Πίσω από τον άνθρωπο που κάνει χιλιάδες ανθρώπους να γελούν, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας είναι ένας άνθρωπος που αναζητεί την ηρεμία, την αυθεντικότητα και τις απλές στιγμές. Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης του στην Τίνα Μιχαηλίδου και στο parapolitika.gr, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας μιλά για τις αξίες που τον καθορίζουν, την πίστη, την οικογένεια, τις εξαρτήσεις και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να ζει, μακριά από τα φώτα της σκηνής.

Διαβάστε: Τι να λέει… ο Αλέξανδρος Τσουβέλας χωρίς κοστούμι: "Με πόνεσαν τα σχόλια για την Εύα, γιατί στενοχωρήθηκε κι έτσι μπήκα μπροστά"

Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας παραδέχεται πως η ανάγκη να σταθεί δίπλα στους άλλους είναι ένα από τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν περισσότερο. Όχι γιατί θεωρεί τον εαυτό του γενναιόδωρο, αλλά γιατί δυσκολεύεται να μείνει αμέτοχος όταν βλέπει έναν άνθρωπο να έχει ανάγκη. «Είμαι στήριγμα. Αν κάποιος έχει ένα πρόβλημα, ξέρει...», λέει. Η στάση αυτή, ωστόσο, του έχει κοστίσει ακριβά. Δεν είναι λίγες οι φορές που άνθρωποι εκμεταλλεύτηκαν την προθυμία του να βοηθήσει, ζητώντας του χρήματα ή στήριξη χωρίς πραγματική ανάγκη. Κι όμως, ούτε αυτό στάθηκε αρκετό για να τον κάνει πιο καχύποπτο. «Αυτό είναι το πρόβλημά μου. Άμα δω έναν άνθρωπο να έχει μια ανάγκη, ένα πρόβλημα, υποχρεώνομαι», λέει, εξηγώντας πως προτιμά να ρισκάρει να εξαπατηθεί, παρά να γυρίσει την πλάτη σε κάποιον που ίσως τον χρειάζεται πραγματικά.

Η πίστη κατέχει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή του Αλέξανδρου Τσουβέλα. Μεγαλωμένος σε μια οικογένεια που ο πατέρας του έγινε ιερέας όταν ο ίδιος ήταν 14 ετών, ξεκαθαρίζει πως τίποτα δεν του επιβλήθηκε. «Δεν μας πίεσε ποτέ ο πατέρας μου. Ούτε για νηστεία ούτε για προσευχή», λέει, εξηγώντας πως η σχέση του με την πίστη είναι μια καθαρά προσωπική επιλογή. Σήμερα, όπως αποκαλύπτει, προσεύχεται κάθε βράδυ. «Δεν υπάρχει βράδυ που δεν έχω προσευχηθεί, για τους άλλους, όχι για μένα. Προσεύχομαι να είναι καλά όλοι οι άνθρωποι που αγαπάω», αναφέρει χαρακτηριστικά. Όσο για το αν έχει ζήσει ποτέ κάποιο θαύμα, επιλέγει να μιλήσει με προσοχή. «Έχω ζήσει πράγματα που δεν θα ήθελα ποτέ να τα κοινοποιήσω. Η πίστη είναι προσωπικό θέμα. Δεν πρέπει να κοινοποιείς αυτή την αποκάλυψη, γιατί χάνει και το νόημά της και ευτελίζεται», λέει, εξηγώντας πως ο καθένας βιώνει τη σχέση του με το θείο με διαφορετικό τρόπο. Ωστόσο, μοιράζεται μία εμπειρία που τον σημάδεψε, όταν πέρασε Covid και για έναν ολόκληρο μήνα παρέμενε θετικός. Ο ίδιος, όμως, δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει όσα συνέβησαν. «Μπορείς να πεις ότι είναι πολλές συμπτώσεις. Κάποιος που πιστεύει μπορεί να πει ότι είναι ένα σημάδι. Κάποιος που δεν πιστεύει θα πει κάτι άλλο». Για τον ίδιο, άλλωστε, η πίστη δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις. «Δεν έχω ανάγκη να γίνει κάποιο θαύμα για να πιστέψω», λέει, εξηγώντας πως για τον ίδιο είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύ.

Οι γονείς του παρακολουθούν τη διαδρομή του, όμως αναφέρει ότι υπάρχει ένα κομμάτι της δουλειάς του που δεν θέλει να δουν ποτέ: τις stand-up παραστάσεις του. «Γι' αυτούς λέω... και βρίζω πολύ», λέει γελώντας, εξηγώντας πως προτιμά να τους κρατά μακριά από το πιο αθυρόστομο κομμάτι της σκηνικής του παρουσίας. Υπάρχει, όμως, ένας άνθρωπος του οποίου τη γνώμη εμπιστεύεται απόλυτα: η σύντροφός του, Εύα. Καθώς είναι εκείνη που δεν θα διστάσει να του πει όταν κάτι δεν της αρέσει, χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς δεύτερες σκέψεις. Και ίσως γι' αυτό η γνώμη της έχει για εκείνον ιδιαίτερη βαρύτητα. Όχι μόνο γιατί είναι δίπλα του, αλλά γιατί, όπως εξηγεί, έχει την εμπειρία και την καλλιτεχνική παιδεία να ξεχωρίσει το αληθινό από το επιφανειακό. Στο σημείο αυτό, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας ξεκαθαρίζει πως δεν αναζητεί το «μπράβο» ούτε από τους γονείς του ούτε από κανέναν, καθώς η επιβεβαίωση δεν είναι αυτό που τον κινητοποιεί. Αντίθετα, αυτό που έχει πραγματική σημασία για τον ίδιο είναι η ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους που επιλέγουν να τον δουν. «Δεν κυνηγάω το "μπράβο". Κυνηγάω να είμαι συνεπής σε μια αποστολή που μου έχει ανατεθεί», εξηγεί. Κάθε παράσταση, όπως λέει, αποτελεί μια υπόσχεση απέναντι σε ανθρώπους που μπορεί να περίμεναν μήνες για να τον δουν. «Άφησαν το παιδί στη γιαγιά, έχουν αγοράσει εισιτήρια τέσσερις μήνες πριν... Πρέπει να τα δώσω όλα». Γι' αυτό και αντιμετωπίζει κάθε εμφάνιση σαν να είναι η πρώτη. «Για κάποιον που με βλέπει πρώτη φορά, αν είμαι χάλια, είμαι χάλια», λέει χαρακτηριστικά.

Αν η σκηνή είναι το μέρος που διοχετεύει όλη του την ενέργεια, το χωριό του είναι το προσωπικό του καταφύγιο, το μέρος που ξεκουράζεται, αποφορτίζεται και γεμίζει ξανά τις μπαταρίες του. Κάθε καλοκαίρι, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας επιστρέφει στη Μεγαλόχαρη Άρτας, αφήνοντας για λίγο πίσω του τα γεμάτα θέατρα, για να περάσει χρόνο με την Εύα, τους παππούδες του και τους ανθρώπους του χωριού. Εκεί η καθημερινότητα κυλά διαφορετικά. Το πρόγραμμά του περιλαμβάνει ποτάμι, πανηγύρια, μπιρίμπα και φαγητό από τον κήπο, χάνοντας εντελώς την αίσθηση του χρόνου. «Στο χωριό μου η ώρα είναι 11 και μετά από μία ώρα είναι... 11 και 5», λέει γελώντας. Η συζήτηση τον ταξιδεύει πίσω στα παιδικά του χρόνια, στη Μεγαλόχαρη Άρτας και στις στιγμές που έζησε δίπλα στους παππούδες του. Ανάμεσα στις πιο ζωντανές αναμνήσεις του ξεχωρίζει μια ιστορία που ακόμη τον κάνει να γελά. Όπως παραδέχεται, ένα από τα αγαπημένα του παιχνίδια ήταν να βάζει επίτηδες τον παππού και τη γιαγιά του να τσακώνονται, σκαρώνοντας απίθανες ιστορίες.


Αλέξανδρος Τσουβέλας: "Η επιτυχία είναι κάτι χαοτικό"

Παρότι ο Αλέξανδρος Τσουβέλας γεμίζει θέατρα και οι παραστάσεις του συγκεντρώνουν χιλιάδες θεατές, αποφεύγει να χαρακτηρίσει τον εαυτό του επιτυχημένο. «Η επιτυχία είναι κάτι χαοτικό. Είναι κάτι που έχει να κάνει με τη ζωή που έχουν επιλέξει άλλοι για εμάς. Δεν την πιστεύω», λέει χαρακτηριστικά. Για τον ίδιο, η επιτυχία δεν είναι μια στιγμή ούτε ένας αριθμός εισιτηρίων. Είναι κάτι εύθραυστο, που μπορεί να ανατραπεί από τη μια μέρα στην άλλη. «Μπορείς να πεις ότι στον τομέα μου έχω πετύχει. Αλλά αν αύριο πω μια κοτσάνα που ακυρώσει ό,τι έχω φτιάξει και με πετάξουν σε μια γωνιά, είμαι επιτυχημένος;» αναρωτιέται. Γι' αυτό και θεωρεί πως μεγαλύτερη αξία έχουν η διάρκεια και η σωστή διαχείριση μιας πορείας, παρά μια πρόσκαιρη επιτυχία. Αντί να κυνηγά έναν στόχο που συνεχώς απομακρύνεται, προτιμά να θέτει μικρούς στόχους και να τους κατακτά έναν έναν. «Η επιτυχία είναι σαν να κυνηγάς τον ορίζοντα. Όσο πλησιάζεις, τόσο απομακρύνεται. Είναι σα να κυνηγάς την ουρά σου όταν προσπαθείς να κάνεις επιτυχία», λέει χαρακτηριστικά. Αυτό που αναγνωρίζει, ωστόσο, είναι ότι κάθε επιλογή έχει το κόστος της. «Είμαι ταγμένος στη δουλειά μου και δεν υπάρχει καμία προσωπική ζωή», παραδέχεται. Χιλιάδες χιλιόμετρα στον δρόμο, ατελείωτες ώρες δουλειάς και χρόνια έλλειψη ύπνου είναι το τίμημα μιας ζωής που έχει επιλέξει συνειδητά. Η επιλογή αυτή, όπως παραδέχεται, έχει αντίκτυπο και στις προσωπικές του σχέσεις. Οι ατελείωτες ώρες δουλειάς και οι συνεχείς μετακινήσεις αφήνουν ελάχιστο χώρο για φίλους και κοινωνικές στιγμές. Ωστόσο, ο ίδιος δεν φαίνεται να το βιώνει ως απώλεια. Αντιθέτως, εξηγεί πως ήταν ανέκαθεν άνθρωπος των λίγων και ουσιαστικών σχέσεων. Η στάση αυτή συνδέεται και με τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής. Δηλώνει βαθιά εσωστρεφής και επιλέγει να διαχειρίζεται μόνος του όσα τον βαραίνουν. «Δεν μου λείπει το ότι δεν έχω φίλους…Τα προβλήματά μου θα τα λύσω εγώ. Μόνος μου», λέει, εξηγώντας πως μόνο ένας πολύ μικρός κύκλος ανθρώπων γνωρίζει τι πραγματικά τον απασχολεί. «Η κοινοποίηση των προβλημάτων, για μένα, σε άλλους ανθρώπους μόνο προβλήματα μπορεί να φέρει», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παρά την αναγνωρισιμότητα και την πορεία του, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας δεν άφησε ποτέ τον εαυτό του να «καβαλήσει το καλάμι». Αντίθετα, κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή νιώθει πως ξεκινά από το μηδέν. «Αν ανέβεις με την αίσθηση ότι κάποιος είσαι, χαιρετίσματα», λέει χαρακτηριστικά. «Ξεκινάω ένα μηδενικό και φεύγω με φτερά διαόλου», λέει με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, περιγράφοντας τη διαδρομή από την ανασφάλεια στην απόλυτη ελευθερία που του χαρίζει κάθε εμφάνιση. Όπως εξηγεί, κάθε παράσταση λειτουργεί σαν μια προσωπική διαδικασία ενδοσκόπησης, σχεδόν σαν ψυχοθεραπεία, μέσα από την οποία δοκιμάζει και ξαναχτίζει τον εαυτό του.


Οι εξαρτήσεις

Στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος Τσουβέλας μιλά με ειλικρίνεια και για τις εξαρτήσεις που πέρασαν από τη ζωή του. Παραδέχεται πως ο τζόγος ήταν η πιο δύσκολη, ενώ το αλκοόλ το σταμάτησε όταν κατάλαβε ότι άρχισε να γίνεται συνήθεια. «Είπα "ώπα". Πάει αυτό.» Για τον τζόγο, όμως, χρειάστηκε μεγαλύτερη προσπάθεια. Οι αθλητικές εκπομπές, οι ατελείωτες συζητήσεις για στοιχήματα και κυρίως η μοναξιά των περιοδειών τον έφεραν πιο κοντά σε αυτή τη συνήθεια. «Τελείωνα διπλή παράσταση, πήγαινα μόνος στο ξενοδοχείο και ασχολούμουν με αυτό.» Σήμερα, όπως λέει, μπορεί να παίξει ένα στοίχημα χωρίς να γίνεται εμμονή. «Το έδιωξα μόνος μου», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας δεν ανήκει σε εκείνους που πιστεύουν ότι η επιτυχία λύνει τα πάντα. Αναγνωρίζει πως αλλάζει την καθημερινότητα και φέρνει μεγαλύτερη οικονομική άνεση, όμως μέχρι εκεί. «Τα προβλήματα των σχέσεων, το άγχος, τα ψυχολογικά... όλα αυτά μένουν», λέει, ξεκαθαρίζοντας πως η αναγνωρισιμότητα δεν αποτελεί εισιτήριο για μια πιο εύκολη ζωή. Το ίδιο επιφυλακτικός δηλώνει και απέναντι στη λογική της διαρκούς αισιοδοξίας «Δεν μπορώ την επιτηδευμένη χαρά», λέει, εξηγώντας πως ο καθένας κουβαλά τις δικές του δυσκολίες. Αυτό που πιστεύει, όμως, είναι πως, αν σταθείς πρώτα εσύ στα πόδια σου, τότε μπορείς να σταθείς πραγματικά και δίπλα στους άλλους. «Αν δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου, δεν μπορείς να βοηθήσεις έναν συνάνθρωπό σου». Και μπορεί για τους περισσότερους να είναι ο άνθρωπος του «χαβαλέ», εκείνος όμως έχει άλλη άποψη. «Τη λέξη "χαβαλές" τη σιχαίνομαι…Δεν κάνω χαβαλέ. Κάνω χιούμορ επαγγελματικά», λέει χαρακτηριστικά, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι το χιούμορ δεν είναι επιφανειακή διασκέδαση, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπεις και να αφηγείσαι τη ζωή.


"Θα κατέβαινα στην πολιτική, μπορεί να φτιάξω και το δικό μου κόμμα"

Η κουβέντα δεν θα μπορούσε να μην περάσει και από την πολιτική, με τον Αλέξανδρο Τσουβέλα να απαντά κι εδώ με χιούμορ. «Κάποια στιγμή, όταν θα τελειώσω τα αστεία για το προσωπικό μου όφελος, θα πουλήσω την αγάπη του κόσμου κατεβαίνοντας κάπου υποψήφιος», λέει γελώντας, ενώ δεν διστάζει να συμπληρώσει: «Θα κατέβαινα στην πολιτική. Μπορεί να φτιάξω και το δικό μου κόμμα». Το χιούμορ, ωστόσο, δεν αναιρεί τις απόψεις του. Ο Αλέξανδρος Τσουβέλας θεωρεί πως όλοι πρέπει να έχουν θέση για όσα συμβαίνουν γύρω μας και δεν του αρέσει η ουδέτερη στάση, ειδικά όταν αυτή επιλέγεται μόνο και μόνο για να μη δυσαρεστηθεί κανείς. «Δεν μου αρέσει αυτό το apolitique που έχουν πολλοί άνθρωποι, ούτε οι άνθρωποι των social media που δεν παίρνουν θέση για να μη χαλάσουν καρδιές ή χορηγίες. Θέλω να έχω τη θέση μου και την άποψή μου, για να έχει και νόημα η ύπαρξή μου», λέει χαρακτηριστικά. Ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως δεν βασίζει τις παραστάσεις του στην πολιτική σάτιρα, καθώς προτιμά ιστορίες που αντέχουν στον χρόνο από αστεία που εξαντλούνται μαζί με την επικαιρότητα. «Με αφορά περισσότερο να είμαι εγώ το κωμικό θύμα των πραγμάτων», εξηγεί. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ο εκάστοτε πρωθυπουργός μένει εκτός σάτιρας. Όπως λέει, πρόκειται για το πρόσωπο που κυβερνά και, ως εκ τούτου, βρίσκεται αναπόφευκτα στο επίκεντρο της δημόσιας κριτικής και του χιούμορ. Έτσι, όταν η Τίνα Μιχαηλίδου του ζητά να φανταστεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως υδραυλικό, εκείνος ανταποκρίνεται αμέσως, χαρίζοντας μία ακόμη απολαυστική μίμηση.

Κι αν υπάρχει ένας χαρακτήρας που τον εκφράζει περισσότερο από όλους, ίσως γιατί κουβαλά τα περισσότερα κομμάτια του εαυτού του, αυτός δεν είναι άλλος από τον Τάκη Βαρδούκα. «Ο Τάκης είναι η ζωή μου. Μπιρίμπα, τσίπουρο, βουνό, Αύγουστος. Ζω με ανθρώπους του τότε», λέει, περιγράφοντας ουσιαστικά τον τρόπο ζωής που ο ίδιος προτιμά, έναν τρόπο ζωής απλό και αυθεντικό.

Αυτή η αυθεντικότητα είναι, ίσως, και ο λόγος που το κοινό τον ακολουθεί πιστά εδώ και χρόνια από το αθλητικό ραδιόφωνο μέχρι τις κατάμεστες αίθουσες του stand-up. Όπως εξηγεί, κατάφερε να μετατρέψει ένα κατά βάση ανδρικό κοινό σε ένα κοινό που σήμερα αποτελείται εξίσου από γυναίκες, καθώς το χιούμορ του δεν στρέφεται απέναντί τους, αλλά στους ίδιους τους άντρες και, πάνω απ' όλα, στον ίδιο του τον εαυτό. «Εγώ είμαι το κωμικό θύμα», λέει χαρακτηριστικά. Και μπορεί σήμερα να γεμίζει θέατρα, όμως το ραδιόφωνο παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. «Είναι μικρόβιο. Είναι η αγάπη μου. Είναι αυτό απ' όπου ξεκίνησα», παραδέχεται.

Και πάνω που ο Αλέξανδρος Τσουβέλας πίστεψε ότι δεν έχει μείνει άλλη ερώτηση και ήρθε η ώρα να φύγει, η Τίνα Μιχαηλίδου του επιφύλασσε μία τελευταία πρόκληση: να τη μιμηθεί. Και κάπου εκεί απέδειξε, για ακόμη μία φορά, το ξεχωριστό του ταλέντο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μεταμορφώθηκε, αποδίδοντας με απόλυτη ακρίβεια τη φωνή, τις κινήσεις και τις χαρακτηριστικές της εκφράσεις. Και, σίγουρα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστό κλείσιμο για μια συνέντευξη που είχε απ' όλα: γέλιο, ειλικρίνεια, αυτοσαρκασμό και πολλές ανθρώπινες στιγμές.