Αν περιμένατε μια συνηθισμένη συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Τσουβέλα, μάλλον κάνατε λάθος. Αν, όμως, ψάχνετε μια κουβέντα που θα σας κάνει να γελάσετε, συνεχίστε να διαβάζετε. Στη συνέντευξή του στην Τίνα Μιχαηλίδου και στο parapolitika.gr, οι ερωτήσεις συχνά μένουν στη μέση, οι απαντήσεις οδηγούν σε άλλες ιστορίες, οι μιμήσεις διακόπτουν τον ειρμό και τα γέλια είναι σχεδόν αδιάκοπα. Ανάμεσα στα γέλια, όμως, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας μιλά και για όσα δεν βλέπει το κοινό. Για τη διαδρομή του από τα ρεμπετάδικα και τα πανηγύρια μέχρι το ραδιόφωνο και το την μεγάλη παράσταση στο ΟΑΚΑ τον Σεπτέμβριο μπροστά σε 20.000 θεατές, για τους ανθρώπους που ενέπνευσαν τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες του, για τη ζωή πίσω από τη σκηνή, αλλά και για τη σύντροφό του, Εύα. Και αυτή είναι μόνο η αρχή.

Διαβάστε: Τι να λέει… η Ντόρα Μπακογιάννη χωρίς κοστούμι: "Στενοχωρήθηκα που έμεινα εκτός κυβέρνησης, ήταν σαν να ακύρωνε την πορεία μου, αλλά μου πέρασε" (Βίντεο)


Τι να λέει… ο Αλέξανδρος Τσουβέλας χωρίς κοστούμι

Δεν αργεί να γίνει ξεκάθαρο ότι αυτή δεν είναι μια τυπική συνέντευξη, αλλά μια χαλαρή κουβέντα γεμάτη αλήθειες και χιούμορ. Και ο ίδιος φροντίζει να το επιβεβαιώσει από την πρώτη κιόλας απάντηση. «Πιστεύω ότι είναι όλα τραγικά, μαύρα. Εμείς τα κάνουμε χιούμορ για να γλιτώνουμε από αυτή τη μαυρίλα», λέει, δείχνοντας με τον δικό του μοναδικό τρόπο πώς βλέπει την κωμωδία και τη ζωή. Κι όμως, μόλις σβήσουν τα φώτα της σκηνής, ο άνθρωπος που δεν σταματά να μιλά και να αυτοσχεδιάζει μεταμορφώνεται, όπως λέει ο ίδιος, σε έναν «πάρα πολύ βαρετό άνθρωπο». «Όταν δεν δουλεύω, είμαι μονίμως ξαπλωμένος, σαν να έχω υπηρέτες στο σπίτι. Με ένα σεντόνι, σαν μια μικρή Κλεοπάτρα, έτοιμος να φάω σταφύλια», λέει και ξεσπά σε γέλια. Η καθημερινότητά του, όπως παραδέχεται, δεν έχει μέση κατάσταση: είτε βρίσκεται στον δρόμο, γυρίζοντας όλη την Ελλάδα για παραστάσεις, είτε απολαμβάνει με κάθε ευκαιρία την τέχνη τού να μην κάνει απολύτως τίποτα. «Είμαι μονίμως ή σε ένα ταξίδι με έναν σάκο, σαν τον Φρόντο που ψάχνει το δαχτυλίδι, ή ξαπλωμένος», λέει χαρακτηριστικά.


"Πάντα απροετοίμαστος"

Αν περιμένετε ότι λίγο πριν βγει στη σκηνή επικρατεί πανικός, ξανασκεφτείτε το. Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας δηλώνει «πάντα απροετοίμαστος»: δεν γράφει ολόκληρα κείμενα ούτε κάνει ατελείωτες πρόβες. Σημειώνει μόνο ορισμένες λέξεις-κλειδιά και αφήνει τον αυτοσχεδιασμό και την αντίδραση του κοινού να αποφασίσει για τα υπόλοιπα. «Χρησιμοποιώ τον κόσμο ως πειραματόζωο», λέει γελώντας. Κάθε παράσταση δοκιμάζεται πάνω στο κοινό, αλλάζει, εξελίσσεται και, ύστερα από δεκαπέντε ή και δεκαέξι εμφανίσεις, βρίσκει την τελική της μορφή.

Ούτε το άγχος φαίνεται να τον επισκέπτεται συχνά. Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή, μπροστά σε χιλιάδες θεατές, το μυαλό του δεν είναι στην παράσταση, αλλά όπως λέει χαρακτηριστικά, στο πώς να φτιάξει σωστά μπολονέζ. «Κοιτούσα συνταγές μαγειρικής ένα λεπτό πριν βγω. Αν ρίχνεις τον κιμά μετά το κρεμμύδι ή τσιγαρίζεις πρώτα τον κιμά», λέει αναφερόμενος σε μια παράσταση στον Λυκαβηττό, και η κουβέντα διακόπτεται, για ακόμα μία φορά, από γέλια. Η μαγειρική, άλλωστε, είναι ένα από τα αγαπημένα του θέματα στο YouTube. «Όλη μέρα βλέπω συνταγές. Δεν βλέπω κωμωδία», παραδέχεται.

Η συζήτηση φτάνει και στην παράσταση που ετοιμάζει στο ΟΑΚΑ «Εξωγήινος: Η Επιστροφή», όπου στις 12 Σεπτεμβρίου θα κάνει stand up μπροστά σε 20.000 θεατές. Πρόκειται για μια παραγωγή πρωτόγνωρου μεγέθους για τα ελληνικά δεδομένα, την οποία ο ίδιος αποφάσισε να διεκδικήσει χωρίς να περιμένει να του προταθεί. «Πήρα τηλέφωνο και είπα “θέλω να το κάνουμε αυτό και πιστεύω ότι μπορούμε”», λέει χαρακτηριστικά. «Πολλές φορές σχηματοποιώ κάτι στο μυαλό μου και το βλέπω να γίνεται πριν συμβεί», συμπληρώνει. Και όσο για τη επόμενη μέρα ύστερα από μια τόσο μεγάλη παράσταση; Ο ίδιος φαίνεται πως την έχει ήδη προγραμματίσει, αλλά σίγουρα όχι όπως θα περίμενε κανείς. «Την έχω σχεδιάσει ξαπλωμένος. Σίγουρα θα δω το κουπόνι της Κυριακής», απαντά γελώντας.

tsouvelas-xoris-kostoumi-tina
tsouvelas-xoris-kostoumi__2_


Ο 19χρονος Αλέξανδρος Τσουβέλας στη Θεσσαλονίκη, το ρεμπετάδικο και οι μιμήσεις

Κάπου εκεί η κουβέντα γυρίζει αρκετά χρόνια πίσω. Πολύ πριν γεμίσει θέατρα και αρένες, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας ήταν ένας 19χρονος φοιτητής στη Θεσσαλονίκη που τραγουδούσε κρυφά από τους γονείς του σε ένα ρεμπετάδικο. «Ήθελα να εκφράζομαι», λέει. Και, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, βρήκε πολλούς και διαφορετικούς τρόπους να το κάνει. Μετά ήρθαν τα πανηγύρια με την ορχήστρα του χωριού του και η επιστροφή στην Αθήνα. Στην αρχή ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Μιμούνταν καθηγητές και ανθρώπους από το χωριό του, όποιος δηλαδή του τραβούσε την προσοχή, αργά ή γρήγορα, έμπαινε στο πεδίο βολής του. «Δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών έκανα τριάντα φωνές. Λέω, κάτι γίνεται μέσα στο κεφάλι μου. Κάτι δεν πάει καλά ή πάει πολύ καλά», θυμάται γελώντας. Κάπως έτσι ήρθαν οι πρώτες ηχογραφήσεις για υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, μετά το αθλητικό ραδιόφωνο και, όπως λέει ο ίδιος, «το ένα έχτιζε το άλλο». Κάπου εκεί παίρνει την απόφαση και αρχίζει να ανεβάζει μόνος του αποσπάσματα από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές στο Facebook, όταν οι περισσότεροι δεν έβλεπαν καν τον λόγο να το κάνουν. «Μου λέγανε "ρε ψώνιο"». Ακολουθούν το Netwix, τα viral βίντεο και οι χαρακτήρες που τον κάνουν γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Ο ίδιος, όμως, λέει πως κατάλαβε πραγματικά τι είχε συμβεί αρκετά αργότερα, στο Φεστιβάλ Αλεξανδρούπολης το 2019. Μέχρι τότε είχε συνηθίσει να παίζει μπροστά σε 80 ή 100 άτομα. Ξαφνικά, βρέθηκε απέναντι σε 1.400. «Θυμάμαι που είπα στον εαυτό μου: “Τι κάνεις; Πού πας; Τι θα πεις σε τόσο κόσμο; Θα σε φάνε ζωντανό”», εξομολογείται. Η σκέψη πέρασε γρήγορα. «Βγήκα στη σκηνή και είπα: "Εδώ είμαι. Φυσικά και καλά κάνω και είμαι εδώ."» Η αυτοπεποίθηση αυτή, όπως ξεκαθαρίζει, δεν υπήρχε πάντοτε. Χτίστηκε μέσα από τις μικρές καθημερινές μάχες, τις αποτυχίες, τις άδειες αίθουσες και τις παραστάσεις που δεν πήγαν όπως περίμενε.

Από πού, όμως, εμπνέεται ο Αλέξανδρος Τσουβέλας; «Η πηγή έμπνευσής μου είναι η λάσπη». Όχι τα «κυριλέ» μέρη, αλλά τα πανηγύρια, τα στριπτιζάδικα, οι πιο απρόβλεπτες παρέες και οι άνθρωποι που συναντά καθημερινά. «Την κωμωδία θα τη βρεις εκεί, στη λάσπη», λέει, εξηγώντας πως οι περισσότεροι χαρακτήρες και οι ιστορίες του δεν γεννήθηκαν ποτέ στη φαντασία του. Γεννήθηκαν στην πραγματική ζωή. Από μια βραδινή έξοδο που κατέληξε με κλεμμένα εργαλεία από το αυτοκίνητο μέχρι μια αυθόρμητη στάση σε ένα πανηγύρι που, τελικά, κατέληξε να γίνει υλικό για την επόμενη παράσταση.

Τι κάνει, όμως, τον ίδιο να γελά; Το guilty pleasure του βρίσκεται στο YouTube και απέχει αρκετά από τις παραστάσεις μεγάλων κωμικών. «Βλέπω τσακωμούς σε λεωφορεία και δημόσιες υπηρεσίες», αποκαλύπτει, εξηγώντας πως τον διασκεδάζει να παρακολουθεί ανθρώπους τη στιγμή που χάνουν την ψυχραιμία τους και ξεπερνούν τα όριά τους. «Δεν ξέρω γιατί γελάω με τέτοια. Έχω κάποιο πρόβλημα και δεν θέλω να το λύσω», συμπληρώνει γελώντας.


"Συνδέομαι με τον κόσμο σιγά σιγά και δημιουργείται μια ενεργειακή μπάλα"

Όταν, πάντως, βρίσκεται ο ίδιος στη σκηνή, δεν αισθάνεται ότι κουβαλά το βάρος της υποχρέωσης να κάνει τους άλλους να γελάσουν. «Δεν κουβαλάω την προσδοκία», ξεκαθαρίζει. Η παράσταση χτίζεται σταδιακά μέσα από την επαφή του με το κοινό και την ενέργεια που δημιουργείται ανάμεσά τους. «Συνδέομαι με τον κόσμο σιγά σιγά και δημιουργείται μια ενεργειακή μπάλα», λέει. Ακόμη και όταν έχει μπροστά του χιλιάδες θεατές, ζητεί από τον ηχολήπτη να φωτίσει την πλατεία, ώστε να μπορεί να τους βλέπει, να τους παρατηρεί και να αντιλαμβάνεται πότε χρειάζονται περισσότερη ζεστασιά για να μπουν στον ρυθμό της παράστασης. Αυτή η ενέργεια, όμως, δεν υπάρχει πάντοτε πριν από την εμφάνιση. Υπάρχουν βραδιές που δεν έχει καμία διάθεση να ανέβει στη σκηνή. «Βρίζω. Λέω “τι στο διάολο κάνω πάλι εγώ σήμερα; Βγες τώρα και κάνε τα αστεία σου, καραγκιόζη. Πλήρωσε ο άλλος για να σε δει”», παραδέχεται. Μόλις, όμως, βρεθεί μπροστά στο κοινό, όλα αλλάζουν. «Πατάω ένα μαγικό κουμπί», λέει, περιγράφοντας τη στιγμή κατά την οποία αφήνει πίσω του όσα τον απασχολούν και παραδίδεται ολοκληρωτικά στην παράσταση. Μία από αυτές τις ημέρες ξύπνησε μόλις πέντε λεπτά πριν από την προγραμματισμένη εμφάνισή του στη Λιβαδειά. Βγαίνοντας βιαστικά, συνάντησε έναν άγνωστο θεατή με μηχανάκι και του ζήτησε να τον μεταφέρει στο θέατρο. «Μου λέει “σ' εσένα έρχομαι” και του απαντάω “κι εγώ σ' εσένα έρχομαι”», θυμάται. «Δεν έχω αυτά τα “πρέπει”, ότι πρέπει να υπάρχει απόσταση. Δεν έχω αποστάσεις», εξηγεί.

Παρότι έχει δεχθεί πολλές προτάσεις για να συμμετάσχει σε θεατρικές παραστάσεις, ξεκαθαρίζει πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τον δρόμο που έχει επιλέξει. «Εγώ δεν είμαι ηθοποιός. Ούτε θα στερήσω τη δουλειά ενός παιδιού που έχει σπουδάσει υποκριτική και ζει από αυτό, για να πάω εγώ να κάνω έναν ρόλο και να φέρω εισιτήρια στους παραγωγούς», λέει. Δεν αρνείται ότι διαθέτει υποκριτικές ικανότητες, επιλέγει όμως να τις αξιοποιεί με τον δικό του τρόπο. «Αυτή είναι η πίστα η δική μου. Έχω μια δική μου προσέγγιση απέναντι στα πράγματα και δεν την προδίδω». Αν υπάρχει ένας χώρος στον οποίο θα ήθελε κάποτε να δοκιμάσει τον εαυτό του, αυτός δεν συνδέεται με έναν διαφορετικό θεατρικό ρόλο. Θα ήθελε να παρουσιάσει αυτό ακριβώς που ήδη κάνει, το δικό του stand-up, σε μια σκηνή όπως η Επίδαυρος ή το Καλλιμάρμαρο. Όχι για να γίνει κάποιος άλλος, αλλά για να μεταφέρει τη δική του «πίστα» σε έναν ακόμη μεγαλύτερο χώρο.

Η παρατηρητικότητα που τροφοδοτεί την κωμωδία του δεν σταματά όταν κατεβαίνει από τη σκηνή. Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας παραδέχεται πως συχνά αντιλαμβάνεται αμέσως πότε ο άνθρωπος που έχει απέναντί του δεν είναι ειλικρινής. «Πολλές φορές ξέρω ότι ο άλλος μου λέει ψέματα, αλλά το απολαμβάνω και ζω με αυτό, γιατί με βολεύει», λέει. Όταν η συζήτηση φτάνει στις φιλίες του, ο ίδιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την απόσταση που συχνά δημιουργεί. «Εγώ ευθύνομαι που απομακρύνομαι», παραδέχεται. Όπως εξηγεί, έχει την τάση να αποσύρεται ακόμη και όταν αντιλαμβάνεται ότι κάποιος επιζητεί έντονα την παρέα του. Η ανάγκη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη δουλειά του και με την ενέργεια που χρειάζεται να διαφυλάξει πριν από κάθε εμφάνιση. Δεν θα συναντήσει φίλους για καφέ ούτε θα γεμίσει την ημέρα του με κοινωνικές υποχρεώσεις. Προτιμά να μένει στο σπίτι, συνήθως ξαπλωμένος, μέχρι να έρθει η ώρα να φύγει για την παράσταση. «Λέω στην Εύα “αγάπη, στις επτά πρέπει να φύγω. Ξύπνα με”».


"Όταν δω ότι ένας χαρακτήρας πάει να με καπελώσει, του τραβάω μια κλοτσιά"

Η συζήτηση δεν αργεί να φτάσει και στους ανθρώπους που, χωρίς να το ξέρουν, πέρασαν από την πραγματική ζωή στην κωμωδία του. Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας αποκαλύπτει πως οι πρώτες του μιμήσεις γεννήθηκαν παρατηρώντας ανθρώπους του χωριού του, ενώ ο πρώτος γνωστός άνθρωπος που μπήκε στο «ρεπερτόριό» του ήταν ο Γιώργος Γεωργίου. Όπως εξηγεί, όμως, δεν τον ενδιαφέρει απλώς να αντιγράψει μια φωνή. «Δεν μιμούμαι κάποιον. Γίνομαι αυτός», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως προσπαθεί να καταλάβει «πώς αναπνέει, πώς είναι η ψυχοσύνθεσή του», ώστε να αποδώσει όσο πιο αυθεντικά γίνεται έναν χαρακτήρα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο γεννήθηκε και η Ραμόνα. Όχι από τη φαντασία του, αλλά από μια πραγματική σκηνή σε μια ταβέρνα στο Περιστέρι. Οι ατάκες μιας δυναμικής υπαλλήλου έγιναν η αφορμή για έναν από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες του. Παρότι η Ραμόνα, όπως και ο κυρ Αλέκος, γνώρισαν τεράστια απήχηση, ο ίδιος επιμένει πως δεν θέλει ποτέ να εγκλωβίζεται στην επιτυχία ενός μόνο ρόλου. «Όταν δω ότι ένας χαρακτήρας πάει να με καπελώσει, του τραβάω μια κλοτσιά και τον στέλνω στον διάολο», λέει, εξηγώντας γιατί προτιμά να κλείνει έναν κύκλο την ώρα που βρίσκεται ακόμη στην κορυφή του. Από μια πραγματική εικόνα σε ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ στα Άνω Λιόσια γεννήθηκε και ο Ρώσος μπασκετμπολίστας με τα σκαρπίνια. Αφορμή στάθηκε ένας άνδρας που εμφανίστηκε με λευκή κάλτσα και σκαρπίνια, ζητώντας με απόλυτη φυσικότητα: «Να παίζω κι εγώ λίγο μπάσκετ μαζί σας». Για τον Αλέξανδρο Τσουβέλα, άλλωστε, οι πιο δυνατοί χαρακτήρες δεν γεννιούνται στο χαρτί. Βρίσκονται στους δρόμους, στα γήπεδα, στις ταβέρνες και στα χωριά, στους ανθρώπους που οι περισσότεροι προσπερνούν, αλλά εκείνος σταματά για να παρατηρήσει.

Και φυσικά, από μια κουβέντα με τον Αλέξανδρο Τσουβέλα δεν θα μπορούσε να λείψει το κεφάλαιο σχέσεις. Με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, παραδέχεται πως στο θέμα του σεξ μάλλον αγωνίζεται εκτός γηπέδου. «Είμαι ο χειρότερος που υπάρχει στο σεξ. Είμαι μόνο λόγια και μηδενικές προσδοκίες», λέει γελώντας, εξηγώντας πως το μεγαλύτερο πρόβλημά του είναι ότι το μυαλό του δεν σταματά ποτέ να παρατηρεί. Μια έκφραση, ένα βλέμμα, ένα αρκουδάκι στη γωνία του δωματίου αρκούν για να τον κάνουν να ξεσπάσει σε γέλια και να χαθεί η στιγμή. «Δεν είμαι εγώ γι’ αυτά... Μπορεί να με πιάσει σπαστικό γέλιο», λέει. Κι αν υπάρχει κάτι για το οποίο είναι βέβαιος, είναι ότι δεν ανήκει στην κατηγορία των «τοξικών» ανδρών. Όπως λέει χαρακτηριστικά, «οι τοξικοί άντρες είναι καλοί στο κρεβάτι», όμως δύσκολα θα θυμηθούν τι σου αρέσει, τι δεν τρως ή θα μπουν στη διαδικασία να σε φροντίσουν. «Εγώ θα σου φτιάξω pancakes. Ξέρω ότι το συγκεκριμένο απορρυπαντικό δεν ξεβάφει τα μαύρα. Ξέρω αν σιχαίνεσαι τη μελιτζάνα. Το ξέρω», λέει. Και όσο τον ακούς να μιλάει, τόσο αποκαλύπτεται μια πλευρά που δεν περιμένεις εύκολα: ένας άνθρωπος γλυκός, φροντιστικός και βαθιά ρομαντικός.

Κάπου εκεί, η συζήτηση αποκτά τον ρυθμό μιας αυτοσχέδιας stand-up παράστασης. Η Τίνα Μιχαηλίδου τον βάζει σε ένα παιχνίδι μιμήσεων, «πετώντας» του το ένα όνομα μετά το άλλο, κι εκείνος δεν της χαλάει χατίρι. Από τον Άδωνι Γεωργιάδη στη «Ραμόνα» και από εκεί στον Παύλο Γερουλάνο και στον Νίκο Χατζηνικολάου, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας αλλάζει φωνές, εκφράσεις και ύφος μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χαρίζοντας μερικές από τις πιο απολαυστικές στιγμές της συνέντευξης.


Αλέξανδρος Τσουβέλας: Όταν βλέπω στενοχωρημένη την Εύα, μπαίνω μπροστά

Από την κουβέντα δεν θα μπορούσε να λείπει η Εύα, η γυναίκα που βρίσκεται στο πλευρό του εδώ και σχεδόν 14 χρόνια. Αφορμή για να ανοίξει αυτό το κεφάλαιο στάθηκαν τα πρόσφατα κακόβουλα σχόλια που δέχθηκε η σύντροφός του στα social media. «Με πόνεσαν τα σχόλια για την Εύα γιατί στενοχωρήθηκε αυτή», λέει, εξηγώντας πως ο ίδιος έχει μάθει να ζει με την κριτική και ακόμη και με τις απειλές. «Όταν τη βλέπω στενοχωρημένη, μπαίνω μπροστά», συμπληρώνει, αποκαλύπτοντας πως δεν δίστασε να κινηθεί ακόμη και νομικά για να την προστατεύσει. Η κουβέντα, όμως, πολύ γρήγορα αφήνει πίσω αυτό το περιστατικό και στρέφεται στην ίδια τη σχέση τους. Μια σχέση που, όπως λέει, τον άλλαξε. «Με έμαθε να μη βιάζομαι να καταφέρω πράγματα. Με έμαθε να πιστεύω στη διαδικασία», εξομολογείται, ενώ δεν κρύβει τον θαυμασμό του για την πορεία της ως γλύπτριας. «Είναι συγκλονιστική η πορεία της... όλο αυτό εμένα με γοήτευσε», λέει χαρακτηριστικά. Η ιστορία της γνωριμίας τους μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Εκείνη ήταν ακροάτριά του και, όταν αναζητούσε μια φωνή για ένα καλλιτεχνικό installation, επέλεξε εκείνον. «Πληρώθηκα για να γνωρίσω την Εύα», λέει γελώντας, ενώ θυμάται την πρώτη τους συνάντηση. Αυτό που φαίνεται να θαυμάζει περισσότερο στη σχέση τους είναι η ισορροπία που έχουν χτίσει όλα αυτά τα χρόνια.

Περιγράφει μια καθημερινότητα χωρίς υπερβολές και χωρίς την ανάγκη να είναι διαρκώς μαζί. «Το πρωί δεν επικοινωνούμε μέχρι να πάει δώδεκα, να πιει καφέ, δεν θέλει και πολλά. Και γι' αυτό έχει κρατήσει αυτή η σχέση», αναφέρει, περιγράφοντας πώς ο καθένας σέβεται τον χώρο και τον ρυθμό του άλλου. Ίσως γι' αυτό απορρίπτει και τη θεωρία του «άλλου μισού». «Δεν πιστεύω στα άλλα μισά. Πιστεύω στη σχέση που δομείται, με τα καλά και τα στραβά», λέει, εξηγώντας πως για εκείνον μια σχέση δεν στηρίζεται στην τελειότητα, αλλά χτίζεται καθημερινά. Και όταν η Τίνα Μιχαηλίδου τον ρωτά πώς είναι ο ίδιος ως σύντροφος, η απάντησή του δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό. Δεν μιλά για ρομαντικές χειρονομίες ούτε για μεγάλες δηλώσεις αγάπης. Μιλά για την καθημερινότητα. Για τα ψώνια, τη λαϊκή, τα μικρά προβλήματα που θέλει να λύνει. «Μου αρέσει που είμαι χρήσιμος για έναν άλλο άνθρωπο. Αισθάνομαι χρήσιμος. Και αυτό με κρατάει», λέει χαρακτηριστικά. Βέβαια, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας δεν αργεί να αποδομήσει και αυτή την πιο προσωπική στιγμή με τον δικό του τρόπο όταν η Τίνα Μιχαηλίδου τον προκαλεί να αποκαλύψει ποιο είναι το ελάττωμά του που θα έκανε την Εύα να τον εκθέσει δημόσια.«Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος που υπάρχει στο δίπλωμα των ρούχων. Είναι σαν να δίνω βήματα». «Αν με βάλεις να δουλέψω αύριο σε γνωστό κατάστημα ρούχων έχω φύγει σε δύο ώρες», απαντά γελώντας. Και κάπως έτσι, ακόμη και η πιο προσωπική στιγμή της συνέντευξης κλείνει όπως άρχισε: με ένα αστείο που λέει κάτι πολύ αληθινό για τον ίδιο.