Μέχρι πριν από λίγο καιρό, ένας νεαρός πολίτης στη Ρωσία δύσκολα θα αντιμετώπιζε πρόβλημα αν εξαπέλυε ύβρεις κατά των Αφγανών μαχητών· αντιθέτως, θα μπορούσε ακόμη και να επιβραβευτεί γι' αυτό.

Άλλωστε, λίγοι έχουν ξεχάσει την ταπεινωτική αποχώρηση της Σοβιετικής Ένωσης από το Αφγανιστάν, ύστερα από την ήττα που υπέστη από τους μουτζαχεντίν, ακόμη και τέσσερις δεκαετίες αργότερα.

Δεν ήταν λοιπόν μικρή η έκπληξη για τον Γεγκόρ Α., έναν 19χρονο από τη νότια περιφέρεια του Ροστόφ, όταν πριν λίγες μέρες κατηγορήθηκε για «υποκίνηση μίσους ή εχθρότητας μεταξύ των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Αφγανιστάν» και του επιβλήθηκε πρόστιμο 10.000 ρουβλίων.

«Τι στο καλό κάνουν στη Ρωσία, αυτοί οι άνθρωποι των σπηλαίων;» Ο Γεγκόρ είχε σχολιάσει μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Ρώσου πρέσβη στην Καμπούλ, Ντμίτρι Ζιρνόφ, ο οποίος υποσχέθηκε ότι οι Ταλιμπάν θα «πλημμύριζαν τη Ρωσία» με σταφίδες, πολύτιμους λίθους, κόλα, χρωμίτη, φαρμακευτικά βότανα και «τεράστια» ρόδια.

Το λάθος του εφήβου ήταν ότι αγνόησε τη διαρκώς αναπτυσσόμενη φιλία μεταξύ της Ρωσίας και της κυβέρνησης του Αφγανιστάν υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν, μια φιλία που φαίνεται να αντιβαίνει στην ιστορία, δίνοντας προτεραιότητα στον πολιτικό ρεαλισμό έναντι των ανησυχιών για τον εξτρεμισμό και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Κρεμλίνο χαρακτήρισε τους Ταλιμπάν ως τρομοκρατική οργάνωση το 2003, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτός άρθηκε πέρυσι, καθώς η Ρωσία έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν, την ονομασία που έχει δοθεί στη χώρα από τότε που οι Ταλιμπάν επανήλθαν στην εξουσία το 2021.

Σε έναν ουδέτερο παρατηρητή μπορεί να φαίνεται ως μια παράξενη αντιστροφή: η Μόσχα προσεγγίζει τους απογόνους των μουτζαχεντίν, οι οποίοι, μόλις λίγες δεκαετίες πριν, είχαν σκοτώσει χιλιάδες Σοβιετικούς στρατιώτες. Ωστόσο, τον περασμένο μήνα η Μόσχα και η Καμπούλ ενίσχυσαν περαιτέρω τις σχέσεις τους υπογράφοντας μια συμφωνία στρατιωτικής-τεχνικής συνεργασίας.

Η αναγνώριση του καθεστώτος των Ταλιμπάν από το Κρεμλίνο προκάλεσε την οργή εξόριστων προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης, όπως η Φαουζία Κούφι, πρώην βουλευτής του Αφγανιστάν που ζει στη Βρετανία, η οποία εξέφρασε τη λύπη της λέγοντας ότι «οποιαδήποτε κίνηση από οποιαδήποτε χώρα για την ομαλοποίηση των σχέσεων με τους Ταλιμπάν δεν θα φέρει ειρήνη, αλλά θα νομιμοποιήσει την ατιμωρησία». Το Δίκτυο για την Πολιτική Συμμετοχή των Γυναικών του Αφγανιστάν καταδίκασε επίσης τη Μόσχα για τη στήριξή της σε «ένα καθεστώς που είναι αυταρχικό, εχθρικό προς τις γυναίκες και καταπατά ενεργά τα βασικά πολιτικά δικαιώματα».

Η νέα στάση της Μόσχας δεν είναι τόσο απότομη όσο μπορεί να φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Ο πρόεδρος Πούτιν είχε προαναγγείλει την αλλαγή στάσης απέναντι στους Ταλιμπάν ήδη από το 2024, όταν αναφέρθηκε στην οργάνωση ως «σύμμαχο» στη μάχη κατά της τρομοκρατίας, ενώ στην πραγματικότητα η μεταστροφή αυτή είχε ξεκινήσει χρόνια νωρίτερα.

Ωστόσο, η σημερινή εικόνα απέχει πολύ από το 2001, όταν ο Ρώσος ηγέτης είχε ταχθεί στο πλευρό των ΗΠΑ στον πόλεμο του Αφγανιστάν, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Εκείνη την εποχή, το Κρεμλίνο ήταν πρόθυμο να συμβάλει στην εξάλειψη των Ταλιμπάν, οι οποίοι παρείχαν καταφύγια και χώρους εκπαίδευσης σε ισλαμιστές ριζοσπάστες από τον Βόρειο Καύκασο της Ρωσίας.

Αποχαρακτηρισμένα πρακτικά που δόθηκαν στη δημοσιότητα φέτος δείχνουν ότι, όταν ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους είχε πει στον Πούτιν σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2001 πως οι Ταλιμπάν «τρέπονταν σε φυγή σαν κουνέλια», ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε: «Πρέπει να τους εξοντώσουμε σαν τα ποντίκια ή να τους εξαγοράσουμε».

Στη συνέχεια, η Μόσχα επιβεβαίωσε τα λόγια του Πούτιν εγκρίνοντας τη χρήση από τις αμερικανικές δυνάμεις αεροπορικών βάσεων στη «γειτονιά» της, στην Κεντρική Ασία, προκειμένου να υποστηριχθεί η επιχείρηση κατά των Ταλιμπάν και της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν, η οποία είχε πραγματοποιήσει τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Δύο χρόνια αργότερα, η Ρωσία θα προσθέσει τους Ταλιμπάν στον κατάλογό της με τις απαγορευμένες τρομοκρατικές οργανώσεις, βάσει στοιχείων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας (FSB) εξαιτίας της σύνδεσής τους με Τσετσένους μαχητές.

Η εμπλοκή της Ρωσίας στην περιοχή είναι σημαντική. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η Βρετανία και η Ρωσία ενεπλάκησαν στο «Μεγάλο Παιχνίδι» για την εξασφάλιση επιρροής στην περιοχή. Το 1979, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν και οδηγήθηκε σε μια δεκαετή αιματηρή σύγκρουση με τους μουτζαχεντίν, ισλαμιστές αντάρτες που εκπαιδεύονταν και χρηματοδοτούνταν κρυφά από τη CIA στο πλαίσιο της «Επιχείρησης Κυκλώνας». Μετά την ταπεινωτική αποχώρηση της Μόσχας, πολλοί από αυτούς τους μαχητές συγκρότησαν αργότερα τους Ταλιμπάν, οι οποίοι κατέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν το 1996. Ανησυχώντας για τη στήριξή τους στους αντάρτες του Καυκάσου, η Ρωσία παρείχε τόσο ανοιχτή όσο και μυστική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη στη Βόρεια Συμμαχία, τον συνασπισμό κατά των Ταλιμπάν με ηγέτη τον Αχμάντ Σαχ Μασούντ.

Ωστόσο, στα χρόνια που ακολούθησαν την εισβολή στο Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Ρωσία άρχισε σταδιακά να αναθεωρεί τη στάση της, καθώς οι Ταλιμπάν ανασυντάχθηκαν και επανέκτησαν τον έλεγχο σημαντικών περιοχών της χώρας.

Το 2016, η Μόσχα παραδέχθηκε ότι αντάλλασσε πληροφορίες με τους Ταλιμπάν, με στόχο την αντιμετώπιση ενός κοινού εχθρού, του Ισλαμικού Κράτους στο Αφγανιστάν. Μέχρι το 2018, εκπρόσωποι των Ταλιμπάν επισκέπτονταν ανοιχτά τη Μόσχα για συνομιλίες.

Οι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η τρέχουσα προσέγγιση του Κρεμλίνου προς τους Ταλιμπάν βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι τελευταίοι μπορούν να περιορίσουν τους πιο επικίνδυνους ριζοσπάστες που απειλούν τη Ρωσία μέσω της Κεντρικής Ασίας και διεισδύουν σε κοινότητες διασποράς εντός της χώρας.

Ο Δρ Αντόνιο Τζουστότσι, ανώτερος ερευνητής σε θέματα τρομοκρατίας και συγκρούσεων στη δεξαμενή σκέψης Rusi, δήλωσε ότι στη Μόσχα είχε διεξαχθεί συζήτηση σχετικά με το αν έπρεπε να υπάρξει προσέγγιση και συνεργασία. Μια ομάδα των μυστικών υπηρεσιών ήταν αντίθετη σε αυτή την προσέγγιση, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών τάχθηκε υπέρ. Τελικά, επικράτησε η εκτίμηση ότι οι Ταλιμπάν θα μπορούσαν να διαδραματίσουν «έναν ρόλο σύμφωνα με τον οποίο, αν δεν στρέφονταν πλήρως εναντίον των παγκόσμιων τζιχαντιστών, θα μπορούσαν τουλάχιστον να τους περιορίσουν».

«Για την υπηρεσία πληροφοριών, το βασικό ζήτημα ήταν πώς θα συμπεριφέρονταν οι Ταλιμπάν απέναντί τους. Ουσιαστικά, οι Ρώσοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι Ταλιμπάν κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για να εξουδετερώσουν διάφορες ομάδες που συνδέονται με την Αλ Κάιντα, όπως το Ισλαμικό Κίνημα του Ουζμπεκιστάν, τους Τατζίκους τζιχαντιστές και τους Ουιγούρους», δήλωσε ο Τζουστότσι. «Αυτές οι ομάδες δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά έχουν περιοριστεί σε συγκεκριμένες περιοχές και τους έχει ζητηθεί να μην προχωρούν σε καμία δραστηριότητα».

Και οι ΗΠΑ υιοθέτησαν επίσης μια ρεαλιστική στάση απέναντι στους Ταλιμπάν τα τελευταία χρόνια. Κατά την πρώτη του θητεία, το 2020, ο πρόεδρος Τραμπ υπέγραψε τη συμφωνία της Ντόχα με τους Ταλιμπάν, τους οποίους αργότερα χαρακτήρισε «καλούς μαχητές» και «πολύ έξυπνους». Η συμφωνία αυτή περιθωριοποίησε την τότε αφγανική κυβέρνηση και αποτέλεσε ένα βήμα προς την κατάρρευσή της.

Παράλληλα με τις εμπορικές ευκαιρίες με τη Ρωσία, οι Ταλιμπάν ενδέχεται να επιδιώκουν την απόκτηση αντιαεροπορικών όπλων για την προστασία τους από διασυνοριακές επιθέσεις του Πακιστάν, αν και η Μόσχα πιθανότατα θα είναι απρόθυμη να διαταράξει τις σχέσεις της με το Ισλαμαμπάντ.

Τελικά, σύμφωνα με τον Τζουστότσι, οι Ταλιμπάν θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οφέλη αξιοποιώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες μεγάλες δυνάμεις. «Δεν είναι ιδιαίτερα εξελιγμένοι στην εξωτερική τους πολιτική, αλλά είναι πονηροί και πρακτικοί», ανέφερε. «Και δεν διαθέτουν πολλούς πόρους».

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News