Νίκος Καλογερόπουλος: Ένας άνθρωπος που δεν συμβιβάστηκε - Από το "Μάθε, παιδί μου, γράμματα" έως τη "Λούφα και παραλλαγή" και το "Τρενοτεχνείο"
Έζησε με τους δικούς του όρους
Η πορεία του Νίκου Καλογερόπουλου από τις εμβληματικές κινηματογραφικές ερμηνείες και η σταθερή άρνησή του να υποκύψει σε συμβιβασμούς
Στις 9 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 74 ετών, έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καλογερόπουλος, ένας από τους πιο ιδιαίτερους και αντισυμβατικούς ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και έδινε μάχη με τον καρκίνο. Ο θάνατός του σκόρπισε συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο, αλλά και σε όσους αναγνώριζαν στο πρόσωπό του κάτι σπάνιο: έναν δημιουργό που ήξερε να λέει «όχι».
Διαβάστε: Νίκος Καλογερόπουλος: Συντετριμμένος ο γιος του, Ιάσονας, σπάραξε ο Πάνος Βλάχος - Βαρύ το κλίμα στην πολιτική κηδεία του (Εικόνες)
*Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών
Διαβάστε: Νίκος Καλογερόπουλος: Συντετριμμένος ο γιος του, Ιάσονας, σπάραξε ο Πάνος Βλάχος - Βαρύ το κλίμα στην πολιτική κηδεία του (Εικόνες)
Νίκος Καλογερόπουλος: Οι ρίζες και η ανυπότακτη φύση του
Γεννημένος την 1η Αυγούστου 1952 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, κουβαλούσε την επαρχιακή καταγωγή του όχι ως απλή βιογραφική αναφορά, αλλά ως κομμάτι της ταυτότητάς του. Η γλώσσα, το χιούμορ, η λαϊκότητα και η αυθεντικότητά του είχαν βαθιές ρίζες εκεί. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε δείξει τον χαρακτήρα του. Ο ίδιος διηγούνταν με χιούμορ ότι είχε αποβληθεί από όλα τα γυμνάσια στα οποία φοίτησε. Στην Κυπαρισσία, μάλιστα, μια επιστολή προς μια συμμαθήτριά του, η οποία βρέθηκε στα χέρια καθηγητή, προκάλεσε επεισόδιο και οδήγησε τον νεαρό Καλογερόπουλο σε χειροδικία. Ίσως αυτή η ιστορία να προανήγγειλε τον άνθρωπο που θα γινόταν: κάποιον που δεν ανεχόταν εύκολα την αυθαιρεσία. Στην Αθήνα σπούδασε θέατρο στις σχολές Κωστή Μιχαηλίδη, Βεάκη και Αθηνών, ενώ για να ζήσει έκανε διάφορες δουλειές. Το 1975 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην τηλεόραση, στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», και ακολούθησαν πολλές συμμετοχές στη μικρή οθόνη. Το σινεμά, όμως, θα ήταν εκεί όπου θα άφηνε το ισχυρότερο αποτύπωμά του.Οι ρόλοι που τον καθιέρωσαν
Το 1981, στο «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού, υποδύθηκε τον Σωκράτη και κέρδισε το Β΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε το «Άρπα Colla» του Νίκου Περάκη και, το 1983, το «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη. Στο «Ρεμπέτικο» ήθελε τον ρόλο του Μπάμπη, ενός χαρακτήρα εμπνευσμένου από τον Βασίλη Τσιτσάνη. Δεν συμβιβάστηκε με κάποια άλλη επιλογή και τελικά δικαιώθηκε. Η ερμηνεία του τιμήθηκε με Βραβείο Εξαιρετικής Ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, ενώ από την ταινία απέκτησε και το μπουζούκι που θα τον συνόδευε για χρόνια. Έναν χρόνο αργότερα, η «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη τον έκανε ακόμη πιο δημοφιλή. Ως τυφεκιοφόρος Παπαδόπουλος Ιωάννης κέρδισε το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στη Θεσσαλονίκη. Η επιτυχία είχε πλέον έρθει. Ο ίδιος, όμως, δεν θέλησε να την ακολουθήσει μέχρι τέλους.Οι αρνήσεις
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 απομακρύνθηκε από το σινεμά και στράφηκε σε άλλες μορφές έκφρασης. Έγραψε, σκηνοθέτησε, τραγούδησε, συνέθεσε μουσική και ασχολήθηκε με την ποίηση και τα αρχαία κείμενα. Το 1994 κυκλοφόρησε «Τα δέοντα», με δικούς του στίχους και μουσική. Επέστρεψε στον κινηματογράφο το 1999 με τη «Θηλυκή εταιρεία», ενώ το 2000, ως Πελοπίδας στην ταινία «Ένας κι ένας» του Νίκου Ζαπατίνα, κέρδισε για ακόμη μία φορά το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στη Θεσσαλονίκη. Στην πορεία του, ωστόσο, είπε αρκετά «όχι» σε σημαντικές προτάσεις. Αρνήθηκε, μεταξύ άλλων, να συμμετάσχει στο «Dogville» στο Εθνικό Θέατρο και στο «Μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Για εκείνον, η προσωπική ελευθερία είχε μεγαλύτερη αξία από ακόμη μία σημαντική καταχώριση στο βιογραφικό του.Το «Τρενοτεχνείο» και η τελευταία δημιουργική περίοδος
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συνδέθηκαν με την Κυπαρισσία και κυρίως με το «Τρενοτεχνείο», το οποίο δημιούργησε στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης. Ένας εγκαταλελειμμένος χώρος μεταμορφώθηκε σε σημείο συνάντησης για μουσικούς, ηθοποιούς και ανθρώπους του πολιτισμού. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης Μάλαμας και πολλοί ακόμη καλλιτέχνες πέρασαν από εκεί. Το 2024 ο χώρος βανδαλίστηκε και καταστράφηκαν έπιπλα, μουσικά όργανα, αφίσες, αρχεία και προσωπικά αντικείμενα. Το πλήγμα ήταν μεγάλο, όμως δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα του να εγκαταλείψει. Το πείσμα που τον είχε συνοδεύσει από τα μαθητικά του χρόνια παρέμενε ζωντανό. Το 2011 είχε σκηνοθετήσει τους «Ιππείς της Πύλου», γράφοντας το σενάριο και τη μουσική και κρατώντας έναν από τους βασικούς ρόλους. Γύρω του βρέθηκαν φίλοι και συνοδοιπόροι, όπως ο Τάκης Σπυριδάκης, ο Ηλίας Λογοθέτης, ο Γιώργος Κιμούλης, ο Αντώνης Καφετζόπουλος και η Βάνα Μπάρμπα.Η παρακαταθήκη ενός ελεύθερου ανθρώπου
Ο Καλογερόπουλος δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος της εύκολης προσαρμογής. Προτιμούσε να πληρώνει το τίμημα των επιλογών του παρά να εγκαταλείπει τον προσωπικό του κώδικα. Στις 9 Αυγούστου έφυγε από τη ζωή στο δημόσιο νοσοκομείο της Κυπαρισσίας. Πίσω του άφησε την οικογένειά του, τα δύο του παιδιά, τους αμέτρητους φίλους του, αλλά και τον Σωκράτη, τον Μπάμπη, τον Παπαδόπουλο, τον Πελοπίδα. Τις ταινίες, τα τραγούδια, τα κείμενα, τις σκηνοθεσίες και το «Τρενοτεχνείο». Κυρίως, όμως, άφησε την εικόνα ενός ανθρώπου που, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο συμβιβασμούς, επέλεξε να παραμείνει ελεύθερος.*Δημοσιεύθηκε στο Secret των Παραπολιτικών
En