Παιδιά ηλικίας μόλις 14 ετών θα ενθαρρύνονται να ακολουθούν την τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση αντί της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα σχέδια του Άντι Μπέρναμ, ο οποίος υποστηρίζει ότι «πρέπει να αποδίδουμε την ίδια αξία στο κράνος του τεχνίτη όσο και στο ακαδημαϊκό καπέλο της αποφοίτησης».

Σε άρθρο του στους The Times, ο πρωθυπουργός παρουσίασε προτάσεις για μια ριζική μεταρρύθμιση του παραδοσιακού εκπαιδευτικού προγράμματος, θέτοντας ως προτεραιότητα την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία θα αποτελεί την «πρώτη επιλογή» για πολλούς μαθητές που ξεκινούν την προετοιμασία τους για τις εξετάσεις GCSE.

Κατηγόρησε τις διαδοχικές κυβερνήσεις ότι υποβάθμισαν την αξία των πρακτικών δεξιοτήτων, δίνοντας προτεραιότητα στα ακαδημαϊκά μαθήματα, γεγονός που, όπως υποστήριξε, συνέβαλε στο να φτάσει σε επίπεδο-ρεκόρ ο αριθμός των νέων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (NEET), αγγίζοντας το ένα εκατομμύριο.

Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μια σαφή μεταστροφή σε σχέση με την εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθήθηκε για περισσότερα από 15 χρόνια και την οποία εγκαινίασε ο λόρδος Γκόουβ όταν διετέλεσε υπουργός Παιδείας, δίνοντας προτεραιότητα στην ακαδημαϊκή επίδοση. Η νέα πολιτική θα ενθαρρύνει τους μαθητές να συνδυάζουν τα βασικά μαθήματα των εξετάσεων GCSE, όπως η αγγλική γλώσσα, τα μαθηματικά και οι φυσικές επιστήμες, με υψηλού επιπέδου τεχνικά και επαγγελματικά μαθήματα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας.

Οι μαθητές θα προχωρήσουν στη συνέχεια στην απόκτηση τεχνικών προσόντων, όπως τα T-levels ή την παρακολούθηση προγραμμάτων μαθητείας, αντί για τα ακαδημαϊκά προγράμματα A-levels, αποκτώντας παράλληλα εργασιακή εμπειρία και δημιουργώντας σχέσεις με εργοδότες. Το σχέδιο βασίζεται στο μοντέλο MBacc (Greater Manchester Baccalaureate), που εισήγαγε ο Μπέρναμ στην ευρύτερη περιοχή του Μάντσεστερ. Το πρόγραμμα ενθαρρύνει τα σχολεία να προσαρμόζουν το εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα στις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας, με έμφαση σε κλάδους όπως η μεταποίηση, η μηχανική και οι κατασκευές.

Ο Μπέρναμ δήλωσε ότι στο εξής η κεντρική κυβέρνηση θα «κατευθύνει κατά προτεραιότητα τη χρηματοδότηση στην υψηλής ποιότητας τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και σε πρακτικές διαδρομές που οδηγούν απευθείας στην αγορά εργασίας». Το υπουργείο Παιδείας θα ανακατανείμει τους διαθέσιμους πόρους του, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στη χρηματοδότηση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Παράλληλα, η κυβέρνηση θα αλλάξει και το σύστημα αξιολόγησης της απόδοσης των σχολείων. Οι επιθεωρητές θα λάβουν οδηγίες να επιβραβεύουν τα σχολεία που παρέχουν τεχνική εκπαίδευση υψηλής ποιότητας και υποστηρίζουν τους νέους, ώστε να μπορούν να αναπτύξουν τις δεξιότητες, την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση που αναζητούν οι εργοδότες.

«Για πάρα πολύ καιρό, είχαμε χτίσει ένα εκπαιδευτικό σύστημα βασισμένο στην ιδέα ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος προς την επιτυχία: το πανεπιστήμιο, ένα πτυχίο, ένα γραφείο», έγραψε ο Μπέρναμ.

«Όμως, ταυτόχρονα καλλιεργήθηκε η αντίληψη ότι όσοι επέλεγαν ένα επάγγελμα που βασίζεται σε τεχνικές δεξιότητες είχαν λιγότερες φιλοδοξίες ή στόχευαν χαμηλότερα από όσους ακολουθούσαν την ακαδημαϊκή οδό. Γι’ αυτό επαναφέρουμε την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση στη θέση που της αξίζει — όχι ως εναλλακτική λύση ή δεύτερη επιλογή, αλλά ως ισότιμη πρώτη επιλογή».

Η πρόταση αποτελεί μέρος μιας σειράς ανακοινώσεων που σχεδιάζει ο Μπέρναμ για τη δεύτερη εβδομάδα της θητείας του στη Ντάουνινγκ Στριτ.

Αύριο (Τετάρτη), αναμένεται να παρουσιάσει σχέδιο για την επίσπευση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Χθες (Δευτέρα), απέφυγε να αποκλείσει το ενδεχόμενο επιβολής του λεγόμενου «φόρου θανάτου» για τη χρηματοδότηση της δημιουργίας ενός εθνικού συστήματος κοινωνικής φροντίδας.

Την Παρασκευή, αναμένεται να ανακοινώσει σχέδια για την παραχώρηση περισσότερων εξουσιών σε θέματα φορολογίας και δημόσιων δαπανών στους τοπικούς περιφερειακούς άρχοντες.

Δημοσκόπηση της YouGov για τους Times κατέγραψε τις πρώτες ενδείξεις ενός λεγόμενου «φαινομένου Μπέρναμ», με τους Εργατικούς να φτάνουν για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 16 μήνες στο ίδιο επίπεδο με το Reform UK στις μετρήσεις πρόθεσης ψήφου.

Οι Εργατικοί βρίσκονται πλέον σε απόλυτη ισοπαλία με το κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ, συγκεντρώνοντας το 22% της πρόθεσης ψήφου, ελαφρώς μπροστά από τους Συντηρητικούς, που καταγράφουν ποσοστό 21%.

Η μεγαλύτερη άνοδος της υποστήριξης προς τους Εργατικούς επί ηγεσίας Μπέρναμ καταγράφεται μεταξύ των νεότερων ψηφοφόρων. Πριν από την παραίτηση του σερ Κιρ Στάρμερ τον περασμένο μήνα, μόλις το 14% των νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών δήλωνε ότι θα ψήφιζε το κόμμα, ποσοστό που έκτοτε έχει αυξηθεί στο 26%.

Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αναμένεται να προκαλέσουν αντιδράσεις, καθώς εκφράζονται ανησυχίες ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περιορισμένη στήριξη των ξένων γλωσσών, των τεχνών και των ανθρωπιστικών επιστημών, καθώς οι πόροι και η χρηματοδότηση θα κατευθύνονται περισσότερο προς την τεχνική εκπαίδευση.

Ωστόσο, στο άρθρο του ο Μπέρναμ ανέφερε ότι το σημερινό σύστημα απογοητεύει πάρα πολλά παιδιά και συμβάλλει στην αύξηση του αριθμού των νέων που βρίσκονται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης (NEET). «Από σήμερα, η Βρετανία θα αποδίδει την ίδια αξία στο κράνος του τεχνίτη όσο και στο καπέλο της αποφοίτησης», έγραψε.

«Γιατί η επίτευξη αυτής της αλλαγής αποτελεί τη διαφορά ανάμεσα σε μια γενιά νέων ανθρώπων που θα μεγαλώσει πιστεύοντας ότι τα ταλέντα και οι ικανότητές τους μπορούν να τους οδηγήσουν εκεί όπου οι ίδιοι επιθυμούν, και σε μια γενιά που θα μεγαλώσει με την πεποίθηση ότι εξαρχής δεν υπήρχε θέση για εκείνους.

Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Είναι μια διαφορετική προσέγγιση και στο ζήτημα της κοινωνικής πρόνοιας. Αντί να αφήνουμε 16χρονους να εγκαταλείπουν το σχολείο χωρίς πραγματικές προοπτικές, επενδύουμε από νωρίς, βοηθώντας τους νέους να χτίσουν μια επιτυχημένη επαγγελματική πορεία από το ξεκίνημα της ζωής τους».

Ο Άλαν Μίλμπερν, πρώην υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Φροντίδας, ο οποίος εξετάζει την κρίση της ανεργίας στους νέους, στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε διεθνή παραδείγματα αναζητώντας ένα μοντέλο για τη μείωση των επιπέδων αεργίας. Ο ίδιος δήλωσε ότι οι μεταρρυθμίσεις του Μπέρναμ είναι «ιδιαίτερα ευπρόσδεκτες και αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».


ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News