Τα στελέχη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) έχουν αποκομίσει ανάμεικτα αποτελέσματα με τους τρεις επικεφαλής εισαγγελείς από την έναρξη λειτουργίας του δικαστηρίου πριν από 24 χρόνια. Ο πρώτος, ο Λουίς Μορένο Οκάμπο, Αργεντινός δικηγόρος, βρέθηκε αντιμέτωπος με καταγγελίες για οικονομικά και σεξουαλικά παραπτώματα, τις οποίες όλες αρνήθηκε· η διάδοχός του το 2012, η Φατού Μπενσούντα, νυν ύπατη αρμοστής της Γκάμπια στο Ηνωμένο Βασίλειο, αντιμετώπισε κατηγορίες ότι παραπλάνησε το δικαστήριο σχετικά με την υποτιθέμενη επικοινωνία της με τον Μορένο Οκάμπο, ισχυρισμό τον οποίο αρνήθηκε. Δεν διαπιστώθηκε επισήμως καμία παράβαση σε βάρος κανενός από τους δύο εισαγγελείς. Και τώρα ο Καρίμ Καν, δικηγόρος παρά τω βασιλέα, απολύθηκε μετά από πέντε χρόνια λόγω καταγγελιών για σεξουαλικά παραπτώματα, τις οποίες αρνείται.

Ανώτεροι νομικοί κύκλοι ψιθυρίζουν εδώ και καιρό ότι ο ρόλος του επικεφαλής εισαγγελέα στη Χάγη αποτελεί καταφύγιο για δικηγόρους με αυτοπεποίθηση που δεν έχουν φτάσει στην κορυφή του επαγγέλματος στη χώρα τους. Ανεξάρτητα, όμως, από τις ιδιότητες και τις επιδόσεις των προσώπων, οι περιπέτειές τους αναζωπύρωσαν ευρύτερες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του ίδιου του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει τις ρίζες του στον ΟΗΕ, αλλά είναι ανεξάρτητο και χρηματοδοτείται από τα 125 κράτη που έχουν υπογράψει το Καταστατικό της Ρώμης, μεταξύ των οποίων και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι 18 δικαστές του έχουν δικαιοδοσία επί όσων το δικαστήριο περιγράφει ως «τα σοβαρότερα εγκλήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της, ήτοι τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου». Το δικαστήριο διαθέτει 900 υπαλλήλους και ετήσιο προϋπολογισμό άνω των 168 εκατομμυρίων λιρών.

Όσο για το πόσο επιτυχημένο υπήρξε το τελευταίο σχεδόν τέταρτο του αιώνα, οι επικριτές είναι αυστηροί. Νομικός ακαδημαϊκός από το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια επισήμανε σε εργασία του 2022 ότι «από τις χιλιάδες πιθανές υποθέσεις που θα μπορούσαν να ερευνηθούν» από το ΔΠΔ, «μόνο σε 44 άτομα έχουν απαγγελθεί κατηγορίες». Η εργασία εκείνη προσέθετε ότι μέχρι το έτος αυτό μόνο 14 είχαν καταλήξει σε ολοκληρωμένη διαδικασία — με εννέα καταδίκες. Τα στοιχεία αυτά αυξήθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη σύγκρουση στη Γάζα — ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των κατηγορητηρίων στα 73, με 34 ολοκληρωμένες διαδικασίες. Η αύξηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τέσσερις επιπλέον καταδίκες τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Οι περιπέτειες του Καν άνοιξαν ένα ακόμη μέτωπο επίθεσης κατά του δικαστηρίου. Οι υποστηρικτές του Βρετανού δικηγόρου παρά τω βασιλέα υποστηρίζουν ότι αντιμετωπίστηκε άδικα και ότι οι εσωτερικές διαδικασίες του δικαστηρίου υπολείπονται της δικαιοσύνης. «Το ΔΠΔ υποτίθεται ότι είναι η Rolls-Royce της διεθνούς δικαιοσύνης», λέει ο Μαρκ Στίβενς, συμπρόεδρος του Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Διεθνούς Ένωσης Δικηγορικών Συλλόγων (IBA), προσθέτοντας: «Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για τις καταγγελίες κατά του Καρίμ Καν, η διαδικασία έμοιαζε πολύ συχνά με όχημα που επισκευάζεται ενώ κινείται στον αυτοκινητόδρομο».

Πράγματι, η έρευνα για τις καταγγελίες κατά του Καν ήταν μακρά και γραφειοκρατική. Οι ισχυρισμοί εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 2024 και η διαδικασία που οδήγησε στην απόλυσή του περιέλαβε πολλές έρευνες — οι οποίες κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα — και τουλάχιστον δύο ψηφοφορίες. «Η δυσκολία είναι ότι η διαδικασία αυτή φάνηκε παρατεταμένη, αυτοσχέδια και ολοένα πιο δημόσια», λέει ο Στίβενς, προσθέτοντας ότι «η δικαιοσύνη απαιτεί διαφάνεια στο αποτέλεσμά της, όμως έρευνες αυτής της φύσης διεξάγονται συνήθως καλύτερα με ταχύτητα, αυστηρότητα και, στο μέτρο του δυνατού, εμπιστευτικότητα».

Η βαρόνη Κένεντι των Σοζ, δικηγόρος παρά τω βασιλέα, διευθύντρια του ινστιτούτου της IBA, δέχεται ότι ήταν «σωστό ότι ο Καρίμ Καν έπρεπε να φύγει», υποστηρίζοντας ότι μια προγενέστερη απόφαση περί ανεπάρκειας αποδείξεων εναντίον του συνηγόρου εσφαλμένα χρησιμοποίησε το ποινικό μέτρο απόδειξης. Η Κένεντι επισημαίνει ότι η ψηφοφορία της περασμένης εβδομάδας στον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, η οποία σφράγισε τη μοίρα του Καν, «κατέστησε σαφές ότι κάθε παράπτωμα στον χώρο εργασίας πρέπει να κρίνεται με βάση τη στάθμιση των πιθανοτήτων. Θεωρώ ότι κανένα ανώτερο πρόσωπο που κατέχει εξουσία δεν θα πρέπει να συνάπτει ερωτικές σχέσεις με άτομο ιεραρχικά υποδεέστερο με το οποίο συνεργάζεται».

Η Κένεντι, όμως, εκφράζει λύπη για την πτώση του Καν, υποστηρίζοντας ότι ήταν «σπουδαίος εισαγγελέας — ο καλύτερος που είχε το ΔΠΔ». Υποστηρίζει ότι ο Καν «κατανοούσε ότι τα κράτη του παγκόσμιου νότου ένιωθαν ολοένα περισσότερο ότι οι δυτικές χώρες κρίνονταν με διαφορετικά νομικά κριτήρια και ότι οι ισχυροί ηγέτες δεν λογοδοτούσαν ποτέ για τα τεράστια αδικήματά τους». Σε ευρύτερο πλαίσιο, ο Βρετανός Τζέφρι Νάις, δικηγόρος παρά τω βασιλέα, ο οποίος ήταν επικεφαλής εισαγγελέας στη δίκη του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 2002 στο δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία, τον προκάτοχο του ΔΠΔ, συνιστά μια δόση κυνισμού ως προς τα διεθνή δικαστήρια. «Όλα τα διεθνή δικαστήρια είναι διεφθαρμένα», λέει, «όλα έχουν αναποτελεσματικά συστήματα διορισμών, που σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να είναι αγνά. Μπορούν να διαφθαρούν — και διαφθείρονται όποτε επεμβαίνει ένα ισχυρό κράτος που θα επηρεαζόταν από την απόδοση δικαιοσύνης».

Ο Νάις προσθέτει ότι το ΔΠΔ «δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά από τη θητεία του Οκάμπο», υποστηρίζοντας γενικότερα ότι το δικαστήριο της Χάγης «είναι ένας δυστυχής τόπος». Όσο για το μέλλον του ΔΠΔ, ο Στίβενς λέει ότι «το έργο του επόμενου εισαγγελέα — αν βρεθεί κάποιος — δεν θα είναι απλώς η δίωξη διεθνών εγκλημάτων. Θα είναι η ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης στο ίδιο το ίδρυμα. Ο κινητήρας της διεθνούς δικαιοσύνης μπορεί να είναι ακόμη γερός, όμως το κοινό αναγκάστηκε να παρακολουθήσει τους μηχανικούς να διαφωνούν για την επισκευή».

Ο Καν φέρεται να ασκεί έφεση κατά της απόφασης απόλυσής του. Η διαδικασία αυτή, λέει ο Στίβενς, θα «παρατείνει τον πόνο» για το δικαστήριο, βλάπτοντας όχι μόνο το ΔΠΔ αλλά και τις γυναίκες, των οποίων οι καταγγελίες έχουν σχεδόν καταστεί παράπλευρη ζημιά σε μια μη βέλτιστη διαδικασία...».


ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News