Ένα ανοιχτό μικρόφωνο στο Πεκίνο το περασμένο φθινόπωρο, ενώ συνομιλούσαν ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ, αποκάλυψε τυχαία πώς γίνεται ο διαχωρισμός του κόσμου. Οι δύο ηγέτες βρίσκονταν σε μια εξέδρα με κόκκινο χαλί, ενώ ο Πούτιν φαινόταν ασυνήθιστα ενθουσιασμένος. «Γνωρίζατε», ρώτησε τον Σι, «ότι τα ανθρώπινα όργανα μπορούν πλέον να μεταμοσχευθούν με τρόπο που επιτρέπει στους ανθρώπους να γίνονται νεότεροι, ίσως και αθάνατοι;». Ο Σι έγνεψε καταφατικά: «Μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα οι άνθρωποι μπορεί να ζουν μέχρι και τα 150 έτη».

Θυμίζει συζήτηση που θα άκουγε κανείς ανάμεσα σε δύο γερόντια που κάθονται σε ένα παγκάκι στο πάρκο, ρίχνοντας ψίχουλα στα περιστέρια. Ωστόσο, ο Πούτιν (73) και ο Σι (72) είναι πολυάσχολοι απολυταρχικοί ηγέτες, των οποίων οι χώρες διαθέτουν εκτενώς χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα μακροζωίας. Οι μεγάλοι τεχνολογικοί τους σύμβουλοι τους «ταΐζουν» ιδέες περί αθανασίας, ενώ αυτοί πρέπει να κάνουν τους υπολογισμούς για την πολιτική τους επιβίωση. Εφόσον ο Σι μπορεί να διατηρήσει την καλή υγεία του, ενδέχεται να υπηρετήσει τουλάχιστον μία ακόμα θητεία, φτάνοντας μέχρι το 2032 ή αργότερα. Η θητεία του Πούτιν μπορεί να διαρκέσει συνταγματικά μέχρι το 2036.

Ωστόσο, το τρίτο πρόσωπο στον αγώνα για την αναδιάταξη της παγκόσμιας πολιτικής, ο Ντόναλντ Τραμπ (80 ετών τον Ιούνιο), έχει μπροστά του μόνο 30 μήνες περίπου ακόμα προτού αναγκαστεί να αποχωρήσει από το αξίωμα. Αυτό είναι που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην αυθόρμητη συζήτηση για τη μακροζωία. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η Δύση λέει στον εαυτό της ότι πρέπει να δημιουργήσει ρήξη ανάμεσα στην Κίνα και τη Ρωσία, επειδή η στήριξη από το Πεκίνο έχει κρατήσει τη Ρωσία στη μάχη και έχει βοηθήσει την οικονομία της να τα βγάζει πέρα με το ζόρι. Η θέση της Κίνας ήταν ότι θα συναλλάσσεται με τη Ρωσία και θα διατηρεί υγιείς διπλωματικές σχέσεις με το Κρεμλίνο, αλλά δεν θα εμπλακεί στον στρατιωτικό αγώνα στην Ουκρανία. Αυτό ήταν ψέμα από την αρχή, με στόχο να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο των κυρώσεων που θα επέφερε μια ρητή συμμαχία με τον Πούτιν.

Η στρατηγική της Δύσης απέτυχε. Η υποστήριξη της Κίνας προς τη Ρωσία έχει εντατικοποιηθεί: Αντιπροσωπεύει πλέον το 40% των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου. Υπάρχει μια ενεργή διαδικασία σε εξέλιξη για την παράκαμψη των κυρώσεων από τη Δύση. Το ακμάζον διμερές εμπόριο, αξίας 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων πέρυσι, εκφράζεται σε ρούβλια και γουάν και τα τελευταία στοιχεία του κινεζικού εμπορίου με τους παραδοσιακούς συμμάχους της Ρωσίας (Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιζία και Ουζμπεκιστάν) έχουν εκτοξευθεί επειδή μεταφορτώνονται στη Μόσχα.

Στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο Γουάνγκ Γι, υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, παρουσίασε τη χώρα του ως αληθινό φίλο της Ευρώπης (έναν πιο αληθινό φίλο, με άλλα λόγια, από τις ΗΠΑ), αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η Κίνα έχει ρίξει οικονομική σανίδα σωτηρίας στη Ρωσία. Η φιλία τους δεν είναι απλώς επιτελεστική: Εχουν πραγματοποιηθεί 19 συναντήσεις ή μακροσκελείς συνομιλίες μέσω βίντεο μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Σήμερα, ο Πούτιν και ο Σι δεν βλέπουν κανέναν λόγο να κρύβουν τη στενότητα της στρατηγικής συνεργασίας τους. Ο Πούτιν καθιστά σαφές ότι οι δύο χώρες πρόκειται να προβάλουν τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ τους στην Αρκτική. Πραγματοποιούν στρατιωτικές ασκήσεις με το Ιράν κοντά στα Στενά του Ορμούζ, απ' όπου περνάει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου προς την Κίνα. Πρόκειται για μια οικειότητα που ολοένα και αυξάνεται, η οποία ξεκίνησε με μια σκληρή συμφωνία όπου η Κίνα πήρε, με μεγάλη έκπτωση, το φυσικό αέριο που η Ρωσία δεν μπορούσε πλέον να πουλήσει στη Δυτική Ευρώπη, προμηθεύοντας στη συνέχεια μη επανδρωμένα αεροσκάφη διπλής χρήσης, ενώ προσποιούνταν ότι ήταν αποκλειστικά για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Ακολούθησε η ρωσική προσφορά προς την Κίνα για την κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής 400 χιλιομέτρων στη Σιβηρία, με αντάλλαγμα τη βελτίωση της πρόσβασης της Κίνας σε σπάνια ορυκτά στην περιοχή. Αυτή η κίνηση, η οποία αποτελούσε κόκκινη σημαία για τους Ρώσους υπερεθνικιστές, έδειξε ότι ο Πούτιν ήταν έτοιμος να αναλάβει έναν βαθμό πολιτικού ρίσκου στην πατρίδα του προκειμένου να αναπτύξει κοινά σχέδια στον παγωμένο Βορρά. Στη συνέχεια, έγινε γνωστό ότι η Ρωσία βοηθούσε την Κίνα με την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό των ειδικών δυνάμεων για μια μελλοντική βαριά αεροπορική εισβολή στην Ταϊβάν.

Ως συνήθως, η Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια έχασε το νόημα φέτος, καθώς ασχολήθηκε με το πώς να παρακάμψει τις ιδιοτροπίες της κυβέρνησης Τραμπ, αντί να δει την παγκόσμια κρίση γι' αυτό που πραγματικά είναι: Μια ολοένα και πιο ανοιχτή πρόκληση από τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες λειτουργούν συντονισμένα για να ανατρέψουν την κυριαρχία των ΗΠΑ και κάνουν ήδη σχέδια για την εποχή μετά τον Τραμπ.

Ο αρχικός υπολογισμός του Αμερικανού προέδρου δεν ήταν εντελώς λανθασμένος: Αρχικά να επιδιώξει τη διευθέτηση του πολέμου στην Ουκρανία, τερματίζοντας έτσι τη ρωσική εξάρτηση από την Κίνα, να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με τον Πούτιν και, στη συνέχεια, να στραφεί στην πιο υπαρξιακή απειλή που θέτει το Πεκίνο. Ωστόσο, έχει ξεμείνει από χρόνο: Δεν είχε συμβούλους του βεληνεκούς του Κίσινγκερ, που θα μπορούσαν να φέρουν σε κόντρα τη Ρωσία με την Κίνα ή ακόμα και να παρακολουθούν απλώς τον χρόνο που κυλάει.

Αντιθέτως, η χάρη που έκανε ο Πούτιν στον Σι ήταν να κρατήσει στο επίκεντρο τη σφαγή στην Ουκρανία. Αυτό και μόνο δικαιολογεί πιθανώς την κινεζική επένδυση στη ρωσική πολεμική μηχανή. Ο Σι δεν θέλει να χάσει ο Πούτιν στην Ουκρανία ούτε θέλει όμως μια δυνατή Ρωσία που θα απαιτεί ένα πιο ισότιμο καθεστώς με την Κίνα. Είναι κοντά, έρχονται όλο και πιο κοντά, αλλά δεν έχουν γίνει ακόμη αχώριστοι.

Από άποψη τακτικής, τους συμφέρει να περιμένουν. Έχουν περισσότερο χώρο για ελιγμούς από τον Τραμπ. Τον Απρίλιο θα διεξαχθούν εκλογές στην Ουγγαρία, οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο έναν ακροδεξιό συνασπισμό υπέρ του Πούτιν και του Σι εντός της Ευρώπης και, από τη σκοπιά τους, να κατακερματίσουν την ήπειρο με τρόπο που μπορούν να εκμεταλλευτούν. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ μπορεί να θέσουν όρια στον δασμολογικό πόλεμο του Τραμπ και να στρέψουν την προσοχή του προς το εσωτερικό ή να οδηγήσουν σε μια πιο επιθετική προσέγγιση έναντι της Κίνας. Όπως και να έχει, η συνέργεια Σι - Πούτιν είναι έτοιμη για δράση, ενώ οι υποτιθέμενοι σύμμαχοί τους στο Ιράν και στη Βόρεια Κορέα όχι και τόσο.

Βέβαια, είναι σίγουροι για ένα πράγμα: Σε αντίθεση με τον Τραμπ, έχουν τον χρόνο με το μέρος τους, ακόμα και αν δεν παίρνουν φάρμακα μακροζωίας. Η πολυτέλεια των αδιαφιλονίκητων εκλογών δεν ήταν ποτέ ξανά τόσο σημαντική στη γεωπολιτική σκηνή.

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News