχή ήταν αποκλεισμένη επειδή είχε βρεθεί το πτώμα μιας γυναίκας. Ο Κόλιν ζήτησε περισσότερες πληροφορίες. Θέλοντας να βοηθήσει, είπε ότι είχε περάσει από την περιοχή νωρίτερα εκείνο το πρωί και έδωσε τα στοιχεία του.

Την επόμενη μέρα ο φόνος της Ρέιτσελ Νίκελ ήταν πρωτοσέλιδο σε όλες τις εφημερίδες. Η μητροπολιτική αστυνομία άρχισε την έρευνα για τον εντοπισμό του δράστη, υπό μεγάλη πίεση λόγω της οργής του κόσμου για τις συνθήκες της δολοφονίας και την κάλυψη από τον Τύπο. Ανακρίθηκαν 32 άνδρες, αλλά η έρευνα πολύ σύντομα επικεντρώθηκε στον Κόλιν Σταγκ. Αστυνομικοί τον επισκέφτηκαν στο κτήμα του. Ήταν μοναχικός, άνεργος, είχε συλλογή από μαχαίρια πάνω από το τζάκι και το υπνοδωμάτιό του ήταν βαμμένο μαύρο με σατανιστικά σύμβολα (έργο του μικρότερου αδερφού του, τον οποίο είχε φιλοξενήσει πρόσφατα).

Καθώς δεν υπήρχαν ιατροδικαστικά στοιχεία που να συνδέουν τον δολοφόνο με τη σκηνή του εγκλήματος, η αστυνομία ζήτησε από δικαστικό ψυχολόγο να δημιουργήσει το προφίλ του δράστη. Πολλά στοιχεία αυτού του προφίλ ταίριαζαν με του Κόλιν Σταγκ. Δυστυχώς, παρά τις επανειλημμένες αρνήσεις του Σταγκ, ότι δεν είχε σχέση με τη δολοφονία, η αστυνομία επέμενε να τον θεωρεί ύποπτο και η έρευνα συνεχίστηκε στον λανθασμένο αυτό δρόμο. Οι ντετέκτιβ των ανθρωποκτονιών οργάνωσαν μια μυστική επιχείρηση. Μια γυναίκα αστυνομικός από τις Ειδικές Επιχειρήσεις έστειλε επιστολή στον Σταγκ και παρουσιάστηκε ως φίλη κάποιας με την οποία ο Κόλιν Σταγκ συνήθιζε να επικοινωνεί μέσω στήλης γνωριμιών. Πάνω από πέντε μήνες προσπαθούσε να πάρει πληροφορίες από τον Κόλιν προσποιούμενη ότι ενδιαφέρεται ερωτικά και του ζητούσε να μοιραστεί μαζί της τις σεξουαλικές φαντασιώσεις του.

Οι υποψίες στράφηκαν τελικά στον Κόλιν Σταγκ, έναν άντρα που συνήθιζε επίσης να περπατά με τον σκύλο του στο Γουίμπλεντον Κόμον και φέρεται να ταίριαζε στο ψυχολογικό προφίλ που είχαν φτιάξει οι ερευνητές. Λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων, η αστυνομία κατέφυγε σε μια αμφιλεγόμενη επιχείρηση παγίδευσης, χρησιμοποιώντας μυστική αστυνομικό η οποία επιχείρησε να αποσπάσει πληροφορίες μέσα από συζητήσεις για τις σεξουαλικές του φαντασιώσεις. Ο Σταγκ κατηγορήθηκε για τη δολοφονία και πέρασε 13 μήνες προφυλακισμένος.

Το 1994, όμως, το δικαστήριο απέρριψε τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί μέσω της συγκεκριμένης επιχείρησης, κρίνοντας ότι επρόκειτο ουσιαστικά για παγίδευση. Χωρίς κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ο Σταγκ αθωώθηκε, ενώ η υπόθεση έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αστυνομικές έρευνες στη Βρετανία.


Η ανατροπή του DNA και ο πραγματικός δράστης

Η αλήθεια άρχισε να αποκαλύπτεται χρόνια αργότερα. Το 1993, λίγους μήνες μετά τη δολοφονία της Νίκελ, η Σαμάνθα Μπίσετ και η τετράχρονη κόρη της Τζάζμιν βρέθηκαν δολοφονημένες στο σπίτι τους στο Πλάμστεντ του Λονδίνου. Παρά τις εμφανείς ομοιότητες ανάμεσα στα δύο εγκλήματα, οι ερευνητές της υπόθεσης Νίκελ παρέμειναν προσηλωμένοι στον Σταγκ και δεν διερεύνησαν επαρκώς πιθανή σύνδεση.

Στην υπόθεση της Μπίσετ, ωστόσο, οι αρχές εντόπισαν αποτυπώματα του Ρόμπερτ Νάπερ. Ο Νάπερ, ο οποίος έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένεια, παραδέχτηκε τη δολοφονία της Σαμάνθα και της κόρης της, ενώ ομολόγησε και σειρά βιασμών, καταλήγοντας στο ψυχιατρικό νοσοκομείο υψίστης ασφαλείας Μπρόντμουρ.

Η μεγάλη ανατροπή ήρθε μια δεκαετία μετά τη δολοφονία της Ρέιτσελ Νίκελ, όταν η υπόθεση επανεξετάστηκε στο πλαίσιο ειδικής έρευνας για ανεξιχνίαστα εγκλήματα. Νέες τεχνικές ανάλυσης DNA, που δεν ήταν διαθέσιμες στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επέτρεψαν στους επιστήμονες να απομονώσουν γενετικό υλικό του δράστη. Η ανάλυση απέκλεισε οριστικά τον Κόλιν Σταγκ και οδήγησε στον Ρόμπερτ Νάπερ.

Τον Δεκέμβριο του 2008, δεκαέξι χρόνια μετά τη δολοφονία, ο Νάπερ παραδέχτηκε την ανθρωποκτονία της Ρέιτσελ Νίκελ επικαλούμενος επίσης μειωμένο καταλογισμό λόγω της ψυχικής του κατάστασης.

Η υπόθεση προκάλεσε έντονο δημόσιο διάλογο και για έναν ακόμη λόγο: αρκετοί ειδικοί και πρώην αστυνομικοί εκτίμησαν ότι ο Νάπερ θα μπορούσε να είχε συλληφθεί πολύ νωρίτερα. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 είχε συνδεθεί με βιασμούς που συνέβησαν στο νοτιοανατολικό Λονδίνο, ενώ ακόμη και η μητέρα του είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι ο γιος της της είχε εκμυστηρευτεί πως είχε βιάσει γυναίκα σε πάρκο της περιοχής. Παρ' όλα αυτά, οι πληροφορίες αυτές δεν αξιοποιήθηκαν αποτελεσματικά.