avatar

Εμείς οι Έλληνες
Λάμπρος Καλαρρύτης

Πώς ο Ερντογάν έπεισε τον Τραμπ να εγκαταλείψει τους Κούρδους

The Times

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι "γητευτές" του Τραμπ είναι ότι οι λεπτομερείς, ισορροπημένες συμβουλές τους πολύ συχνά καταπνίγονται από τον "θόρυβο" του Λευκού Οίκου

Πώς ο Ερντογάν έπεισε τον Τραμπ να εγκαταλείψει τους Κούρδους

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι «γητευτές» του Τραμπ είναι ότι οι λεπτομερείς, ισορροπημένες συμβουλές τους πολύ συχνά καταπνίγονται από τον «θόρυβο» του Λευκού Οίκου. Αυτή είναι η εμπειρία του Μαρκ Ρούτε από το ΝΑΤΟ, του Αλεξ Σταμπ από τη Φινλανδία και, ναι, του σερ Κιρ Στάρμερ. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελεί ο Τούρκος ηγέτης, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: οι δικές του παραινέσεις έπεισαν τον Ντόναλντ Τραμπ να αποδεχτεί έναν πρώην τζιχαντιστή ως πρόεδρο της Συρίας, να εγκαταλείψει τον κουρδικό αγώνα και να προδώσει με αυτόν τον τρόπο έναν σύμμαχο που ήταν πρόθυμος να πεθάνει πολεμώντας την τρομοκρατική οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους. Αυτό ήταν αναμενόμενο ότι θα συμβεί εδώ και καιρό.

Ο Ερντογάν, στα 23 χρόνια της πρωθυπουργίας και της προεδρίας του, σπάνια έχει συμφωνήσει με την Αμερική, παρά το γεγονός ότι κρατά τα ηνία ενός από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ. Εξοργίστηκε με τον Μπαράκ Ομπάμα, επειδή πίστευε ότι ο τελευταίος παρείχε ανεπαρκή υποστήριξη κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος που έλαβε χώρα το 2016. Εξοργίστηκε επίσης με τη δημόσια επίκριση που έλαβε από τις ΗΠΑ για την καθαίρεση των στρατιωτικών διοικητών μετά το πραξικόπημα. Το ίδιο ισχύει και για την άρνηση των ΗΠΑ να εκδώσουν τον αντιπολιτευόμενο ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ερντογάν, πρωτοστάτησε στην εξέγερση των στρατηγών. Υπό την προεδρία του Τζο Μπάιντεν, ο Ερντογάν ένιωσε ότι έλαβε ψυχρή αντιμετώπιση, χαρακτηριζόμενη από συγκατάβαση και κριτική για τις ενέργειές του σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των προεδριών, συμπεριλαμβανομένης και της πρώτης θητείας του Τραμπ, υπήρχε η αίσθηση ότι η Αμερική δεν ήταν πρόθυμη να λάβει σοβαρά υπόψη της τον φόβο του Ερντογάν ότι μια ολοένα και ισχυρότερη κουρδική στρατιωτική δύναμη στη Βόρεια Συρία θα γινόταν ο πυρήνας ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν και θα προκαλούσε τη διάσπαση της ίδιας της Τουρκίας. Η πόλη Κομπάνι στη Βόρεια Συρία, όπου πλειοψηφούν οι Κούρδοι και η οποία βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τα τουρκικά σύνορα, θα έπρεπε να γιορτάζει αυτήν την εβδομάδα την 11η επέτειο της απελευθέρωσης από το Ισλαμικό Κράτος με τη βοήθεια της Αμερικής.

Τότε, οι Κούρδοι του Κομπάνι σώθηκαν χάρη σε όπλα που τους παρασχέθηκαν με ρίψεις από αμερικανικά αεροπλάνα, σηματοδοτώντας την αρχή μιας συνεργασίας με τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της οποίας οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις εξοπλίστηκαν και εκπαιδεύτηκαν ώστε να συμβάλουν στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Τώρα, ο συριακός στρατός -ο οποίος πλέον περιλαμβάνει πολλούς πρώην τζιχαντιστές- πλησιάζει ολοένα και περισσότερο στο Κομπάνι μέσω των παρακείμενων αγροτικών περιοχών. Η πόλη των 50.000 κατοίκων γεμίζει με Κούρδους χωρικούς που εκδιώχθηκαν από τα αγροκτήματά τους. Αν ο συριακός στρατός καταλάβει την πόλη, δεν θα είναι καλά τα πράγματα. Και μην περιμένετε αεροπορικές ρίψεις όπλων από τις ΗΠΑ αυτήν τη φορά. Στην ακμή της ισχύος τους, οι Κούρδοι είχαν στον έλεγχό τους πάνω από το ένα τρίτο του συριακού εδάφους. Μόνο ένα μικρό κομματάκι απομένει από αυτό.

Μόνοι τους

Οι Κούρδοι είναι μόνοι τους, επειδή ο Τραμπ έχει αποδεχθεί τη Realpolitik του Ερντογάν ως δική του. Ο Ερντογάν ήταν αυτός που βοήθησε να επιτευχθεί η ταχεία (αν και καθυστερημένη) κατάρρευση του καθεστώτος Ασαντ. Κατά την περίοδο της Οθω-μανίας του, στα χρόνια πριν από την Αραβική Ανοιξη του 2011-12, ο Ερντογάν πίστευε ότι το μοντέλο του δημοκρατικού Ισλάμ της Τουρκίας θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για ένα κοινό μέτωπο με τους εκσυγχρονιζόμενους γείτονές της. Ετσι, είδε μια λάμψη ελπίδας στον Μπασάρ αλ Ασαντ. Συζητήθηκε ακόμα οι οικογένειες των Ασαντ και των Ερντογάν να πάνε μαζί διακοπές, αλλά αυτή η συζήτηση κατέρρευσε όταν διέρρευσε ένα email στο οποίο η Ασμα (η οποία έχει εμφανιστεί σε μια ιστορία της «Vogue» με τίτλο «Το τριαντάφυλλο της ερήμου») εξέφρασε τον τρόμο της σε ένα φιλικό πρόσωπο για το ότι θα έπρεπε να ξαπλώσει στην παραλία σε σιωπηρή συντροφιά με την ευσεβή Εμινέ Ερντογάν, η οποία φοράει μαντήλα. Η οικογένεια των Ερντογάν πληγώθηκε. Αντ’ αυτού, η υπηρεσία πληροφοριών του Ερντογάν, η ΜΙΤ, ξεκίνησε να διερευνά κατά πόσο υπήρχε μια «μετριοπαθής» τζιχαντιστική ομάδα που θα ακολουθούσε σε γενικές γραμμές τις τουρκικές κατευθύνσεις, θα παραγκώνιζε τους Κούρδους, θα κρατούσε τη Συρία ενωμένη και, με κατάλληλη καθοδήγηση, θα έβρισκε έναν δρόμο προς μια σχέση μερικού σεβασμού. Ηταν μάλλον απίθανο, αλλά ο Ερντογάν βρισκόταν σε δύσκολη θέση: Η Τουρκία αντιμετώπιζε ένα τεράστιο μεταναστευτικό κύμα, καθώς ολόκληρη η περιοχή έψαχνε τρόπο να περάσει στην Ευρώπη.

Πολλοί πρόεδροι των ΗΠΑ δεν σήκωναν το τηλέφωνο. Στα νότια σύνορα μαινόταν εμφύλιος πόλεμος που θα μπορούσε να εμπλέξει «παίκτες» όπως τη Ρωσία, η οποία θεωρούσε τον εαυτό της σύμμαχο του Ασαντ. Τελικά, η Τουρκία πόνταρε σε μια ομάδα που ονομάζεται «Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ» (HTS), η οποία συνδέεται με την «Αλ Κάιντα», αλλά, ιστορικά, αποτελεί αντίπαλο του «ISIS». Βρήκε, διαμόρφωσε και τελικά «έκοψε κι έραψε στα μέτρα της» τον ηγέτη της «Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ», ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να παρουσιαστεί ως ενωτική δύναμη. Δεδομένου του βιογραφικού του («Αλ Κάιντα», «ISIS», «Μέτωπο αλ-Νούσρα», πέρασμα από το συγκρότημα κράτησης του Στρατοπέδου Μπούκα, όπου δικτυώθηκε με άλλους τζιχαντιστές), αυτό ήταν ένα ρίσκο. Ωστόσο, το υποκινούν πνεύμα ήξερε πώς παίζεται το παιχνίδι: Ο οξυδερκής επικεφαλής της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν (πλέον υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας και εκπρόσωπος της χώρας στο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ), γνώριζε πώς γίνεται η συγκρότηση, η ανανέωση και η διασταυρούμενη χρηματοδότηση των τζιχαντιστικών ομάδων. Φρεσκαρισμένος και ανανεωμένος, ο αρχηγός της «Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ», Αχμέντ αλ-Σαράα, δεν ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτός από τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, ούτε από τον ίδιο τον πρόεδρο. Μοναδικός όρος του Σαράα ήταν ο εξής: Χρειαζόταν πλήρη αμερικανική υποστήριξη για ένα ενωμένο συριακό κράτος. Αυτό σήμαινε όχι κουρδική αυτονομία, πλήρη κρατικό έλεγχο της πετρελαϊκής βιομηχανίας, περιορισμούς για τους Δρούζους και τους Αλαουίτες. Κανένας κατακερματισμός.

Ο Ερντογάν και ο Τραμπ έδωσαν την έγκρισή τους. Για τον μετριασμό αυτής της προδοσίας, δόθηκε η ευκαιρία στους Κούρδους να ενσωματώσουν τρεις μεραρχίες και δύο τάγματα των δυνάμεών τους στον συριακό στρατό, αλλά δεν είναι εμφανές πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτό, όταν οι Κούρδοι μαχητές θα πρέπει να πάρουν διαταγές από απείθαρχους πρώην τζιχαντιστές. Αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από τις ΗΠΑ, αλλά ίσως σκέφτονται ότι αυτό είναι λίγο-πολύ το πνεύμα της εποχής. Οι Κούρδοι απομακρύνθηκαν από τα καθήκοντά τους ως στρατιώτες ή ως φύλακες των στρατοπέδων κράτησης του «ISIS». Τώρα, πρέπει να υπερασπιστούν και πάλι την πολιτιστική τους ταυτότητα. Δεν θα είναι εύκολο. Αυτή η συμφωνία, η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση και άλλων καταστροφικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Οι αρχιτέκτονές της, ο Ερντογάν και ο Τραμπ, ως γνωστόν απορροφούν ενέργεια από το αίμα των εχθρών τους. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα στραφούν και εναντίον των φίλων τους.


ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News Licensing