Η Μάρω Κοντού είναι το Πρόσωπο της Εβδομάδας που διανύουμε. Με μια διαδρομή που ξεπέρασε τις επτά δεκαετίες κι έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στον ελληνικό πολιτισμό, ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Η είδηση του θανάτου της Μάρως Κοντού, πριν λίγες ημέρες, σε ηλικία 92 ετών, σκόρπισε βαθιά συγκίνηση και θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο πανελλήνιο, αφού δεν «έφυγε» απλώς μία σπουδαία ηθοποιός. «Έφυγε» μία γυναίκα που ταυτίστηκε με τις σημαντικότερες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου, του θεάτρου και αργότερα της τηλεόρασης, μια προσωπικότητα που για περισσότερες από επτά δεκαετίες υπηρέτησε την τέχνη με ήθος, αξιοπρέπεια και αστείρευτο πάθος και ως εκ τούτου, είναι το Πρόσωπο της Εβδομάδας, που διανύουμε.
Πρόσωπο της Εβδομάδας: Η Μάρω Κοντού
Η Μάρω Κοντού (Μαριάνθη Κοντού), όπως ήταν το πραγματικό της όνομα) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 1934, είχε καταγωγή από τα Ψαρά και μεγάλωσε στο Κουκάκι. Από μικρή ηλικία έδειξε την αγάπη της για την τέχνη, χωρίς όμως να φαντάζεται ότι θα εξελισσόταν σε μία από τις σημαντικότερες πρωταγωνίστριες της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη και η πρώτη της επαφή με την τέχνη έγινε μέσα από τον χορό, σπουδάζοντας στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, πριν στραφεί οριστικά στην υποκριτική. Παράλληλα σπούδασε στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η επαγγελματική πορεία
Η επαγγελματική της διαδρομή ξεκίνησε το 1954 ως μέλος του χορού Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρέμεινε έως το 1958. Εκεί συνεργάστηκε με σπουδαίους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής, αποκτώντας πολύτιμες εμπειρίες που αποτέλεσαν τη βάση της σπουδαίας καριέρας που ακολούθησε. Η άδεια άσκησης του επαγγέλματος της ηθοποιού της απονεμήθηκε από την Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, αναγνωρίζοντας το εξαιρετικό της ταλέντο.
Στη διάρκεια μιας καριέρας που ξεπέρασε τα 35 χρόνια, πρωταγωνίστησε σε 61 ταινίες μεγάλου μήκους και συμμετείχε σε περισσότερες από 90 θεατρικές παραστάσεις, ερμηνεύοντας ρόλους τόσο του ελληνικού, όσο και του ξένου ρεπερτορίου. Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε το 1954 στην ταινία «Χαρούμενο ξεκίνημα» και ακολούθησαν οι ταινίες «Κυνηγώντας τον έρωτα» (1956) και «Ο άνθρωπος του τρένου» (1958),.
Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε μέσα από τις παραγωγές της δεκαετίας του 1960, οπότε και συμμετείχε στις ταινίες «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα παρασκήνια» και «Τα κίτρινα γάντια», ενώ ακολούθησαν σημαντικές κινηματογραφικές στιγμές όπως «Ένας Δον Ζουάν για κλάματα», «Στην πόρτα της Κολάσεως», «Αντιγόνη», «Αλίμονο στους νέους», «Ο άντρας της γυναίκας μου», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Το κάθαρμα».
Η δεκαετία του 1960 ήταν η περίοδος όπου η Μάρω Κοντού καθιερώθηκε ως μία από τις μεγάλες πρωταγωνίστριες του ελληνικού σινεμά. Η παρουσία της στις κωμωδίες, αλλά και στους δραματικούς ρόλους, απέδειξε το εύρος του ταλέντου της. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες και παραγωγούς της εποχής, ενώ πρωταγωνίστησε σε ταινίες, που μέχρι σήμερα θεωρούνται κλασικές. Το κοινό την αγάπησε, γιατί συνδύαζε το αστικό ύφος με μια αμεσότητα, που την έκανε οικεία σε κάθε ελληνικό σπίτι. Δεν υπήρξε ποτέ η «σταρ» που κρατούσε αποστάσεις. Αντίθετα, ήταν η γυναίκα που ενσάρκωνε χαρακτήρες δυναμικούς, ευαίσθητους, καλλιεργημένους αλλά και βαθιά ανθρώπινους.
Το 1964 πρωταγωνίστησε στις ταινίες «Ο κράχτης», «Η Σωφερίνα» και «Κραυγή», ενώ το 1965 ήρθε ο ρόλος που ταυτίστηκε όσο λίγοι με το όνομά της... Η ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα αποτέλεσε μία από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας της. Η Ελένη Κοκοβίκου, που υποδύθηκε δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου, έγινε ένας από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι ταινίες «Υιέ μου... Υιέ μου», «Ο επαναστάτης», «Οι στιγματισμένοι», «Αχ!.. Και να ’μουν άντρας», «Μια γυναίκα κατηγορείται», «Ο αχόρταγος», «Δημήτρη μου... Δημήτρη μου», «Ο γεροντοκόρος» και «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι».
Το 1968 πρωταγωνίστησε στη μεγάλη επιτυχία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», ενώ ακολούθησαν οι ταινίες «Καπετάν φάντης μπαστούνι», «Οικογένεια Χωραφά», «Μπροστά στην αγχόνη», «Ο μπλοφατζής», «Ο τζαναμπέτης», «Κρίμα το μπόι σου», «Ένας τρελός γλεντζές», «Οι τρεις ψεύτες» και «Ο φαφλατάς». Τα επόμενα χρόνια συνέχισε να εμφανίζεται σε ταινίες όπως «Επτά χρόνια γάμου», «Ο ποδόγυρος», «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ», «Το μεγάλο κανόνι» και «Τα καμάκια», ενώ η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε στην ταινία «Αν...» (2012) του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, όπου επέστρεψε στον ρόλο της Ελενίτσας Κοκοβίκου.
Σημαντικό κεφάλαιο στην πορεία της υπήρξαν οι συνεργασίες της με κορυφαίους ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου. Βρέθηκε δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Κώστα Βουτσά, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, τον Νίκο Ρίζο, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Τζένη Καρέζη, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και πολλούς ακόμη πρωταγωνιστές, που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Αν και δίπλα σε τόσο μεγάλα ονόματα, η Μάρω Κοντού κατάφερνε πάντα να ξεχωρίζει χάρη στην υποκριτική της ωριμότητα και την αβίαστη σκηνική της παρουσία.
Το θέατρο και οι τηλεοπτικές σειρές
Παράλληλα, δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο, το οποίο χαρακτήριζε ως τη μεγάλη της αγάπη. Εμφανίστηκε σε δεκάδες θεατρικές παραγωγές, ερμηνεύοντας από κλασικά έργα μέχρι σύγχρονες κωμωδίες και δράματα. Για την ίδια, το θέατρο ήταν μια ζωντανή επικοινωνία με τον θεατή, μια σχέση που απαιτούσε καθημερινή αφοσίωση και απόλυτο σεβασμό.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η παρουσία της στην τηλεόραση, με συμμετοχές σε δημοφιλείς σειρές όπως οι «Χαρούμενη Κυριακή», «Λούνα Παρκ», «Ένοχοι», «Τρεις στο γύρο», «Η μεγάλη παρέλαση», «Έγκλημα στο Ψυχικό», «Το πάθος», «Βραδιά επιθεώρησης», «Επιθεώρηση», «Άγγελος κατά λάθος», «Μια απίθανη γιαγιά», «Οικογένεια Καζίνο», «Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες», «Αραχτοί και λάϊτ» και, τα τελευταία χρόνια, στη «Γη της Ελιάς» (2021-2026).
Το 1990 παρουσίασε στην ΕΤ2 την εκπομπή «Χωρίς παρεξήγηση», η οποία προβλήθηκε σε 14 επεισόδια, με πρώτη καλεσμένη τη Ρένα Βλαχοπούλου. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί της μιλούσαν πάντοτε για έναν άνθρωπο ευγενικό, πειθαρχημένο και χαμηλών τόνων. Παρότι γνώρισε τη δόξα όσο λίγοι καλλιτέχνες της γενιάς της, δεν επέτρεψε ποτέ στη δημοσιότητα να αλλοιώσει τον χαρακτήρα της. Ήταν πάντοτε προετοιμασμένη, συνεπής και πρόθυμη να στηρίξει τους νεότερους συναδέλφους της, θεωρώντας πως η εμπειρία αποκτά αξία μόνο όταν μεταδίδεται.
Η ζωγραφική και η πολιτική στη ζωή της Μάρως Κοντού
Πέρα από την υποκριτική, η Μάρω Κοντού ασχολήθηκε με τη ζωγραφική. Το 1993 πραγματοποίησε έκθεση έργων της στην γκαλερί «Αντήνωρ», ενώ πίνακάς της φιλοξενείται στη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.
Σημαντική ήταν και η πολιτική της διαδρομή, τόσο εντός της Βουλής, όσο και σε ό,τι αφορά την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η Μάρω Κοντού εκπροσώπησε τη Νέα Δημοκρατία, ενώ υπηρέτησε και την Τοπική Αυτοδιοίκηση από διάφορες θέσεις. Αναφορικά με την ενασχόλησή της με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, εξελέγη επανειλημμένα δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, διετέλεσε Αντιδήμαρχος Αθηναίων, ενώ ανέλαβε για δύο περιόδους την προεδρία του Δημοτικού Ραδιοσταθμού Αθήνα 9,84.
Συγκεκριμένα, υπηρέτησε ως βουλευτής στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία σε τρεις διαφορετικές περιόδους, αντικαθιστώντας συναδέλφους της ως επιλαχούσα:
1999 – 2000: Αντικατέστησε τον Δημήτρη Αβραμόπουλο.
2000 – 2004: Αντικατέστησε τον Νικήτα Κακλαμάνη.
2006 – 2007: Αντικατέστησε τον Στέφανο Μάνο.
Η ίδια είχε δηλώσει σε συνεντεύξεις της πως η πολιτική δεν λειτούργησε ποτέ ως υποκατάστατο της υποκριτικής, αλλά ως μια ανάγκη για προσφορά στα κοινά.
Η προσωπική της ζωή
Η προσωπική ζωή της Μάρως Κοντού απασχόλησε κατά καιρούς τα μέσα ενημέρωσης, ποτέ όμως με τρόπο που να επισκιάζει το καλλιτεχνικό της έργο. Η ίδια φρόντιζε να διαχωρίζει τη δημόσια εικόνα από την ιδιωτική της ζωή και απέφευγε να εκθέτει προσωπικές στιγμές. Αν και έζησε μεγάλους έρωτες και σημαντικές σχέσεις, επέλεξε να πορευτεί με γνώμονα την ανεξαρτησία και την ελευθερία της. Σε συνεντεύξεις της είχε δηλώσει πως δεν μετάνιωσε για τις επιλογές της, υπογραμμίζοντας ότι προτίμησε να ζήσει τη ζωή της με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό της, παρά να ακολουθήσει κοινωνικές συμβάσεις.
Ο πρώτο γάμος με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μια γυναίκα που έζησε δυνατούς έρωτες, έκανε δύο γάμους και αντιμετώπισε με ειλικρίνεια ακόμη και τις πιο δύσκολες πλευρές της προσωπικής της ζωής. Ο πρώτος γάμος της ήταν σε ηλικία 25 ετών, με τον κινηματογραφιστή και διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, τον οποίο η ίδια αποκαλούσε «Ντίντη». Οι δυο τους είχαν σχέση για περίπου πέντε χρόνια και παντρεύτηκαν τον Ιανουάριο του 1960, λίγους μήνες αφότου εκείνη είχε ξεκινήσει να παίζει δίπλα στον Δημήτρη Χορν στο θέατρο.
Η ηθοποιός βρισκόταν στην αρχή μιας εντυπωσιακής καλλιτεχνικής πορείας και η επιτυχία της είχε φέρει πολλούς θαυμαστές στο καμαρίνι της, με τις ανθοδέσμες να καταφθάνουν άλλοτε επώνυμα και άλλοτε χωρίς υπογραφή. Ένας από τους ανθρώπους που τη θαύμαζαν ήταν και ο κινηματογραφικός παραγωγός Κλέαρχος Κονιτσιώτης, τον οποίο η Μάρω Κοντού έβλεπε αποκλειστικά ως φίλο. Έπειτα από έναν καβγά με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, είχε βγει μαζί του για φαγητό στην Αθηναία. Εκεί, ενώ χόρευαν, εμφανίστηκε ο σύζυγός της, τους είδε και αποχώρησε...
Η σχέση και ο γάμος τους διήρκεσαν συνολικά περίπου επτά χρόνια. Η Μάρω Κοντού είχε αποκαλύψει ότι η απιστία του συζύγου της ήταν εκείνη που την οδήγησε στην απόφαση να χωρίσει. «Μετά από επτά χρόνια (σχέση και γάμος), αυτό το γρουσούζικο 7 έκανε μια σκανταλιά. Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Νόμιζα ότι ήταν το πρώτο, αλλά είχε φοβερό σουξέ στις γυναίκες», είχε αναφέρει.
Παρά τις εντάσεις που είχαν υπάρξει ανάμεσά τους, η Μάρω Κοντού μιλούσε πάντοτε για τον πρώτο σύζυγό της ως τον σημαντικότερο άνδρα της ζωής της και ο χωρισμός τους δεν εξαφάνισε τον βαθύ δεσμό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Οι δυο τους παρέμειναν φίλοι, ενώ η ηθοποιός στάθηκε στο πλευρό του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς όταν αντιμετώπισε προβλήματα υγείας. Μάλιστα, περίπου ενάμιση χρόνο πριν από τον θάνατό του, εκείνος έμεινε στο σπίτι της.
Ο δεύτερος γάμος με τον Γιώργο Δόξα
Δεκατρία χρόνια μετά το διαζύγιό της από τον πρώτο της σύζυγο, η Μάρω Κοντού αποφάσισε να παντρευτεί ξανά. Στις 21 Ιουλίου 1975 ανέβηκε τα σκαλιά του Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα στην Πλατεία Αμερικής και ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν γιος του λογοτέχνη και ποιητή Τάκη Δόξα. Ο γάμος τους, όμως, δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Η Μάρω Κοντού είχε παραδεχτεί ότι προχώρησαν στην απόφαση να παντρευτούν χωρίς προηγουμένως να έχουν ζήσει μαζί και να έχουν διαπιστώσει εάν μπορούσαν να ταιριάξουν στην καθημερινότητά τους.
Παρότι περιέγραφε τον Γιώργο Δόξα ως έναν αξιόλογο άνθρωπο, αναγνώριζε ότι η σχέση τους στηρίχθηκε κυρίως στον έρωτα. Όταν το αρχικό συναίσθημα υποχώρησε, δεν υπήρχε πλέον το βαθύτερο δέσιμο που είχε δημιουργηθεί με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς.
Η σχέση με... παντρεμένο ηθοποιό
Η Μάρω Κοντού είχε μιλήσει ανοιχτά και για έναν απαγορευμένο έρωτα που έζησε κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας της. Επρόκειτο για έναν παντρεμένο ηθοποιό, το όνομα του οποίου επέλεξε να μην αποκαλύψει ποτέ. Όπως είχε εξομολογηθεί, η σχέση αυτή της δημιούργησε έντονες τύψεις, ιδιαίτερα όταν εκείνος αποφάσισε να χωρίσει. Η ίδια ένιωσε ότι μπορεί να είχε προκαλέσει τη διάλυση μιας οικογένειας και αρνήθηκε να συνεχίσει μαζί του.
«Στα 60 χρόνια καριέρας είχα μόνο με έναν ηθοποιό μια σχέση, αλλά δε θα πω ποτέ ποιος ήταν. Ήταν παντρεμένος, δε ζει σήμερα, οπότε ποιος ο λόγος να το πω; Ήταν μια ιστορία που ίσως πόνεσε κάποια γυναίκα, δεν ξέρω… Δεν θέλω να το πω. Ήταν δύσκολη κατάσταση. Εκείνος χώρισε κι εγώ δεν το δέχτηκα, έπαθα ψυχοσωματικά. Ένιωθα τύψεις κι ενοχές ότι διέλυσα ένα σπίτι. Τελικά το σπίτι δε διαλύθηκε», είχε αποκαλύψει.
Το φλερτ του Αλέκου Αλεξανδράκη
Ανάμεσα στους άνδρες που είχαν γοητευτεί από την παρουσία της ήταν και ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Η Μάρω Κοντού είχε αποκαλύψει στον Γρηγόρη Αρναούτογλου ότι ο σπουδαίος ηθοποιός την είχε φλερτάρει την εποχή που συνεργάζονταν στο Εθνικό Θέατρο. Η ίδια, ωστόσο, δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει ερωτικά, καθώς τον έβλεπε πρωτίστως ως συνάδελφο. Την ίδια περίοδο ήταν ήδη ζευγάρι με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, ο οποίος ήταν φίλος με τον Αλέκο Αλεξανδράκη.
Όπως είχε η ίδια πει για τον Αλέκο Αλεξανδράκη: «Χαρισματικός άνθρωπος, όμορφος κι έπεφταν πάνω του οι γυναίκες σαν τα μελίσσια. Δεν μπορούσα να τον δω ερωτικά, ήταν συνάδελφος. Με είχε φλερτάρει κάποτε στο Εθνικό, ενώ έβλεπε ότι πηγαινοέρχεται ο Αριστείδης Καρύδης-Φουκς, ήταν και φίλοι μεταξύ τους, ένα φλερτάκι το έκανε. Πολύ ωραίο παιδί και καλός ηθοποιός».
Ο λόγος που δεν απέκτησε ποτέ παιδιά
Η Μάρω Κοντού είχε ξεκαθαρίσει ότι το γεγονός πως δεν απέκτησε παιδιά δεν ήταν μια συνειδητή προσωπική επιλογή. Από νεαρή ηλικία γνώριζε ότι για ιατρικούς λόγους δεν μπορούσε να γίνει μητέρα. Γύρω στα 35 της χρόνια αποφάσισε να αναζητήσει βοήθεια στο εξωτερικό. Ταξίδεψε στην Ελβετία και απευθύνθηκε σε γιατρό ο οποίος, όπως είχε αναφέρει, είχε βοηθήσει τη Σοφία Λόρεν να αποκτήσει παιδί. Η απάντηση που έλαβε ήταν οριστική.
Η ίδια είχε πει σε συνέντευξη στον Νίκο Χατζηνικολάου: «Δεν μπορούσα, όχι δεν έκανα, δεν μπορούσα. Από πολύ νέα το γνώριζα. Βέβαια, περνώντας τα χρόνια, γύρω στα 35 μου, το έψαξα στο εξωτερικό. Πήγα και βρήκα αυτόν που βοήθησε τη Λόρεν να κάνει παιδί, στην Ελβετία. Μου είπε: "Δε θα κάνετε ποτέ παιδί, εν αντιθέσει δεν θα πάθετε ποτέ καρκίνο εδώ και κάτι ακόμα, θα είστε πάντα νεότερη από τις συμμαθήτριές σας κατά δέκα χρόνια"».
Ο γιατρός τής είχε προτείνει να προχωρήσει σε υιοθεσία, προσφέροντας μάλιστα να τη βοηθήσει. Εκείνη, ωστόσο, δεν ακολούθησε αυτή τη διαδρομή, άλλωστε δεν ακολούθησε ποτέ το πρότυπο που ήθελε μια γυναίκα της εποχής της να ορίζεται αποκλειστικά μέσα από τον γάμο και τη μητρότητα.
Ο θάνατός της και το τελευταίο "αντίο"
Η Μάρω Κοντού «έφυγε» από τη ζωή την Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026, σε ηλικία 92 ετών. Όπως έγινε γνωστό, νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», ενώ σύμφωνα με το ιατρικό ανακοινωθέν, η κατάσταση της υγείας της ηθοποιού επιδεινώθηκε παρά τις επίμονες προσπάθειες των θεραπόντων γιατρών.
Αναλυτικότερα, στο ιατρικό ανακοινωθέν που εκδόθηκε από το νοσοκομείο αναφέρονταν τα εξής:
«Με βαθύτατη λύπη ανακοινώνουμε ότι σήμερα 15-07-2026 κατά τις πρωινές ώρες, απεβίωσε η γνωστή ηθοποιός Μαριάνθη (Μάρω) Κοντού στο Γενικό Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ» μετά από σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και παρά τις επίμονες προσπάθειες των θεραπόντων Ιατρών. Εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήριά μας στους οικείους της».
Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση, πλήθος συναδέλφων, ανθρώπων του πολιτισμού και απλών πολιτών εξέφρασαν τη θλίψη τους, μιλώντας για μια σπουδαία καλλιτέχνιδα, αλλά και έναν σπάνιο άνθρωπο. Τα κοινωνικά δίκτυα κατακλύστηκαν από σκηνές των ταινιών της, φωτογραφίες από θεατρικές παραστάσεις και προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων, που συνεργάστηκαν μαζί της.
Δύο μέρες μετά, την Παρασκευή, 17 Ιουλίου, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι και απλός κόσμος είπε το τελευταίο «αντίο» στη σπουδαία ηθοποιό. Ο θάνατός της σηματοδοτεί το τέλος ενός μεγάλου κεφαλαίου της ελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας. Με την απώλειά της, η χώρα αποχαιρέτησε μία ηθοποιό, που συνέδεσε το όνομά της με μερικές από τις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου.
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις τελευταίες εκπροσώπους μιας γενιάς, που θεμελίωσε τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Οι ταινίες εκείνης της εποχής δεν αποτελούν απλώς κινηματογραφικά έργα· είναι κομμάτι της συλλογικής μνήμης των Ελλήνων. Το σημαντικότερο, όμως, στοιχείο της διαδρομής της ήταν ότι δεν επαναπαύθηκε ποτέ στη φήμη της. Συνέχισε να εργάζεται, να εξελίσσεται και να αντιμετωπίζει κάθε νέο ρόλο με τον ίδιο ενθουσιασμό, που είχε όταν πρωτοανέβηκε στη σκηνή. Αυτή η αφοσίωση είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που αφήνει στις επόμενες γενιές καλλιτεχνών.
Σε μια εποχή όπου η δημοσιότητα συχνά διαρκεί όσο ένας τίτλος ειδήσεων, η Μάρω Κοντού απέδειξε ότι η πραγματική αναγνώριση χτίζεται με συνέπεια, ποιότητα και σεβασμό προς το κοινό. Η πορεία της δεν ήταν μια στιγμιαία λάμψη, αλλά ένα σταθερό φως που φώτισε περισσότερα από εβδομήντα χρόνια ελληνικού πολιτισμού.
Η αυλαία έπεσε... Όμως οι μεγάλες πρωταγωνίστριες δεν χάνονται όταν σβήσουν τα φώτα της σκηνής. Παραμένουν παρούσες μέσα από τις ερμηνείες τους, τις λέξεις τους και το αποτύπωμα που αφήνουν στην ιστορία. Η Μάρω Κοντού ανήκει πλέον στο πάνθεον των αθανάτων του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Και εκεί θα παραμείνει, όχι μόνο γιατί υπήρξε σπουδαία ηθοποιός, αλλά γιατί υπήρξε μια μεγάλη κυρία της τέχνης, που τίμησε το λειτούργημά της μέχρι το τέλος της ζωής της...