Ιταλία: Ο "νονός" από τη Σικελία συγκέντρωσε περιουσία 200 εκατ. δολαρίων ενώ ήταν φυγάς
The Times
Ο Μεσίνα Ντενάρο, ο οποίος συνελήφθη το 2023 στο Παλέρμο, πέθανε από καρκίνο ενώ βρισκόταν υπό κράτηση λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία 61 ετών, παίρνοντας μαζί του στον τάφο τα μυστικά για το πού είχε κρύψει την περιουσία που είχε αποκτήσει από το εμπόριο ναρκωτικών που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980
Ο τελευταίος «νονός» της σικελικής μαφίας συγκέντρωσε μια κρυφή περιουσία, χάρη στο εμπόριο ναρκωτικών, αξίας 200 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία περιλαμβάνει τραπεζικούς λογαριασμούς, ράβδους χρυσού και τουριστικά θέρετρα, σύμφωνα με ιταλούς δικαστές.
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι κατάφεραν να αποκαλύψουν ένα περίπλοκο δίκτυο επενδύσεων σε υπεράκτιες εταιρείες με αφετηρία την Ανδόρα, προκειμένου να εντοπίσουν την περιουσία που ο Ματέο Μεσίνα Ντενάρο, ο αρχηγός της Κόζα Νόστρα, είχε κρύψει κατά τη διάρκεια των 30 χρόνων που ήταν φυγάς.
Ο Βίτο ντι Τζόρτζιο, δικαστής στο Παλέρμο, δήλωσε: «Οι άνθρωποι που επένδυσαν αυτά τα χρήματα ήταν επαγγελματίες και τα μετακινούσαν γρήγορα και τακτικά, μέσω υπεράκτιων τραπεζών για να τα κρύψουν».
Ο Μεσίνα Ντενάρο, ο οποίος συνελήφθη το 2023 στο Παλέρμο, πέθανε από καρκίνο ενώ βρισκόταν υπό κράτηση λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία 61 ετών, παίρνοντας μαζί του στον τάφο τα μυστικά για το πού είχε κρύψει την περιουσία που είχε αποκτήσει από το εμπόριο ναρκωτικών που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980.
Ο Μεσίνα Ντενάρο, ο οποίος κάποτε είχε δηλώσει ότι «γέμισε μόνος του ένα νεκροταφείο», καταζητούταν για περισσότερες από 50 δολοφονίες, καθώς και για τον ρόλο του στον πόλεμο που εξαπέλυσε η Κόζα Νόστρα κατά του ιταλικού κράτους τη δεκαετία του 1990. Στο πλαίσιο εκείνης της εκστρατείας, η μαφία δολοφόνησε δικαστικούς λειτουργούς και πραγματοποίησε βομβιστικές επιθέσεις, διαμαρτυρόμενη για τις βαριές ποινές κάθειρξης που είχαν επιβληθεί στα ηγετικά της στελέχη.
Την Πέμπτη, δικαστικοί λειτουργοί ανέφεραν ότι δύο αποστάτες της μαφίας τούς αποκάλυψαν ότι ο Μεσίνα Ντενάρο έπαιρνε προμήθεια 10% από τις συναλλαγές ναρκωτικών και τους οδήγησαν στη Μαρία Αντονίνα Μπρούνο, την πρώην σύζυγο του Τζιάκομο Ταμπουρέλο, ενός σικελικού εμπόρου ναρκωτικών, ο οποίος ήταν ύποπτος ότι διακινούσε ναρκωτικά για λογαριασμό του Μεσίνα Ντενάρο. Πιστεύεται ότι η Μπρούνο επένδυσε εκατομμύρια από τα χρήματα του μαφιόζου στην Ανδόρα, με τη βοήθεια του γιου της, ο οποίος είχε αποκτήσει τραπεζική εμπειρία εργαζόμενος στο Λονδίνο.
Από το πριγκιπάτο, τα χρήματα φέρεται να διοχετεύθηκαν στην Ελβετία, τα Νησιά Κέιμαν, το Μονακό και το Λουξεμβούργο, και χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά σημαντικού μεριδίου σε μια λιβανέζικη τράπεζα, σε εταιρείες στην Ισπανία και το Γιβραλτάρ, ενώ επενδύθηκαν επίσης σε πολυτελή θέρετρα στη Μαρμπέγια και σε άλλες περιοχές της Ισπανίας.
Η αστυνομία εντόπισε επίσης λογαριασμούς που περιείχαν 10 εκατομμύρια ευρώ σε μετρητά και 12 κιλά ράβδων χρυσού.
Η Μπρούνο, ο γιος της και ο Ταμπουρέλο συνελήφθησαν και τα περιουσιακά στοιχεία κατασχέθηκαν.
Μετά την εξασθένιση της Κόζα Νόστρα λόγω των συλλήψεων, που κορυφώθηκαν με τη σύλληψη του Μπερνάρντο Προβεντσάνο, του «αφεντικού των αφεντικών», το 2006, η μαφία διαλύθηκε σε μικρές ομάδες και έχασε την κυριαρχία της στον υπόκοσμο. Την υποσκέλισε η αιμοσταγής Ντράνγκετα από την Καλαβρία, στο νότιο άκρο της Ιταλίας.
Ο Μεσίνα Ντενάρο ήταν το τελευταίο αφεντικό της Κόζα Νόστρα από τη «χρυσή εποχή» που παρέμενε φυγάς, και κατάφερε να αποκτήσει μια κόρη και να ζήσει ελεύθερα με ψευδώνυμο στο Καμπομπέλο ντι Μαζάρα, κοντά στη γενέτειρά του, το Καστελβετράνο, επενδύοντας σε αιολικά πάρκα και σούπερ μάρκετ.
Οι δικαστές ανέφεραν ότι υπάρχουν περισσότερα κεφάλαια της Κόζα Νόστρα επενδυμένα σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, ο Τζιοβάνι Μελίλο, επικεφαλής εισαγγελέας της Ιταλίας για θέματα μαφίας, δήλωσε ότι η κατάσχεση των κερδών από τα ναρκωτικά του Μεσίνα Ντενάρο «θα συμβάλει στην καθυστέρηση και την αποτροπή των προσπαθειών της Κόζα Νόστρα να ανασυγκροτήσει την ενιαία δομή που είχε πριν από πολλά χρόνια».
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News
Οι ερευνητές δήλωσαν ότι κατάφεραν να αποκαλύψουν ένα περίπλοκο δίκτυο επενδύσεων σε υπεράκτιες εταιρείες με αφετηρία την Ανδόρα, προκειμένου να εντοπίσουν την περιουσία που ο Ματέο Μεσίνα Ντενάρο, ο αρχηγός της Κόζα Νόστρα, είχε κρύψει κατά τη διάρκεια των 30 χρόνων που ήταν φυγάς.
Ο Βίτο ντι Τζόρτζιο, δικαστής στο Παλέρμο, δήλωσε: «Οι άνθρωποι που επένδυσαν αυτά τα χρήματα ήταν επαγγελματίες και τα μετακινούσαν γρήγορα και τακτικά, μέσω υπεράκτιων τραπεζών για να τα κρύψουν».
Ο Μεσίνα Ντενάρο, ο οποίος συνελήφθη το 2023 στο Παλέρμο, πέθανε από καρκίνο ενώ βρισκόταν υπό κράτηση λίγους μήνες αργότερα, σε ηλικία 61 ετών, παίρνοντας μαζί του στον τάφο τα μυστικά για το πού είχε κρύψει την περιουσία που είχε αποκτήσει από το εμπόριο ναρκωτικών που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980.
Ο Μεσίνα Ντενάρο, ο οποίος κάποτε είχε δηλώσει ότι «γέμισε μόνος του ένα νεκροταφείο», καταζητούταν για περισσότερες από 50 δολοφονίες, καθώς και για τον ρόλο του στον πόλεμο που εξαπέλυσε η Κόζα Νόστρα κατά του ιταλικού κράτους τη δεκαετία του 1990. Στο πλαίσιο εκείνης της εκστρατείας, η μαφία δολοφόνησε δικαστικούς λειτουργούς και πραγματοποίησε βομβιστικές επιθέσεις, διαμαρτυρόμενη για τις βαριές ποινές κάθειρξης που είχαν επιβληθεί στα ηγετικά της στελέχη.
Την Πέμπτη, δικαστικοί λειτουργοί ανέφεραν ότι δύο αποστάτες της μαφίας τούς αποκάλυψαν ότι ο Μεσίνα Ντενάρο έπαιρνε προμήθεια 10% από τις συναλλαγές ναρκωτικών και τους οδήγησαν στη Μαρία Αντονίνα Μπρούνο, την πρώην σύζυγο του Τζιάκομο Ταμπουρέλο, ενός σικελικού εμπόρου ναρκωτικών, ο οποίος ήταν ύποπτος ότι διακινούσε ναρκωτικά για λογαριασμό του Μεσίνα Ντενάρο. Πιστεύεται ότι η Μπρούνο επένδυσε εκατομμύρια από τα χρήματα του μαφιόζου στην Ανδόρα, με τη βοήθεια του γιου της, ο οποίος είχε αποκτήσει τραπεζική εμπειρία εργαζόμενος στο Λονδίνο.
Από το πριγκιπάτο, τα χρήματα φέρεται να διοχετεύθηκαν στην Ελβετία, τα Νησιά Κέιμαν, το Μονακό και το Λουξεμβούργο, και χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά σημαντικού μεριδίου σε μια λιβανέζικη τράπεζα, σε εταιρείες στην Ισπανία και το Γιβραλτάρ, ενώ επενδύθηκαν επίσης σε πολυτελή θέρετρα στη Μαρμπέγια και σε άλλες περιοχές της Ισπανίας.
Η αστυνομία εντόπισε επίσης λογαριασμούς που περιείχαν 10 εκατομμύρια ευρώ σε μετρητά και 12 κιλά ράβδων χρυσού.
Η Μπρούνο, ο γιος της και ο Ταμπουρέλο συνελήφθησαν και τα περιουσιακά στοιχεία κατασχέθηκαν.
Μετά την εξασθένιση της Κόζα Νόστρα λόγω των συλλήψεων, που κορυφώθηκαν με τη σύλληψη του Μπερνάρντο Προβεντσάνο, του «αφεντικού των αφεντικών», το 2006, η μαφία διαλύθηκε σε μικρές ομάδες και έχασε την κυριαρχία της στον υπόκοσμο. Την υποσκέλισε η αιμοσταγής Ντράνγκετα από την Καλαβρία, στο νότιο άκρο της Ιταλίας.
Ο Μεσίνα Ντενάρο ήταν το τελευταίο αφεντικό της Κόζα Νόστρα από τη «χρυσή εποχή» που παρέμενε φυγάς, και κατάφερε να αποκτήσει μια κόρη και να ζήσει ελεύθερα με ψευδώνυμο στο Καμπομπέλο ντι Μαζάρα, κοντά στη γενέτειρά του, το Καστελβετράνο, επενδύοντας σε αιολικά πάρκα και σούπερ μάρκετ.
Οι δικαστές ανέφεραν ότι υπάρχουν περισσότερα κεφάλαια της Κόζα Νόστρα επενδυμένα σε όλο τον κόσμο. Ωστόσο, ο Τζιοβάνι Μελίλο, επικεφαλής εισαγγελέας της Ιταλίας για θέματα μαφίας, δήλωσε ότι η κατάσχεση των κερδών από τα ναρκωτικά του Μεσίνα Ντενάρο «θα συμβάλει στην καθυστέρηση και την αποτροπή των προσπαθειών της Κόζα Νόστρα να ανασυγκροτήσει την ενιαία δομή που είχε πριν από πολλά χρόνια».
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News
En