Ξαφνική και έντονη υπήρξε η συντριβή του μεγιστάνα παραγωγού του Χόλιγουντ, Χάρβεϊ Γουάινστιν, ιδρυτή των εταιριών Miramax και Weinstein Company. Οι αρχικές καταγγελίες δώδεκα γυναικών από τις σελίδες του New Yorker και των New York Times για σεξουαλική παρενόχληση, κακοποίηση και βιασμό από τον γνωστό παραγωγό, έδωσαν το έναυσμα σε δεκάδες ακόμα συναδέλφους τους που εργάζονται ή εργάστηκαν στη Μέκκα του θεάματος, να καταθέσουν τις οδυνηρές τους εμπειρίες στα χέρια του γνωστού παραγωγού, ο οποίος απολύθηκε από την εταιρία του όταν η σωρεία καταγγελιών ήρθε στο φως.


Οι μαρτυρίες δεν σταματούν να έρχονται από επώνυμες γυναίκες του σελιλόιντ• αλλά όχι μόνο. Η υπόθεση Γουάινστιν ενέπνευσε μια σειρά γυναικών απ’ όλον τον κόσμο, κάτω από το hashtag #metoo («κι εγώ/κι εμένα») στα κοινωνικά δίκτυα να καταγράψουν τις δικές τους εμπειρίες, οι οποίες έχουν διακυμάνσεις ως προς τη βαρβαρότητα και τη σκληρότητα, αλλά αυτές ελάχιστη σημασία έχουν απ’ τη στιγμή που όλες συνενώνονται κάτω απ’ τη συστημική διάσταση του φαινόμενου. Ακόμα κι αν, όπως θέλουν να λένε οι απανταχού απολογητές, «δεν είναι όλες οι γυναίκες» που υφίστανται τις διάφορες μορφές παρενόχλησης και κακοποίησης, μια ματιά στα αποτελέσματα που δίνει το #metoo στο facebook θα αρκούσε για να πείσει ότι ακόμα κι αν το φαινόμενο δεν είναι καθολικό, είναι τόσο πλειοψηφικό που ακυρώνει αυτοστιγμεί τις όποιες ενστάσεις τους.


Τα μεγέθη της σεξουαλικής κακοποίησης διεθνώς είναι τερατώδη και γίνονται ακόμα πιο τρομακτικά, αν αναλογιστεί κανείς τις δυσκολίες που παρουσιάζει η καταγραφή τους. Η κακοποίηση φαίνεται να ζητάει εκτός από την πλήρη ασυδοσία και την ομερτά, την οποία σε πάμπολλες περιπτώσεις διεκδικεί μέσω απειλών. Το #metoo δίνει ένα ελάχιστο δίχτυ υποστήριξης σε γυναίκες για να καταθέσουν συλλογικά τις εμπειρίες τους, είναι εκατομμύρια όμως οι ιστορίες που ποτέ δεν θα φτάσουν ακόμα και στη μικρή δημοσιότητα της σελίδας του facebook.


Προκαλούν έτσι ακόμα μεγαλύτερο αποτροπιασμό τα λεγόμενα του Δημήτρη Δανίκα στο «Πρώτο Θέμα» για την υπόθεση Γουάινστιν. Παρότι σκοπός του φαίνεται να είναι η –κάπως παιδαριώδης τη σήμερον ημέρα- προσπάθεια να εμφανιστεί ως enfant terrible, στο κείμενο με τίτλο «Οι άλλες άγνωστες αμαρτίες του Χάρβεϊ Γουάινσταϊν: Ο βίος και η πολιτεία του», ο κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας καταλήγει να επιστρατεύει τα πιο ρυπαρά και γραφικά κλισέ, προκειμένου να εκμηδενίσει τις «ευεργετημένες fucking bitches» (sic) που βγήκαν να καταγγείλουν τον παραγωγό.


Άγνωστο τι τον παρακίνησε να γράψει το ευμέγεθες πόνημά του, πάντως σίγουρα δεν είναι κάποια άμεση έγνοια του ελληνικού κοινού για την αποκατάσταση της τιμής του παραγωγού. Το σίγουρο είναι ότι αυτό αποτελεί προϊόν τεμπελιάς. Γιατί αν ήθελε να βάλει την υπόθεση Γουάινστιν σε δημοσιογραφικό πλαίσιο, θα έπρεπε να πάει λίγο παραπέρα από μία ατάκα της Σίρλεϊ Μακλέιν για τη σχέση των επίδοξων στάρλετ με τους παραγωγούς και τους συνεργάτες. Θα όφειλε επίσης να έχει κατανοήσει ότι ο ισχυρισμός της Σίρλεϊ Μακλέιν πως «όποια από τις σταρ του Χόλιγουντ ισχυρίζεται ότι δεν έχει κοιμηθεί με τους παρτενέρ, τους σκηνοθέτες και τους παραγωγούς των ταινιών της, λέει ψέματα», λέει περισσότερα για «τους παρτενέρ, τους σκηνοθέτες και τους παραγωγούς των ταινιών», παρά για τις ίδιες τις σταρ.


Δεν χρειάζεται παρά η στοιχειώδης ευφυΐα για να καταλάβει κανείς ότι η ατάκα της Σίρλεϊ Μακλέιν μαρτυρά την ύπαρξη μιας ανδρικής εξουσίας στους μηχανισμούς του Χόλιγουντ, αλλά και την κατάχρησή της. Φυσικά, αν είχε παιδευτεί ο αρθρογράφος να μελετήσει την ιστορία του, θα ήξερε ότι εκ γενετής το Χόλιγουντ επιφύλασσε στις γυναίκες ηθοποιούς τις χειρότερες συμπεριφορές, από την κακοποίηση μέχρι τη δολοφονία. Δεν υπάρχει πιθανώς πιο αιματηρή ιστορία κανενός ειρηνικού τομέα απ’ αυτή που κατέγραψε ο πειραματικός σκηνοθέτης Κένεθ Άνγκερ στη «Βαβυλώνα του Χόλιγουντ»: βιασμούς, εγκαταλείψεις παιδιών, κακοποιήσεις, ξυλοδαρμούς, καταναγκαστικούς εγκλεισμούς σε ψυχιατρεία, όλα ως κανονικότητα στο «εργοστάσιο των ονείρων».


Φυσικά, όταν ξεκινάς να γράψεις απληροφόρητος, καταλήγεις νομοτελειακά καφενείο. Έτσι, αυτό που έχει να πει για όλες τις γυναίκες ηθοποιούς που κατήγγειλαν τον Γουάινστιν ο αρθρογράφος είναι ότι λίγο-πολύ πήγαιναν γυρεύοντας, τουτέστιν να αναπαράγει το πιο αναγνωρισμένο και συχνό στερεότυπο σε όλες τις καταγγελίες για κακοποίηση. Με το ύφος του αστυνομικού ρεπόρτερ προσπαθεί να βγάλει τις ηθοποιούς ψεύτρες ή αμφιβόλου ήθους – λες και αυτό θα δικαιολογούσε τις πράξεις του Γουάινστιν.


Αναπόφευκτα αναρωτιέται κανείς γιατί να γράψει ο Δανίκας αυτή την ανεπαρκέστατη, πλην παθιασμένη υπεράσπιση για τον παραγωγό του Χόλιγουντ. Φαίνεται απίθανο να προσμένει ότι τα καλά του λόγια θα φτάσουν από τις σελίδες του «Πρώτου Θέματος» στα αυτιά του παραγωγού, όταν, σύμφωνα με τον μύθο των σύγχρονων Προμηθέων, θα ανακάμψει απ’ τις κατηγορίες εναντίον του και θα επιστρέψει ηρωικά στο τιμόνι της εταιρίας του, αλώβητος από τις «fucking bitches».


Η προσπάθεια του Δανίκα μιλάει στον ελληνικό χωροχρόνο και όχι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η μεγάλη εγχώρια απόκριση γυναικών στο #metoo σίγουρα απηχεί σε έναν βαθμό την άνοδο του φεμινιστικού λόγου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Αυτή δεν είναι ανώδυνη για μια παλιά φρουρά στον δημόσιο λόγο που έχτισε το όνομά της πάνω σε μία τελείως κούφια προκλητικότητα. Το είδος αυτής της «δημοσιογραφίας» που βαυκαλίζεται ότι τοποθετείται αιρετικά σε ζητήματα κουλτούρας, απειλείται με εξαφάνιση από ένα πραγματικό «no bullshit» αίτημα, το οποίο θέλει κάτι παραπέρα απ’ την απλή αναπαραγωγή όλων των πιο εγκληματικών και καταπιεστικών στερεοτύπων σε εμπρηστικούς τόνους.


Αλήθεια, όταν κάποιος δεν έχει πρόβλημα με τις πράξεις του Γουάινστιν, θα ήταν άδικο να υποψιαστεί κάποιος ότι ενδεχομένως να έχει πράξει αντίστοιχα κι ο ίδιος;