Η στροφή του Λευκού Οίκου στην εμπορική ισχύ ξυπνά μνήμες από παλιές αυτοκρατορίες
The Times
Από κρατικές επενδύσεις και εκβιασμούς έως γεωπολιτική εκμετάλλευση πόρων, η οικονομική πολιτική Τραμπ σηματοδοτεί ρήξη με τον ιδιωτικό τομέα και επιβάλλει τον «κρατικό καπιταλισμό» στις ΗΠΑ
Η κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε το 2026 με μια σειρά προεδρικών δηλώσεων που σηματοδοτούν ρήξη με το ελεύθερο εμπόριο και επιταχύνουν τη μετάβαση προς τον «κρατικό καπιταλισμό» στις ΗΠΑ. Ο όρος χρησιμοποιείται από πέρυσι για να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της δεύτερης θητείας του Τραμπ χρησιμοποιεί τους μοχλούς του κράτους για να αγοράσει μετοχές σε ιδιωτικές εταιρείες, διερευνώντας ιδέες, όπως ένα κρατικό επενδυτικό ταμείο, για να επενδύσει τα χρήματα των φορολογουμένων σε επιχειρήσεις και επιδεικνύοντας μια γενική τάση εκφοβισμού για να υποτάξει τον ιδιωτικό τομέα στη βούληση του Λευκού Οίκου.
Ανακοινώσεις όπως η επιβολή ανώτατου ορίου 10% στα τέλη των πιστωτικών καρτών, απειλές ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μειώσει το κόστος δανεισμού, αποκτώντας ενυπόθηκα ομόλογα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, και ένα εκτελεστικό διάταγμα που θα εμποδίζει τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες να ενισχύουν οικονομικά τους μετόχους ή τα στελέχη τους, σε περίπτωση που οι τελευταίοι δεν καταφέρουν να πετύχουν τους στόχους παράδοσης και παραγωγής όπλων, είναι μόνο τρία παραδείγματα από την περασμένη εβδομάδα. Το 2025, η διοίκηση εξασφάλισε ένα «χρυσό μέρισμα» ως προϋπόθεση για την έγκριση της εξαγοράς της US Steel από τη Nippon Steel. Ο Τραμπ έχει, επίσης, αναγκάσει τις εταιρείες κατασκευής μικροεπεξεργαστών Nvidia και Advanced Micro Devices να παραδώσουν το 15% των εσόδων από τις πωλήσεις τους στην Κίνα. Οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει μερίσματα στην Intel και την MP Materials.
Το πλαίσιο αυτό συνάδει με μια στρατηγική όπου το κράτος -στην περίπτωση αυτή η εκτελεστική εξουσία περισσότερο από άλλους κλάδους της επιθυμεί να ενεργεί ως οικονομικός παράγοντας και να επιβάλλει την εξουσία του στην αγορά και στον ιδιωτικό τομέα για την επίτευξη των στόχων του. Ο κρατικός καπιταλισμός δεν αποτελεί πρωτοτυπία για τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο εμφανή στοιχεία της δεύτερης προεδρίας Τραμπ, σε αντίθεση με τις οικονομικές πολιτικές της πρώτης θητείας του. Μια άλλη οικονομική θεωρία που ο Τραμπ έχει αναβιώσει είναι η παλαιά προτίμηση για τον μερκαντιλισμό έναντι του ελεύθερου εμπορίου. Με απλά λόγια, ο μερκαντιλισμός περιγράφει την προτεραιότητα που δίνει μια οικονομία στις εξαγωγές έναντι των εισαγωγών, δημιουργώντας θετικό εμπορικό ισοζύγιο μέσω της υπερ-ανταγωνιστικής πώλησης αγαθών στο εξωτερικό και της σκόπιμης υποκατανάλωσης στο εσωτερικό. Οπως και ο κρατικός καπιταλισμός, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στο γεγονός ότι οι χώρες υιοθετούν τον μερκαντιλισμό. Στη μεταπολεμική εποχή, διάφορες εκδοχές του νεο-μερκαντιλισμού αποτέλεσαν το οικονομικό εγχειρίδιο για την Ιαπωνία, τη Γερμανία και, προφανέστερα, την Κίνα. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υιοθέτησης του μερκαντιλισμού από τις ΗΠΑ είναι το πόσο αρμονικά ταιριάζει η κοσμοθεωρία του με την αντίληψη του Τραμπ για την ισχύ των ΗΠΑ στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Στο εσωτερικό, ο εμπορικός μερκαντιλισμός του Τραμπ έχει οδηγήσει στα υψηλότερα δασμολογικά τέλη για τα εμπορεύματα σε σχεδόν έναν αιώνα. Ομως, η οικονομία του Τραμπ έχει επίσης υιοθετήσει το πιο βίαιο στοιχείο του μερκαντιλισμού: την επέκταση της αυτοκρατορικής εμβέλειας του κράτους. Το «Δόγμα Ντονρόε» και η ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο, με την ξεκάθαρη πρόθεση εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, αποτελούν παράδειγμα καθαρού μερκαντιλισμού.
Ο μερκαντιλισμός, λοιπόν, δεν είναι τόσο μια ολοκληρωμένη οικονομική θεωρία, όσο μια γεωπολιτική οπτική που υπαγορεύει πώς τα κράτη μπορούν να αποκτούν πλούτο και ισχύ εις βάρος άλλων χωρών. Η ακμή του μερκαντιλισμού συνέπεσε με την αυτοκρατορική εποχή, από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα, όταν οι δυτικές χώρες -με επικεφαλής τη Βρετανίαεπεκτείνονταν αποικιοκρατικά υπό την ώθηση του μερκαντιλιστικού ζήλου. Ως η αναδυόμενη υπερδύναμη της εποχής, η Βρετανία εκμεταλλευόταν τις αποικίες της ως πηγές φθηνών πρώτων υλών, όπως βαμβακιού, μαλλιού, ζάχαρης, τσαγιού, καπνού και χρυσού. Οι αποικίες χρησίμευαν, επίσης, ως «δεξαμενές εισαγωγών» για τελικά προϊόντα από τη Βρετανία. Αναγκάστηκαν να απορροφήσουν την πλεονάζουσα παραγωγή αγαθών υψηλότερης αξίας και τις «επανεξαγωγές» αγαθών που είχε εισαγάγει η Βρετανία. Υπάρχει η τάση να θεωρεί κανείς το αυτοκρατορικό «Δόγμα Ντονρόε» ως μια φυσική και λογική στρατηγική για έναν πρόεδρο που είναι εμμονικός με τη μετατροπή του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ σε πλεόνασμα, αλλά έχει συνειδητοποιήσει ότι μόνο οι δασμοί δεν αρκούν.
Οι φιλοδοξίες του Τραμπ για τα ορυκτά της Γροιλανδίας και το «ταμείο ανασυγκρότησης και ανάπτυξης» που υπογράφηκε με την Ουκρανία πέρυσι, όπου οι ΗΠΑ αποσπούν έσοδα από τα έργα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ορυκτών της χώρας, είναι ανάλογα με τις αυτοκρατορικές εκμεταλλεύσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, που ανταγωνίζονταν για τον αποικιακό έλεγχο και τους πόρους για εκατοντάδες χρόνια. Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν ποιες πετρελαϊκές εταιρείες θα μπορούν να δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα και ότι ο Λευκός Οίκος θα ελέγχει επ' αόριστον όλες τις εξαγωγές πετρελαίου. Η σκέψη αυτή θυμίζει τους Βρετανικούς Νόμους Ναυσιπλοΐας, που θεσπίστηκαν αρχικά επί Ολιβερ Κρόμγουελ και απαιτούσαν όλο το αποικιακό εμπόριο να διεξάγεται με βρετανικά πλοία και μέσω βρετανικών λιμανιών. Ο σύγχρονος μερκαντιλισμός του Τραμπ συμμερίζεται την άποψη των αυτοκρατορικών προκατόχων του ότι το εμπόριο δεν είναι ένα μέσο για την ειρήνη μεταξύ των χωρών -άποψη που κυριάρχησε στη μεταπολεμική εποχή της παγκοσμιοποίησης-, αλλά μάλλον ένα μέσο για συγκρούσεις και αντιπαλότητες μεταξύ αυτοκρατοριών και των αντίστοιχων σφαιρών επιρροής τους. Ακριβώς όπως η υιοθέτηση του κρατικού καπιταλισμού στις ΗΠΑ αποτελεί αντίδραση στις διδασκαλίες του φιλελεύθερου καπιταλισμού και στην ανεξέλεγκτη δύναμη της αγοράς, έτσι και η αναβίωση του μερκαντιλισμού έσβησε το σύνθημα ότι «το ελεύθερο εμπόριο φέρνει ειρήνη».
Για μεγάλες περιόδους της Ιστορίας ο πλούτος και η ευημερία θεωρούνταν μέσα για να γίνονται οι χώρες στρατιωτικά ισχυρές, ενισχύοντας τους ανταγωνισμούς και τον κίνδυνο συγκρούσεων, αντί να τους μετριάζουν. Επιστρέφουμε σε έναν κόσμο όπου ο κινεζικός μερκαντιλισμός έχει δημιουργήσει τις «ζήλιες του εμπορίου», όπως είχε προειδοποιήσει ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Ιστβαν Χοντ, Ούγγρος-Βρετανός ιστορικός της οικονομίας και της πολιτικής σκέψης. Δεν ήταν μόνο οι μερκαντιλιστές που θεωρούσαν το εμπόριο ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Ο Αλμπερτ Χίρσµαν, Γερμανός πολιτικός οικονομολόγος που εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε στις ΗΠΑ, ισχυρίστηκε ότι το εμπόριο μεταξύ των χωρών αφορούσε πάντα την εξουσία και όχι απλώς την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών. Για τον Χίρσµαν, που παρατηρούσε πώς η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ παγίδευε φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες στη σφαίρα επιρροής της μέσω των εξαγωγών, οι εμπορικές σχέσεις ήταν πάντα επιρρεπείς σε εκμετάλλευση από το ισχυρότερο μέρος. Επιστρέφουμε στον κόσμο του Χίρσµαν.
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News Licensing
Ανακοινώσεις όπως η επιβολή ανώτατου ορίου 10% στα τέλη των πιστωτικών καρτών, απειλές ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μειώσει το κόστος δανεισμού, αποκτώντας ενυπόθηκα ομόλογα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, και ένα εκτελεστικό διάταγμα που θα εμποδίζει τις αμερικανικές αμυντικές εταιρείες να ενισχύουν οικονομικά τους μετόχους ή τα στελέχη τους, σε περίπτωση που οι τελευταίοι δεν καταφέρουν να πετύχουν τους στόχους παράδοσης και παραγωγής όπλων, είναι μόνο τρία παραδείγματα από την περασμένη εβδομάδα. Το 2025, η διοίκηση εξασφάλισε ένα «χρυσό μέρισμα» ως προϋπόθεση για την έγκριση της εξαγοράς της US Steel από τη Nippon Steel. Ο Τραμπ έχει, επίσης, αναγκάσει τις εταιρείες κατασκευής μικροεπεξεργαστών Nvidia και Advanced Micro Devices να παραδώσουν το 15% των εσόδων από τις πωλήσεις τους στην Κίνα. Οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει μερίσματα στην Intel και την MP Materials.
Το πλαίσιο αυτό συνάδει με μια στρατηγική όπου το κράτος -στην περίπτωση αυτή η εκτελεστική εξουσία περισσότερο από άλλους κλάδους της επιθυμεί να ενεργεί ως οικονομικός παράγοντας και να επιβάλλει την εξουσία του στην αγορά και στον ιδιωτικό τομέα για την επίτευξη των στόχων του. Ο κρατικός καπιταλισμός δεν αποτελεί πρωτοτυπία για τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο εμφανή στοιχεία της δεύτερης προεδρίας Τραμπ, σε αντίθεση με τις οικονομικές πολιτικές της πρώτης θητείας του. Μια άλλη οικονομική θεωρία που ο Τραμπ έχει αναβιώσει είναι η παλαιά προτίμηση για τον μερκαντιλισμό έναντι του ελεύθερου εμπορίου. Με απλά λόγια, ο μερκαντιλισμός περιγράφει την προτεραιότητα που δίνει μια οικονομία στις εξαγωγές έναντι των εισαγωγών, δημιουργώντας θετικό εμπορικό ισοζύγιο μέσω της υπερ-ανταγωνιστικής πώλησης αγαθών στο εξωτερικό και της σκόπιμης υποκατανάλωσης στο εσωτερικό. Οπως και ο κρατικός καπιταλισμός, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στο γεγονός ότι οι χώρες υιοθετούν τον μερκαντιλισμό. Στη μεταπολεμική εποχή, διάφορες εκδοχές του νεο-μερκαντιλισμού αποτέλεσαν το οικονομικό εγχειρίδιο για την Ιαπωνία, τη Γερμανία και, προφανέστερα, την Κίνα. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της υιοθέτησης του μερκαντιλισμού από τις ΗΠΑ είναι το πόσο αρμονικά ταιριάζει η κοσμοθεωρία του με την αντίληψη του Τραμπ για την ισχύ των ΗΠΑ στο εσωτερικό και το εξωτερικό.
Στο εσωτερικό, ο εμπορικός μερκαντιλισμός του Τραμπ έχει οδηγήσει στα υψηλότερα δασμολογικά τέλη για τα εμπορεύματα σε σχεδόν έναν αιώνα. Ομως, η οικονομία του Τραμπ έχει επίσης υιοθετήσει το πιο βίαιο στοιχείο του μερκαντιλισμού: την επέκταση της αυτοκρατορικής εμβέλειας του κράτους. Το «Δόγμα Ντονρόε» και η ανατροπή του Νικολάς Μαδούρο, με την ξεκάθαρη πρόθεση εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, αποτελούν παράδειγμα καθαρού μερκαντιλισμού.
Ο μερκαντιλισμός, λοιπόν, δεν είναι τόσο μια ολοκληρωμένη οικονομική θεωρία, όσο μια γεωπολιτική οπτική που υπαγορεύει πώς τα κράτη μπορούν να αποκτούν πλούτο και ισχύ εις βάρος άλλων χωρών. Η ακμή του μερκαντιλισμού συνέπεσε με την αυτοκρατορική εποχή, από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα, όταν οι δυτικές χώρες -με επικεφαλής τη Βρετανίαεπεκτείνονταν αποικιοκρατικά υπό την ώθηση του μερκαντιλιστικού ζήλου. Ως η αναδυόμενη υπερδύναμη της εποχής, η Βρετανία εκμεταλλευόταν τις αποικίες της ως πηγές φθηνών πρώτων υλών, όπως βαμβακιού, μαλλιού, ζάχαρης, τσαγιού, καπνού και χρυσού. Οι αποικίες χρησίμευαν, επίσης, ως «δεξαμενές εισαγωγών» για τελικά προϊόντα από τη Βρετανία. Αναγκάστηκαν να απορροφήσουν την πλεονάζουσα παραγωγή αγαθών υψηλότερης αξίας και τις «επανεξαγωγές» αγαθών που είχε εισαγάγει η Βρετανία. Υπάρχει η τάση να θεωρεί κανείς το αυτοκρατορικό «Δόγμα Ντονρόε» ως μια φυσική και λογική στρατηγική για έναν πρόεδρο που είναι εμμονικός με τη μετατροπή του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ σε πλεόνασμα, αλλά έχει συνειδητοποιήσει ότι μόνο οι δασμοί δεν αρκούν.
Οι φιλοδοξίες του Τραμπ για τα ορυκτά της Γροιλανδίας και το «ταμείο ανασυγκρότησης και ανάπτυξης» που υπογράφηκε με την Ουκρανία πέρυσι, όπου οι ΗΠΑ αποσπούν έσοδα από τα έργα πετρελαίου, φυσικού αερίου και ορυκτών της χώρας, είναι ανάλογα με τις αυτοκρατορικές εκμεταλλεύσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, που ανταγωνίζονταν για τον αποικιακό έλεγχο και τους πόρους για εκατοντάδες χρόνια. Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν ποιες πετρελαϊκές εταιρείες θα μπορούν να δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα και ότι ο Λευκός Οίκος θα ελέγχει επ' αόριστον όλες τις εξαγωγές πετρελαίου. Η σκέψη αυτή θυμίζει τους Βρετανικούς Νόμους Ναυσιπλοΐας, που θεσπίστηκαν αρχικά επί Ολιβερ Κρόμγουελ και απαιτούσαν όλο το αποικιακό εμπόριο να διεξάγεται με βρετανικά πλοία και μέσω βρετανικών λιμανιών. Ο σύγχρονος μερκαντιλισμός του Τραμπ συμμερίζεται την άποψη των αυτοκρατορικών προκατόχων του ότι το εμπόριο δεν είναι ένα μέσο για την ειρήνη μεταξύ των χωρών -άποψη που κυριάρχησε στη μεταπολεμική εποχή της παγκοσμιοποίησης-, αλλά μάλλον ένα μέσο για συγκρούσεις και αντιπαλότητες μεταξύ αυτοκρατοριών και των αντίστοιχων σφαιρών επιρροής τους. Ακριβώς όπως η υιοθέτηση του κρατικού καπιταλισμού στις ΗΠΑ αποτελεί αντίδραση στις διδασκαλίες του φιλελεύθερου καπιταλισμού και στην ανεξέλεγκτη δύναμη της αγοράς, έτσι και η αναβίωση του μερκαντιλισμού έσβησε το σύνθημα ότι «το ελεύθερο εμπόριο φέρνει ειρήνη».
Για μεγάλες περιόδους της Ιστορίας ο πλούτος και η ευημερία θεωρούνταν μέσα για να γίνονται οι χώρες στρατιωτικά ισχυρές, ενισχύοντας τους ανταγωνισμούς και τον κίνδυνο συγκρούσεων, αντί να τους μετριάζουν. Επιστρέφουμε σε έναν κόσμο όπου ο κινεζικός μερκαντιλισμός έχει δημιουργήσει τις «ζήλιες του εμπορίου», όπως είχε προειδοποιήσει ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Ιστβαν Χοντ, Ούγγρος-Βρετανός ιστορικός της οικονομίας και της πολιτικής σκέψης. Δεν ήταν μόνο οι μερκαντιλιστές που θεωρούσαν το εμπόριο ως ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Ο Αλμπερτ Χίρσµαν, Γερμανός πολιτικός οικονομολόγος που εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε στις ΗΠΑ, ισχυρίστηκε ότι το εμπόριο μεταξύ των χωρών αφορούσε πάντα την εξουσία και όχι απλώς την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών. Για τον Χίρσµαν, που παρατηρούσε πώς η ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ παγίδευε φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες στη σφαίρα επιρροής της μέσω των εξαγωγών, οι εμπορικές σχέσεις ήταν πάντα επιρρεπείς σε εκμετάλλευση από το ισχυρότερο μέρος. Επιστρέφουμε στον κόσμο του Χίρσµαν.
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News Licensing
En