ΗΠΑ: Ο Κάρνεϊ παραμένει όρθιος μετά τη μετωπική σύγκρουση με τον Τραμπ για το εμπόριο
The Times
Ο Καναδός πρωθυπουργός, έχοντας ισχυρή λαϊκή εντολή να αψηφήσει τον Αμερικανό πρόεδρο, επιχειρεί να κερδίσει τον πόλεμο των δασμών, υιοθετώντας μια εξίσου σκληρή στάση με τον αντίπαλό του
Στις αρχές της χρονιάς, ο Καναδός πρωθυπουργός τάχθηκε ανοιχτά υπέρ των «μεσαίων δυνάμεων», δεσμευόμενος να αντισταθεί στην οικονομική πίεση που ασκούν οι ΗΠΑ, με στόχο να εκφοβίσουν μικρότερες χώρες και να τις εξαναγκάσουν σε υποταγή.
Ο Μαρκ Κάρνεϊ έκανε πράξη τη δέσμευσή του, αποχωρώντας από μια εμπορική συμφωνία την οποία χαρακτήρισε ως επίθεση στην εθνική κυριαρχία, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος Τραμπ να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς ύψους 50%. Ο Κάρνεϊ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, ως η πρώτη μεσαία δύναμη που τολμά να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τον Τραμπ, ανακοινώνοντας δικούς της ανταποδοτικούς δασμούς. Σε θεωρητικό επίπεδο, ο Καναδάς δεν έχει καμία πιθανότητα να κερδίσει έναν εμπορικό πόλεμο απέναντι σε μια οικονομία 12 φορές μεγαλύτερη. Ωστόσο, ο Κάρνεϊ διαθέτει ορισμένα τακτικά πλεονεκτήματα που ενδέχεται να δικαιώσουν το ρίσκο που έχει αναλάβει.
«Η κυβέρνησή μας κατάλαβε, νωρίτερα από πολλούς άλλους, ότι η Αμερική θα μετασχημάτιζε όλες τις εμπορικές της σχέσεις», δήλωσε ο Κάρνεϊ μετά την κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών την περασμένη εβδομάδα. Η υπογραφή του Τραμπ, πρόσθεσε, «είχε σημειωθεί με μολύβι».
Ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων, ενώ ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ισόποσα αντίμετρα, τα οποία θα τεθούν σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η πρώτη ένδειξη ότι η σύγκρουση μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι δασμοί και στις δύο πλευρές. Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι οι δασμοί στα οχήματα θα αυξηθούν από την 1η Ιανουαρίου — μια τακτική που έχει χρησιμοποιήσει ο Τραμπ για να αφήνει ανοιχτό ένα περιθώριο για διαπραγμάτευση. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει βάλει στο στόχαστρο το καναδικό αργό πετρέλαιο, το οποίο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, τη βασική πηγή του εμπορικού πλεονάσματος της χώρας. Ένα ακόμη σημάδι ότι ο Τραμπ είναι διατεθειμένος να καταλήξει σε συμφωνία είναι το ενδιαφέρον του για την αναβίωση του αγωγού Keystone XL, που είχε σχεδιαστεί για τη μεταφορά πετρελαίου από την Αλμπέρτα προς διυλιστήρια των ΗΠΑ. Το έργο ακυρώθηκε από τον πρόεδρο Μπάιντεν, αλλά θα ταίριαζε απόλυτα με την πολιτική του Τραμπ υπέρ των ορυκτών καυσίμων.
Παρά το ενδεχόμενο οι εξελίξεις να έχουν σύντομα οδυνηρές συνέπειες για την απασχόληση στον Καναδά, ο Κάρνεϊ έχει ισχυρό πολιτικό έρεισμα για τη στάση που κράτησε, με δημοσκόπηση να δείχνει ότι το 76% των Καναδών επικροτεί την απόφασή του να αποχωρήσει από τη συμφωνία. Ο Κάρνεϊ θεωρεί ότι διαθέτει ισχυρή λαϊκή εντολή για να συγκρουστεί με τον Τραμπ, καθώς η ίδια η άνοδός του στην πρωθυπουργία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μεταστροφή του πολιτικού κλίματος στον Καναδά πέρυσι, ως αντίδραση στην ολοένα πιο επιθετική στάση του Αμερικανού προέδρου.
Ο ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος, Πιερ Πουαλιέβρ, θεωρούνταν φαβορί για τη νίκη στις εκλογές του περασμένου Μαρτίου, μέχρι που ο Τραμπ άρχισε να αναφέρεται στον Καναδά ως «τη μεγάλη πολιτεία του Καναδά» και στον τότε πρωθυπουργό Τζάστιν Τριντό ως «κυβερνήτη της πολιτείας». Μέχρι τη στιγμή που το Φιλελεύθερο Κόμμα απομάκρυνε τον Τριντό και ανέδειξε τον Κάρνεϊ, το πολιτικό σκηνικό είχε ήδη αλλάξει με επικράτηση του Κάρνεϊ, ο οποίος διακήρυττε ότι «ο Καναδάς δεν πρόκειται ποτέ, υπό καμία συνθήκη, να γίνει μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, ενισχύει το ίδιο κλίμα, γράφοντας αυτή την εβδομάδα στην πλατφόρμα Truth Social ότι «ο Καναδάς θέλει τα προνόμια μιας αμερικανικής πολιτείας, χωρίς πραγματικά να ανήκει στις αμερικανικές πολιτείες». Η δημοτικότητα του Κάρνεϊ ξεπερνά το 50% στις δημοσκοπήσεις, την ώρα που τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα που έχει καταγράψει σε οποιαδήποτε από τις δύο θητείες του, καθώς κινούνται μόλις λίγο πάνω από το 30%. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Economist, έχει αρνητικό ποσοστό αποδοχής σε 47 από τις 50 πολιτείες.
Η εχθρότητα του Τραμπ προς τον Καναδά χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990 και την αντίθεσή του στη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (NAFTA), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για τη συρρίκνωση της μεταποιητικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Το 1999, είχε δηλώσει στο NBC News ότι θα μπορούσε να πετύχει μια πολύ καλύτερη συμφωνία μέσω της διαπραγμάτευσης: «Νομίζω ότι θα ήμουν ο καλύτερος… και αυτή η χώρα θα εισέπραττε πολλά χρήματα από πολλές ξένες χώρες που μας έχουν εκμεταλλευτεί τόσο πολύ». Η συναλλακτική προσέγγισή του στις διεθνείς σχέσεις τον οδήγησε αργότερα στην επαναδιαπραγμάτευση της NAFTA, η οποία αντικαταστάθηκε από τη USMCA (Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά), ανακοινώνοντας το 2020 ότι πρόκειται για «τη μεγαλύτερη, πιο δίκαιη, πιο ισορροπημένη και πιο σύγχρονη εμπορική συμφωνία που έχει υπογραφεί ποτέ» και «μια κολοσσιαία νίκη για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους εργαζόμενους στον ενεργειακό τομέα και τους εργάτες των εργοστασίων μας». Παρότι τότε την είχε παρουσιάσει ως «μια συμμαχία των ΗΠΑ με το Μεξικό και τον Καναδά απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο», φέτος αρνήθηκε να την ανανεώσει, δηλώνοντας: «Ως χώρα, θα ήμασταν σε καλύτερη θέση αν δεν είχαμε υπογράψει καμία συμφωνία».
Η μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία του Τραμπ από την πρώτη στη δεύτερη θητεία του συνίσταται στην εδραίωση της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική», που πλέον παίρνει τη μορφή του λεγόμενου «Δόγματος Ντονρόε» — μιας σύγχρονης εκδοχής του Δόγματος Μονρόε του 1823, με την οποία η Ουάσινγκτον διεκδικεί εκ νέου την ηγεμονία και την οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο. Η κυβέρνηση Τραμπ ενεργεί πλέον με μικρότερο σεβασμό στην κυριαρχία άλλων κρατών: απωθεί μετανάστες προς το Μεξικό, ανατινάζει σκάφη στην Καραϊβική που φέρεται να χρησιμοποιούνται για διακίνηση ναρκωτικών, διατυπώνει επιθετικές διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία και προχώρησε στη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.
Ο Κάρνεϊ δοκιμάζει πλέον στην πράξη τα όρια του «Δόγματος Ντονρόε» και την προσπάθεια του Τραμπ να διαμορφώσει μια ζώνη επιρροής στην οποία οι άλλες χώρες θα ευθυγραμμίζονται με τις αμερικανικές επιδιώξεις. Και πέρα από το σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει, ο πρώην τραπεζίτης έχει με το μέρος του και το εκλογικό χρονοδιάγραμμα. Οι ισχυρισμοί του ότι αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για να υπερασπιστεί τη γαλλική γλώσσα θα μπορούσαν να ενισχύσουν το κόμμα του στις επικείμενες εκλογές στο Κεμπέκ. Παράλληλα, ποντάρει και στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Αν, όπως προβλέπεται, οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Τραμπ θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τους έκτακτους δασμούς ως μοχλό πίεσης για να εξαναγκάζει τους συμμάχους των ΗΠΑ. Οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις εμπορικές συμφωνίες, την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει περαιτέρω τη δυνατότητα του Τραμπ να αξιοποιεί κατά το δοκούν διατάξεις παλαιών εμπορικών νόμων, προκειμένου να λαμβάνει μονομερείς αποφάσεις. Ο Κάρνεϊ ποντάρει στο ότι, όσο πλησιάζουν οι εκλογές του Νοεμβρίου και αυξάνεται η πίεση από τους ψηφοφόρους, ο Τραμπ θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου, με πιο ψύχραιμες διαθέσεις, θα μπορούσε τελικά να επιτευχθεί μια καλύτερη συμφωνία.
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News
Ο Μαρκ Κάρνεϊ έκανε πράξη τη δέσμευσή του, αποχωρώντας από μια εμπορική συμφωνία την οποία χαρακτήρισε ως επίθεση στην εθνική κυριαρχία, με αποτέλεσμα ο πρόεδρος Τραμπ να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς ύψους 50%. Ο Κάρνεϊ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, ως η πρώτη μεσαία δύναμη που τολμά να έρθει σε μετωπική σύγκρουση με τον Τραμπ, ανακοινώνοντας δικούς της ανταποδοτικούς δασμούς. Σε θεωρητικό επίπεδο, ο Καναδάς δεν έχει καμία πιθανότητα να κερδίσει έναν εμπορικό πόλεμο απέναντι σε μια οικονομία 12 φορές μεγαλύτερη. Ωστόσο, ο Κάρνεϊ διαθέτει ορισμένα τακτικά πλεονεκτήματα που ενδέχεται να δικαιώσουν το ρίσκο που έχει αναλάβει.
«Η κυβέρνησή μας κατάλαβε, νωρίτερα από πολλούς άλλους, ότι η Αμερική θα μετασχημάτιζε όλες τις εμπορικές της σχέσεις», δήλωσε ο Κάρνεϊ μετά την κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών την περασμένη εβδομάδα. Η υπογραφή του Τραμπ, πρόσθεσε, «είχε σημειωθεί με μολύβι».
Ο Τραμπ επέβαλε δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας 20 δισ. δολαρίων, ενώ ο Κάρνεϊ ανακοίνωσε ισόποσα αντίμετρα, τα οποία θα τεθούν σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου.
Η πρώτη ένδειξη ότι η σύγκρουση μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια φάνηκε από τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι δασμοί και στις δύο πλευρές. Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι οι δασμοί στα οχήματα θα αυξηθούν από την 1η Ιανουαρίου — μια τακτική που έχει χρησιμοποιήσει ο Τραμπ για να αφήνει ανοιχτό ένα περιθώριο για διαπραγμάτευση. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει βάλει στο στόχαστρο το καναδικό αργό πετρέλαιο, το οποίο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, τη βασική πηγή του εμπορικού πλεονάσματος της χώρας. Ένα ακόμη σημάδι ότι ο Τραμπ είναι διατεθειμένος να καταλήξει σε συμφωνία είναι το ενδιαφέρον του για την αναβίωση του αγωγού Keystone XL, που είχε σχεδιαστεί για τη μεταφορά πετρελαίου από την Αλμπέρτα προς διυλιστήρια των ΗΠΑ. Το έργο ακυρώθηκε από τον πρόεδρο Μπάιντεν, αλλά θα ταίριαζε απόλυτα με την πολιτική του Τραμπ υπέρ των ορυκτών καυσίμων.
Παρά το ενδεχόμενο οι εξελίξεις να έχουν σύντομα οδυνηρές συνέπειες για την απασχόληση στον Καναδά, ο Κάρνεϊ έχει ισχυρό πολιτικό έρεισμα για τη στάση που κράτησε, με δημοσκόπηση να δείχνει ότι το 76% των Καναδών επικροτεί την απόφασή του να αποχωρήσει από τη συμφωνία. Ο Κάρνεϊ θεωρεί ότι διαθέτει ισχυρή λαϊκή εντολή για να συγκρουστεί με τον Τραμπ, καθώς η ίδια η άνοδός του στην πρωθυπουργία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μεταστροφή του πολιτικού κλίματος στον Καναδά πέρυσι, ως αντίδραση στην ολοένα πιο επιθετική στάση του Αμερικανού προέδρου.
Ο ηγέτης του Συντηρητικού Κόμματος, Πιερ Πουαλιέβρ, θεωρούνταν φαβορί για τη νίκη στις εκλογές του περασμένου Μαρτίου, μέχρι που ο Τραμπ άρχισε να αναφέρεται στον Καναδά ως «τη μεγάλη πολιτεία του Καναδά» και στον τότε πρωθυπουργό Τζάστιν Τριντό ως «κυβερνήτη της πολιτείας». Μέχρι τη στιγμή που το Φιλελεύθερο Κόμμα απομάκρυνε τον Τριντό και ανέδειξε τον Κάρνεϊ, το πολιτικό σκηνικό είχε ήδη αλλάξει με επικράτηση του Κάρνεϊ, ο οποίος διακήρυττε ότι «ο Καναδάς δεν πρόκειται ποτέ, υπό καμία συνθήκη, να γίνει μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, ενισχύει το ίδιο κλίμα, γράφοντας αυτή την εβδομάδα στην πλατφόρμα Truth Social ότι «ο Καναδάς θέλει τα προνόμια μιας αμερικανικής πολιτείας, χωρίς πραγματικά να ανήκει στις αμερικανικές πολιτείες». Η δημοτικότητα του Κάρνεϊ ξεπερνά το 50% στις δημοσκοπήσεις, την ώρα που τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα που έχει καταγράψει σε οποιαδήποτε από τις δύο θητείες του, καθώς κινούνται μόλις λίγο πάνω από το 30%. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Economist, έχει αρνητικό ποσοστό αποδοχής σε 47 από τις 50 πολιτείες.
Η εχθρότητα του Τραμπ προς τον Καναδά χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990 και την αντίθεσή του στη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου της Βόρειας Αμερικής (NAFTA), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για τη συρρίκνωση της μεταποιητικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Το 1999, είχε δηλώσει στο NBC News ότι θα μπορούσε να πετύχει μια πολύ καλύτερη συμφωνία μέσω της διαπραγμάτευσης: «Νομίζω ότι θα ήμουν ο καλύτερος… και αυτή η χώρα θα εισέπραττε πολλά χρήματα από πολλές ξένες χώρες που μας έχουν εκμεταλλευτεί τόσο πολύ». Η συναλλακτική προσέγγισή του στις διεθνείς σχέσεις τον οδήγησε αργότερα στην επαναδιαπραγμάτευση της NAFTA, η οποία αντικαταστάθηκε από τη USMCA (Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά), ανακοινώνοντας το 2020 ότι πρόκειται για «τη μεγαλύτερη, πιο δίκαιη, πιο ισορροπημένη και πιο σύγχρονη εμπορική συμφωνία που έχει υπογραφεί ποτέ» και «μια κολοσσιαία νίκη για τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους εργαζόμενους στον ενεργειακό τομέα και τους εργάτες των εργοστασίων μας». Παρότι τότε την είχε παρουσιάσει ως «μια συμμαχία των ΗΠΑ με το Μεξικό και τον Καναδά απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο», φέτος αρνήθηκε να την ανανεώσει, δηλώνοντας: «Ως χώρα, θα ήμασταν σε καλύτερη θέση αν δεν είχαμε υπογράψει καμία συμφωνία».
Η μεγάλη αλλαγή στη νοοτροπία του Τραμπ από την πρώτη στη δεύτερη θητεία του συνίσταται στην εδραίωση της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική», που πλέον παίρνει τη μορφή του λεγόμενου «Δόγματος Ντονρόε» — μιας σύγχρονης εκδοχής του Δόγματος Μονρόε του 1823, με την οποία η Ουάσινγκτον διεκδικεί εκ νέου την ηγεμονία και την οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο. Η κυβέρνηση Τραμπ ενεργεί πλέον με μικρότερο σεβασμό στην κυριαρχία άλλων κρατών: απωθεί μετανάστες προς το Μεξικό, ανατινάζει σκάφη στην Καραϊβική που φέρεται να χρησιμοποιούνται για διακίνηση ναρκωτικών, διατυπώνει επιθετικές διεκδικήσεις για τη Γροιλανδία και προχώρησε στη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο.
Ο Κάρνεϊ δοκιμάζει πλέον στην πράξη τα όρια του «Δόγματος Ντονρόε» και την προσπάθεια του Τραμπ να διαμορφώσει μια ζώνη επιρροής στην οποία οι άλλες χώρες θα ευθυγραμμίζονται με τις αμερικανικές επιδιώξεις. Και πέρα από το σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει, ο πρώην τραπεζίτης έχει με το μέρος του και το εκλογικό χρονοδιάγραμμα. Οι ισχυρισμοί του ότι αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για να υπερασπιστεί τη γαλλική γλώσσα θα μπορούσαν να ενισχύσουν το κόμμα του στις επικείμενες εκλογές στο Κεμπέκ. Παράλληλα, ποντάρει και στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Αν, όπως προβλέπεται, οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Τραμπ θα δυσκολευτεί πολύ περισσότερο να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τους έκτακτους δασμούς ως μοχλό πίεσης για να εξαναγκάζει τους συμμάχους των ΗΠΑ. Οι Δημοκρατικοί θα επιχειρήσουν να αποκαταστήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου στις εμπορικές συμφωνίες, την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει περαιτέρω τη δυνατότητα του Τραμπ να αξιοποιεί κατά το δοκούν διατάξεις παλαιών εμπορικών νόμων, προκειμένου να λαμβάνει μονομερείς αποφάσεις. Ο Κάρνεϊ ποντάρει στο ότι, όσο πλησιάζουν οι εκλογές του Νοεμβρίου και αυξάνεται η πίεση από τους ψηφοφόρους, ο Τραμπ θα αναγκαστεί να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου, με πιο ψύχραιμες διαθέσεις, θα μπορούσε τελικά να επιτευχθεί μια καλύτερη συμφωνία.
ΠΗΓΗ: Times Media Ltd / News
En