Για δεύτερη φορά μέσα σε μια πενταετία, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια στρατηγική ήττα, αποτέλεσμα δικών τους λανθασμένων επιλογών. Το καλοκαίρι του 2021, ο Τζο Μπάιντεν ηγήθηκε μιας βιαστικής, προδοτικής και αιματηρής αποχώρησης από το Αφγανιστάν, η οποία παρέδωσε ξανά τον έλεγχο της χώρας σε ένα εχθρικό καθεστώς και έθεσε τέλος στον μακρύτερο πόλεμο της Αμερικής μέσα σε κλίμα ταπείνωσης και υποχώρησης.

Αυτή την εβδομάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε τέλος σε έναν από τους συντομότερους πολέμους της Αμερικής με μια συμφωνία που διατηρεί το ιρανικό καθεστώς στην εξουσία, ενισχυμένο από το γεγονός και μόνο ότι επέζησε, αμετακίνητο στην αντιπαράθεσή του με τον δυτικό κόσμο και ενδεχομένως ακόμη πιο ισχυρό οικονομικά, χάρη στην προοπτική εισροής τεράστιων κεφαλαίων για την ανοικοδόμηση της πληγωμένης οικονομίας και των πολεμικών του υποδομών.

Ο Τραμπ, ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να κρατήσει τις ΗΠΑ μακριά από «ανόητους πολέμους», προστέθηκε στον μακρύ κατάλογο των Αμερικανών προέδρων που παρασύρθηκαν από την υπόσχεση μιας ιστορικής ευκαιρίας στη Μεγάλη Μέση Ανατολή και κατέληξαν να καταστραφούν από έναν γνωστό συνδυασμό υπεροψίας και λανθασμένων εκτιμήσεων.

Στις ΗΠΑ επικρατεί γενική αναστάτωση λόγω της απόφασης του Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν προσωρινά με τους Ιρανούς αυτή την εβδομάδα. Το μνημόνιο κατανόησης που πρόκειται να υπογράψει σήμερα (Παρασκευή) στην Ελβετία ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς έχει χαρακτηριστεί από τους επικριτές του Τραμπ ως «έγγραφο παράδοσης», καθώς προσφέρει την παροχή οικονομικής βοήθειας προς το Ιράν σε αντάλλαγμα για παραχωρήσεις που φαίνονται ασήμαντες όσον αφορά το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Ίσως όμως είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες διαπιστώσεις. Είναι πιθανό οι 60 ημέρες διαπραγματεύσεων που προβλέπει το μνημόνιο να μην οδηγήσουν σε κανένα αποτέλεσμα όσον αφορά το πυρηνικό ζήτημα και το Ιράν να μη λάβει την οικονομική ενίσχυση που του προσφέρεται ως δέλεαρ. Ωστόσο, το βασικό μειονέκτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της συμφωνίας είναι το εξής: είναι εξαιρετικά απίθανο οι ΗΠΑ να επιστρέψουν στον πόλεμο και, παρά τις σοβαρές ζημιές που προκάλεσαν οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις στον ιρανικό στρατό, οι βασικοί στόχοι αυτής της σύγκρουσης —ο αφοπλισμός του Ιράν και η εξάλειψη της αποσταθεροποιητικής επιρροής του στην περιοχή— δεν έχουν επιτευχθεί.

Οι Ρεπουμπλικανοί, οι οποίοι είχαν χαιρετίσει την «Επιχείρηση Epic Fury» ως ιστορική ευκαιρία να εξουδετερώσουν για πάντα την ιρανική απειλή, είναι εξοργισμένοι. Οι υποστηρικτές του Ισραήλ στις ΗΠΑ εκφράζουν ανησυχία για μια συμφωνία που, αφενός, απαιτεί από το Ισραήλ να τερματίσει τον πόλεμο εναντίον της Χεζμπολάχ και, αφετέρου, αφήνει άθικτο τον θανάσιμο εχθρό του, το Ιράν.

Ο στρατηγός Τζακ Κιν, ένας έμπειρος στρατιωτικός βετεράνος που βρίσκεται κοντά στον Τραμπ, συνόψισε την ανησυχία όταν δήλωσε στο Fox News αυτή την εβδομάδα — καθώς άρχισαν να διαρρέουν λεπτομέρειες της συμφωνίας — ότι «οι όροι της συμφωνίας δεν ευσταθούν». Το μνημόνιο, όπως υπαινίχθηκε, βασίζεται σε μια αφελή πίστη στην αξιοπιστία του Ιράν. «Δεν υπάρχει ούτε ίχνος αποδεικτικών στοιχείων που να υποδηλώνει ότι αυτό το καθεστώς έχει προβεί σε κάποια ουσιαστική αλλαγή που θα μπορούσε να οδηγήσει σε οποιαδήποτε αισιοδοξία ότι θα υπάρξουν μεταβολές στη συμπεριφορά του», δήλωσε.

Οι επικρίσεις αυτές είναι απολύτως κατανοητές. Ωστόσο, ο Τραμπ είχε ελάχιστες καλές επιλογές να βασιστεί, εάν ήθελε να τηρήσει την υπόσχεσή του να κρατήσει την Αμερική μακριά από τους «ατέρμονους πολέμους» που έχουν καθορίσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Και ενώ οι σκληροπυρηνικοί Ρεπουμπλικανοί εξετάζουν τις στρατηγικές συνέπειες της συμφωνίας, οι άμεσες πολιτικές επιπτώσεις ενδέχεται ακόμη και να ευνοήσουν το κόμμα. Ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής ενέργεια και η απότομη πτώση στις τιμές της ενέργειας και άλλων αγαθών μπορεί πλέον να προσφέρει μια αναγκαία ώθηση στις εκλογικές του προοπτικές.

Το πραγματικό πρόβλημα με αυτή τη σύγκρουση δεν ήταν η συμφωνία για τον τερματισμό της, αλλά η απόφαση να ξεκινήσει. Ήταν εξαρχής ένας πόλεμος με ασαφείς και μεταβαλλόμενους στόχους. Βασίστηκε σε μια εσφαλμένη εκτίμηση των δυνατοτήτων του εχθρού και του τι θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια εκστρατεία βομβαρδισμών. Ποτέ δεν δόθηκε στον αμερικανικό λαό μια ουσιαστική εξήγηση ή πειστική αιτιολόγηση.

Όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν μέρος ενός οικείου μοτίβου. Για άλλη μια φορά οι ΗΠΑ απέτυχαν σε μια στρατιωτική εμπλοκή, όχι επειδή ηττήθηκαν στο πεδίο της μάχης, αλλά επειδή δεν κατάφεραν να οδηγήσουν τον πόλεμο στο οριστικό του τέλος. Όλο και περισσότερο, φαίνεται πως η Αμερική δεν ολοκληρώνει τους πολέμους της. Τους εγκαταλείπει.

Παρά τη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή τους, μόνο μία φορά τα τελευταία 50 χρόνια — στον Πόλεμο του Κόλπου εναντίον του Ιράκ, το 1991 — οι ΗΠΑ πέτυχαν μια σαφή, παραδοσιακή νίκη, στην οποία ο εχθρός παραδόθηκε. Στο Βιετνάμ, στον πόλεμο του Ιράκ, στο Αφγανιστάν και τώρα στο Ιράν, οι Αμερικανοί ηγέτες, υπό πολιτική πίεση, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των στόχων που είχαν θέσει.

Γιατί; Ο πρώτος λόγος είναι η συνηθισμένη τάση να υποτιμάται η ικανότητα του εχθρού και να υπερεκτιμάται το τι μπορούν να επιτύχουν οι ΗΠΑ με τους πόρους που είναι διατεθειμένες να διαθέσουν. Αυτό οφείλεται εν μέρει σε αποτυχίες των μυστικών υπηρεσιών. Στο Βιετνάμ και στο Ιράκ, υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις για το πόσο γρήγορα θα κατέρρεε ο αντίπαλος διαμόρφωσαν τις στρατιωτικές αποφάσεις. Ωστόσο, το βαθύτερο ζήτημα είναι πολιτικής φύσης. Συχνά — όπως φαίνεται συνέβη και στην περίπτωση του Ιράν — οι πληροφορίες που προειδοποιούν για κινδύνους υποβαθμίζονται ή δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Οι πολιτικοί ηγέτες, που επιδιώκουν εντυπωσιακές νίκες, έχουν αγνοήσει επανειλημμένα τα ενοχλητικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τους συγκρατήσουν.

Ένας δεύτερος παράγοντας είναι μια ασυμμετρία στα κίνητρα και τους στόχους μεταξύ των ΗΠΑ και των εχθρών τους. Για τις ΗΠΑ, με βάση τη συντριπτική τους ισχύ, κάθε πόλεμος αποτελεί επιλογή και όχι αναγκαιότητα. Για τους αντιπάλους της όμως, ο πόλεμος με τις ΗΠΑ είναι ζήτημα επιβίωσης. Οι ΗΠΑ μπορεί να ηττηθούν σε πολέμους, χωρίς αυτό να απειλεί την ίδια την επιβίωση της χώρας. Αν είσαι Ιρακινός τρομοκράτης ή Ιρανός μουλάς, ο πόλεμος με την Αμερική είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο τρίτος λόγος είναι ο γνωστός: η αβεβαιότητα όσον αφορά την πολιτική βούληση για την κάλυψη του κόστους του πολέμου σε μια δυναμική αλλά διχασμένη δημοκρατία. Οι Αμερικανοί έχουν αποδείξει επανειλημμένα, κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων και μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ότι είναι πρόθυμοι να αναλάβουν το μεγάλο κόστος και τις θυσίες, όταν θεωρούν ότι ο σκοπός είναι δίκαιος. Ωστόσο, μια χώρα χωρίς αντίπαλο με αντίστοιχη στρατιωτική και οικονομική ισχύ περιορίζεται από τη δική της αναποφασιστικότητα, τον επαναλαμβανόμενο πειρασμό της απομόνωσης και μια σειρά από αδύναμους ηγέτες.

Αυτή η αντίφαση μπορεί να επιφέρει συνέπειες. Έξι μήνες μετά την καταστροφική αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αξιοποίησε την εικόνα της αμερικανικής αποτυχίας και υποχώρησης για να εισβάλει στην Ουκρανία. Ποιος θα μπει στον πειρασμό να ρισκάρει αυτή τη φορά, βασιζόμενος στην απόδειξη ότι η Αμερική δεν κατάφερε να κερδίσει ακόμη έναν πόλεμο;

ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News